Έντυπη Έκδοση

Λίγο πριν κυκλοφορήσουν και αναλυθούν

Η νουβέλα γράφτηκε επειδή υπάρχει ήδη ως λογοτεχνία άγραφη

Τα βιβλία αυτοσυστήνονται; Ο συγγραφέας είναι ο επαρκέστερος πληρεξούσιος ανάμεσα στο έργο του και στον αναγνώστη; Οι λέξεις και τα πράγματα του συγγραφέα πώς συναντούν τις λέξεις και τα πράγματα του ήρωα ή του αφηγητή; Το βλέμμα ή το θέμα χαρακτηρίζει ένα βιβλίο; Υπάρχουν συνέχειες και ασυνέχειες σε μια γραφή; Η στήλη «Τυπωθήτω» προκαλεί και απαντά σε τέτοιας υφής ερωτήματα. Βιβλία όλου του φάσματος, πριν φτάσουν στις προθήκες των βιβλιοπωλείων, εξομολογούνται λεπτομέρειες της γραφής τους. Πεζογράφοι, ποιητές, δοκιμιογράφοι, μεταφραστές, ανθολόγοι, σε πρώτο πρόσωπο, πριν παραδοθούν στον συστηματικό και στον απλό αναγνώστη -βιβλία πριν αρχίσουμε να τα φυλλομετράμε.

Γιάννης Μακριδάκης Λαγού μαλλί, νουβέλα, εκδόσεις Εστία

Την έκφραση «Λαγού μαλλί» την άκουγα από μικρός στο λιμανάκι που είχαμε τη βάρκα μας, τον Ρομπεόλα (Rompeolas = Κυματοθραύστης στα πορτογέζικα). Μακρόσυρτα και εμφαντικά ακουγόταν, συνόδευε συνήθως ένα «βρε» κι εκτοξευόταν πάνω απ' τον ντόκο ή μέσα απ' τις βάρκες, από στόματα συνηθισμένα να τρώνε διάφορα σύμφωνα, «βρε λα(γ)ού μαλλίίίί», φωνάζανε κι ύστερα χάχανα τρανταχτά, κι από την άλλη πάντα χειρονομίες άπρεπες και γέλια. Καμιά φορά και μούτρα.

Εκφραση δανεική από τους κυνηγούς, μεγάλη παράδοση στο κυνήγι το νησί· γίνε πουλί και πέρνα από τη Χίο λέγανε σαν κατάρα οι γέροι Μυτιληνιοί άμα τους πείραζε κανένας. Την πήρανε λοιπόν οι ψαράδες, την κόψανε, διότι οι άλλοι την είχανε πιο περιγραφική, λαγού μαλλί και σπίνου κώλο λέγανε, και οι πιο πονηροί, λαγού μαλλί και χήρας κωλομέρι, την κόψανε λοιπόν οι ψαράδες και κρατήσανε μονάχα τις δυο λέξεις, την κάνανε μια σύντομη αντ-ευχή για να πειράζουνε ο ένας τον άλλονε.

Ετσι, την άκουγα σχεδόν καθημερινά κι έγινε για μένα τόσο δεδομένη όσο το όνομά μου. Ποτέ δεν ρώτησα τι σημαίνει, μονάχα από τον τρόπο που την εκφέρανε και από τις αντιδράσεις κατάλαβα πως δεν είναι και ό,τι καλύτερο να δεις γκαντέμη άνθρωπο μπροστά σου πριν πας για την καλάδα.

Ολα αυτά λοιπόν τα βιώματα από τα καΐκια και τα ψαρέματα, από τις κουβέντες, τις κινήσεις και τις φιγούρες των ψαράδων μιας εποχής που πέρασε και δεν θα ξανάρθει, όπως δεν θα ξαναγίνουν ποτέ τα καΐκια - άγγελοι που κόπηκαν με την επιδότηση της Ευρώπης, όλα αυτά με έκαναν να σκιρτήσω την ώρα που αντίκρισα στην τηλεόραση τον Πρωθυπουργό να ανακοινώνει από το Καστελόριζο την ένταξη της χώρας στο ΔΝΤ και από πίσω του να περνάει αμέριμνος ένας ψαράς μέσα στο όμορφο καταπράσινο τρεχαντήρι του. Η σύγκρουση των δύο κόσμων. Ο καπετάνιος της χώρας ανακοινώνει μέτρα που αφορούν τον καπετάνιο του καϊκιού. Και ο καπετάνιος του καϊκιού, αυτή η λεύτερη ψυχή της θάλασσας, καλείται να προσαρμοστεί και να ζήσει καλουπωμένος μέσα στα μέτρα που του θεσπίζει ο καπετάνιος της χώρας. Εκείνη τη στιγμή έγινε ξαφνικά στα μάτια μου φόντο το πρώτο πλάνο και ο ψαράς ήρθε μπροστά.

Η νουβέλα «Λαγού μαλλί», λοιπόν, γράφτηκε από τη ζωή. Γράφτηκε επειδή υπάρχει ήδη ως λογοτεχνία άγραφη. Μιλιέται καθημερινά από τους μεροκαματιάρηδες της θάλασσας, τους παλαιάς κοπής πολίτες αυτής της χώρας, που ξέρουνε από πρώτο χέρι τι συνέπειες έχουν στην καθημερινή ζωή οι νόμοι και οι διατάξεις που θεσπίζουν άλλοι μέσα σε αποστειρωμένα περιβάλλοντα. Και ο ήρωας, ο καπτα-Σίμος, δεν είναι παρά ο κάθε τέτοιος νησιώτης ψαράς που καλείται να συνηθίσει τη νέα τάξη πραγμάτων, ν' αφήσει την απεραντοσύνη του γιαλού και να χωθεί στα κιτάπια της σύγχρονης πραγματικότητας.

