Έντυπη Έκδοση

Ο Αυστριακός από τα Πηλιοχώρια

Κώστας Ακρίβος

Ποιος θυμάται τον Αλφόνς

εκδόσεις Μεταίχμιο, σ. 309, ευρώ 17,08

«Είμαι ένας άνθρωπος που έρχεται συνεχώς από τη Μαγνησία», θα μπορούσε να γράψει κάποτε ο Κώστας Ακρίβος «στο βιβλίο που χρωστάει στον εαυτό του», κατά παράφραση του γνωστού στίχου του Τάκη Σινόπουλου. Παρόλο που αυτός δεν «έρχεται συνεχώς» από τον γενέθλιο τόπο του, όπως ο ποιητής από τον Πύργο της Ηλείας, επανακάμπτει περιστασιακά, σε ορισμένα από τα δώδεκα πεζογραφικά βιβλία, που έχει εκδώσει εντός της δεκαοκταετούς συγγραφικής του παρουσίας. Στο πρόσφατο, πάντως, «έρχεται» σίγουρα από τη Μαγνησία, με τον χάρτη του Πηλίου, μπροστά μπροστά, να ξεδιπλώνεται κατά το άνοιγμα του βιβλίου, καταλαμβάνοντας την έσω όψη του εξωφύλλου. Ενας χάρτης, βεβαίως, από μόνος του δεν προϊδεάζει για τη δεσπόζουσα θέση του τόπου στην αφήγηση. Είναι, απλώς, απαραίτητος σε ορισμένου τύπου βιβλία όπως αυτό, που έχει ως θέμα την περιπλάνηση στο γεωγραφικό πεδίο της Μαγνησίας. Ανεξάρτητα αν οι συγγραφείς, ακόμη και ταξιδιωτικών βιβλίων, κατά κανόνα, τον αμελούν.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η Μαγνησία και ιδιαίτερα η περιοχή του Βόλου και το Πήλιο δεν αποτελούν απλώς και μόνο το σκηνογραφικό πλαίσιο. Ο Ακρίβος ανασυνθέτει τον βίο και την πολιτεία ενός υπαρκτού προσώπου. Του αυστριακού Αλφόνσου Χοχάουζερ, που έφτασε εικοσάρης, στα μέσα της δεκαετίας του 1920, στο Πήλιο και έμεινε. Δέσμιος της γοητείας του τόπου, όσες φορές χρειάστηκε να φύγει, ξαναγύρισε, μέχρι την τελευταία του πνοή. Ο συγγραφέας αναζητά στον οικείο σε αυτόν χώρο τα ίχνη του ξένου, ακολουθώντας το παράδειγμα γερμανών μυθιστοριογράφων και κινηματογραφιστών που εμπνεύστηκαν από την περίπτωση αυτού του εκκεντρικού πλάνητος του Μεσοπολέμου. Μόνο που το δικό του μυθιστόρημα δεν εξαντλείται στις τουριστικές ομορφιές του μέρους.

Μαγνησαλής ο Ακρίβος, καταπώς θα τον αποκαλούσε ο Νικόλας Κοζάκογλου του Στρατή Δούκα, ζωντανεύει τον τόπο και μαζί, εντός αυτού, τους ανθρώπους του. Ασφαλώς και δεν λείπουν οι μαρτυρίες γι' αυτήν την προνομιούχο γωνιά της Ελλάδος, μεταξύ αυτών και όσες συνέλεξε ο ίδιος ο συγγραφέας, καταρτίζοντας τον τόμο «Βόλος», στη σειρά «Μια πόλη στη λογοτεχνία». Εδώ, όμως, υπεισέρχεται η ιδιαίτερη οπτική ενός νεότερου, που πέρασε τα παιδικά του χρόνια, τη δεκαετία του '60, στις Γλαφυρές και την εφηβεία του, στον Βόλο. Αναφέρεται σε καφενεία και μαγαζιά, στέκια και τόπους συνάντησης των ντόπιων διανοουμένων και καλλιτεχνών, σε ελάσσονες συγγραφείς, που οι γραμματολογίες προσπερνούν, σε χαρακτηριστικούς τύπους, που μένουν αφανείς, αν και πρωταγωνιστούν στη μικροϊστορία του τόπου, σε περιοδικά και εφημερίδες, αλλά και σε εγκαταλειμμένα χωριά, λησμονημένες τοποθεσίες και μονοπάτια. Σε τόνους νοσταλγίας η αφήγηση, διασώζει και ορισμένες μοναδικές σκηνές. Μία από αυτές φέρει τον Θεόφιλο, ντυμένο φουστανελά, να κατεβαίνει το φιδωτό καλντερίμι που ένωνε άλλοτε την Ανακασιά με τον Ανω Βόλο. Τον περιγράφει ο φωτογράφος Δημήτρης Λέτσιος στον συγγραφέα, σε μια τελευταία κουβέντα τους, το 2007. Τον επόμενο χρόνο απεβίωσε, με πατημένα τα 98.

Ας παραμερίσουμε, όμως, την εντοπιότητα του μυθιστορήματος, που μπορεί να σαγηνεύει εμάς αλλά, το πιθανότερο, αφήνει αδιάφορους τους πολλούς, κι ας έρθουμε στα πρόσωπα, τα δρώμενα και το σασπένς. Η ιδέα ενός μυθιστορήματος που πλέκεται γύρω από την ανίχνευση κάποιου προσώπου δεν είναι καινούρια. Θα λέγαμε, μάλιστα, ότι τα τελευταία χρόνια είναι μάλλον πολυχρησιμοποιημένη. Ιδιαίτερα στη μεταμοντέρνα εκδοχή της, όπου ο συγγραφέας παραθέτει αποσπασματικά τα αποτελέσματα της έρευνάς του, αντί να τα χωνεύει σε μια στρωτή αφήγηση, όπως τη συναντάμε στις παλαιότερες μυθιστορηματικές βιογραφίες. Η επιτυχία παρόμοιων εγχειρημάτων εξαρτάται από τους δύο ήρωες: τον αναζητούμενο και τον ιχνηλάτη του. Και κυρίως, από τον τρόπο και το τέμπο που γίνεται η αποκάλυψη του προσώπου και της δράσης του.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο αναζητούμενος είναι ένα «έτοιμο» μυθιστορηματικό πρόσωπο. Με ρομαντικές τάσεις φυγής, ο Αλφόνσος Χοχάουζερ εγκαταλείπει την άνεση μιας εύπορης οικογένειας και τη χώρα του, για να περιπλανηθεί σε Νότια Ευρώπη και Βόρεια Αφρική, φτάνοντας μέχρι την Παλαιστίνη και την Κωνσταντινούπολη. Τελικά, τη διάθεση περιπλάνησης ανακόπτει οριστικά η αίγλη του Πηλίου, με το μυθολογικό του βάθος και τα αρχέγονα στοιχεία, που σώζει μέχρι και τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Βρίσκουμε ατυχή τον παραλληλισμό του με τον Βρετανό Πάτρικ Λη Φέρμορ, που ήρθε για πρώτη φορά στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια του Πολέμου ως στρατιώτης, όπως και ο Φίλιπ Σέραρντ, δύο πρόσωπα υψηλής παιδείας, κοινώς διανοούμενοι. Αντιθέτως, στον Χοχάουζερ υπερισχύει ο χαρακτήρας του τυχοδιώκτη ή, σωστότερα, ένας χαρακτήρας με εγγενείς ρομαντικές παρορμήσεις. Κρατάει ημερολόγιο, αλλά δεν πρόκειται για άνθρωπο των γραμμάτων. Είναι ένας πολυτεχνίτης και συνάμα ένας μποέμ. Αλλάζει επαγγέλματα, κατηγορείται ως αρχαιοκάπηλος και στον Πόλεμο ως συνεργάτης των ναζί. Ταυτόχρονα, όμως, γίνεται ευρύτερα γνωστός χάρη σ' έναν πρότυπο ξενώνα που στήνει σε εγκαταλειμμένο μοναστήρι στο Παλιό Τρίκερι και στον οποίο συχνάζουν διασημότητες της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου.

Ο Ακρίβος απλώνει τον μυθιστορηματικό βίο του Χοχάουζερ σε δύο στρώσεις. Στο πρώτο μέρος, ξεδιπλώνει την έρευνα του αφηγητή, βήμα προς βήμα, χωρίς να ιεραρχεί τα δεδομένα, με τη σειρά που τα εντοπίζει. Αρχικά, δίνει ένα γενικόλογο βιογραφικό, το οποίο εμπλουτίζει με κάθε επόμενη μαρτυρία, φωτίζοντας τα επιμέρους σημεία. Ενώ το δεύτερο μέρος, παραπλήσιας έκτασης, το συνθέτει με αποσπάσματα από το ημερολόγιο και τις επιστολές του Αυστριακού, καθώς και δημοσιεύματα γύρω από αυτόν. Οπως, μάλιστα, συνηθίζεται σε παρόμοιες συρραφές, το εικονογραφεί με φωτογραφίες του Αυστριακού και κάποια άλλα ντοκουμέντα. Αυτό το δεύτερο μέρος του βιβλίου κινδυνεύει να φανεί ως άσκηση ύφους, αφού ο αναγνώστης, τελειώνοντας το πρώτο μέρος, γνωρίζει τα πάντα ή σχεδόν τα πάντα γύρω από το αναζητούμενο πρόσωπο. Εδώ, όμως, αποβαίνει καθοριστικό το δεύτερο μυθιστορηματικό πρόσωπο, αυτό του αφηγητή.

Ο αφηγητής που πλάθει ο Ακρίβος, δείχνει σαν ένα πιστό alter ego του, τουλάχιστον όσο αφορά τα δημοσίως γνωστά βιογραφικά του στοιχεία, με εξαίρεση το μικρό όνομα. Για την προκειμένη περίσταση, ανασύρει και πάλι το Στέργιος. Οταν ξεκινά την αναζήτηση του προσώπου, δεν φαίνεται να διαπνέεται από κάποια ρομαντική διάθεση. Αντιθέτως, εκδηλώνει τις χρησιμοθηρικές προθέσεις ενός επαγγελματία συγγραφέα, που έχει τεντωμένες τις κεραίες του προς εντοπισμό θέματος. Προχωρώντας την έρευνα, θέτει συνεχώς το ερώτημα κατά πόσο μια ιστορία προσφέρεται για διήγημα ή μυθιστόρημα. Συν τω χρόνω, όμως, η προσωπικότητα και ο περιπετειώδης βίος του Αυστριακού φαίνεται να τον σαγηνεύουν και συνάμα να του εξάπτουν την περιέργεια. Σέρνεται, τελικά, ως ιχνηλάτης πίσω από μια αινιγματική φυσιογνωμία. Ετσι, στο δεύτερο μέρος δεν ακολουθεί μια χρονολογική παράταξη των τεκμηρίων, αλλά τα συγκεντρώνει σε ενότητες, σύμφωνα με τα αναπάντητα ερωτήματα που τον απασχολούν: Ηταν ναζί ο Χοχάουζερ; Ηταν αρχαιοκάπηλος; Εμπλεκόταν στον πνιγμό μιας βιεννέζας συγγραφέως, που παραθέριζε στον ξενώνα; Με αυτόν τον τρόπο ο Ακρίβος διασκεδάζει την αίσθηση της επαναληπτικότητας, ενώ, παράλληλα, σκιαγραφεί την υπαρξιακή κρίση στην οποία βρίσκεται παγιδευμένος ο αφηγητής του. Η άνοια του πατέρα του, με τα διαλείμματα διαύγειας συνεχώς να αραιώνουν, έχει φέρει πλησιέστερα όχι τόσο τον φόβο του θανάτου όσο τον τρόμο της ασθένειας και της βιολογικής φθοράς. Γι' αυτό και το κυρίαρχο ερώτημα γύρω από τον μέτοικο του Πηλίου, που ξεπηδάει από την αρχή και μονοπωλεί το καταληκτικό κεφάλαιο, είναι ο τρόπος του θανάτου του. Ο Αυστριακός δεν αποτελεί γι' αυτόν μόνο πρότυπο ζωής και ένα επιθυμητό πατρικό είδωλο, αλλά και υπόδειγμα θανάτου, καθώς στην αυτοχειρία του ο αφηγητής διαβλέπει μια, μέχρι τέλους, ασυμβίβαστη προσωπικότητα. Τελικά, ο Ακρίβος πλάθει τον δικό του Αλφόνσο Χοχάουζερ, φυσιολάτρη και αισθηματία, διοχετεύοντας, μέσω του αφηγητή, μάλλον δικά του αποθέματα συγκίνησης για πρόσωπα και τόπους. Ή, με άλλα λόγια, σαν μέσω του αυστριακού μέτοικου να αναβαπτίζεται στον γενέθλιο χώρο. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Ισχυρή μαρτυρία
Ενώ τα αγόρια διαβάζουν τα νέα του Αγίου Ορους, τα κορίτσια λιάζουν τις γάμπες τους
Ξεφυλλίζοντας ημερολόγια και άλμπουμ αναμνήσεων
Σκαραβαίοι σε κλειστά χέρια
...καινώ τρόπω δε, πεσών νικάς, γενναίε...
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Ισχυρή μαρτυρία
Ο Αυστριακός από τα Πηλιοχώρια
Ενώ τα αγόρια διαβάζουν τα νέα του Αγίου Ορους, τα κορίτσια λιάζουν τις γάμπες τους
Ξεφυλλίζοντας ημερολόγια και άλμπουμ αναμνήσεων
Σκαραβαίοι σε κλειστά χέρια
...καινώ τρόπω δε, πεσών νικάς, γενναίε...
Τρίτη ανάγνωση
Ο «Ηλίθιος»
Από τις 4:00 στις 6:00
Το σφύριγμα στο τραγούδι
Το πρότυπο του ροκ σταρ
Άλλες ειδήσεις
Ακτινολόγοι καραδοκούν στις κάμερες
Ο ευγενής καθ' έξιν άνθρωπος
Ενα δυσοίωνο όραμα
Εκδηλώσεις
Βιβλία από τους πάγκους των βιβλιοπωλείων
Τα πιο φοβερά χαστούκια είναι εκείνα που νομίζεις πως δεν έχεις δεχθεί