«Φιρί-φιρί το πάνε να μας ξεκάτσουνε από το γιαλό Νικολή, μα δε θα τους κάμω το χατίρι, θα το κάψω στα τελευταία, δε θα μου δώκουνε δεκάρα, μα θα το βγάλω εκειδά να του βάλω φωτιά να το κάψω. Δε θέλω τίποτι, ούτε μου δώκατε όλη μου τη ζωή που είμαι ψαράς πούστηδοι, ούτε θα μου δώκετε, άμα τελειώσω την αποστολή μου θα του βάλω πυρκαγιά εκεινά να το κάψω», λέει για το καΐκι του ο καπτα-Σίμος και κλείνει μέσα σ' αυτή τη φράση όλη την αγανάκτηση του βίου του, όλη την τέχνη του λόγου που πλανιέται καθημερινά σε κάθε γωνιά της Ελλάδας, πολύ μακριά από τους πρακτικούς και τους θεωρητικούς της λογοτεχνίας.

Λίγο πριν κυκλοφορήσουν και αναλυθούν

Παλεύοντας με την ιστορία

Θεόδωρος Γρηγοριάδης, Ο παλαιστής και ο δερβίσης

μυθιστόρημα, εκδόσεις Πατάκη

Ενα καινούριο μυθιστόρημα, ύστερα από πέντε χρόνια, «Ο παλαιστής και ο δερβίσης». Ούτε θυμάμαι πότε άρχισε να διαμορφώνεται η ιδέα και με ποια ερεθίσματα. Το 1998, στο μυθιστόρημα «Τα Νερά της χερσονήσου» ένας Ελληνας και ένας Τούρκος ενώνανε τις μοίρες τους, στις αρχές του 20ού αιώνα, με μια καθοριστική σκηνή πάλης στο μυθιστόρημα και στο εξώφυλλο. Με αφορμή το βιβλίο οργανώθηκε στην Αθήνα μια έκθεση με φωτογραφίες παλαιστών. Επιστροφή στη βορειοελλαδίτικη επικράτεια. Τα καλοκαίρια, στα πανηγύρια της Μακεδονίας και της Θράκης, παρακολουθώ αγώνες πάλης. Ταξίδια στην Αδριανούπολη, τη δεκαετία του '80, ενόσω είμαι διορισμένος καθηγητής στα σύνορα του Εβρου. Αλλά και παλαιότερα, στη δεκαετία του '60, παιδί του Δημοτικού, ζώντας σε προσφυγομαχαλά, ακούω τους παππούδες μου να μιλάνε τουρκικά και μαθαίνω ότι η εκκλησία του Αγίου Θωμά, στην πλατεία του χωριού, μέχρι το 1922 ήταν τζαμί. Πίσω μας υψώνεται το μυθολογικό βουνό του Παγγαίου, η «σκαπτή ύλη».

Διάσπαρτες οι επιρροές και οι αφετηρίες ενός μυθιστορήματος. Ομως υπάρχει κάποιο έναυσμα, μια αφορμή: η γνωριμία μου, τη δεκαετία του '90, με μια παρέα στην Αδριανούπολη, που περιλάμβανε και έναν Τούρκο παλαιστή. Το κατέγραψα τότε, μια σημείωση, τρεις γραμμές, σε σημειωματάριο με κίτρινο εξώφυλλο.

Αρχίζω μαθήματα τουρκικών στο κέντρο της Αθήνας, το 2000. Η ιστορία του Τούρκου επανέρχεται καθώς ξανανοίγω το σημειωματάριο, που στο εξής θα αποτελέσει το ημερολόγιο του καινούριου βιβλίου: Το 2002 αναπτύσσω τις πρώτες σκέψεις για τη διάρθρωση της πλοκής. Ομως στο μεταξύ τρέχουν και άλλες μυθοπλασίες: το 2005 η «Αλούζα, χίλιοι και ένας εραστές» κλείνει τον κύκλο της μεσογειακής ανατολής. Ο «παλαιστής και ο δερβίσης» μετατοπίζεται ανατολικά των Βαλκανίων και της Ευρώπης.

Την ηρωίδα του βιβλίου την ονομάζω Μιρέλα, είναι φωτογράφος και παθιάζεται με τον παλαιστή Τζεμάλ. Χρειάζομαι έναν χαρακτήρα αντίβαρο σε αυτό το σαρκικό πάθος. Εναν που θα μπορούσε και να αφηγηθεί την ιστορία. Είναι ο Διονύσης, που ζει στην Αθήνα, ο δερβίσης που διαμορφώνει μια «σούφικη» επικράτεια στο διαμέρισμά του, προσπαθώντας να δει την εσωτερική όψη του. Ο Κομοτηναίος φίλος του, ο Χρήστος, καθηγητής Βαλκανικών Σπουδών, δεν εμμένει μόνο στις θεωρητικές παραμέτρους της συνάντησης των γειτονικών λαών. Είναι ένας εξίσου ερωτικός χαρακτήρας, που θα συμπαρασύρει τον Διονύση στο ξεπέρασμα των αναστολών του αλλά και να αρχίσει το γράψιμο.

Το κουαρτέτο, ο Διονύσης, ο Χρήστος, η Μιρέλα και ο Τζεμάλ συγκροτούν τον βασικό πυρήνα των χαρακτήρων. Γύρω τους μια δεκάδα άλλων προσώπων. Η Μόλι, που αναζητάει τον άντρα της, η σκηνοθέτρια Σάρρα, που ανήκει σε μια ομάδα γυναικών των οποίων οι άντρες εξαφανίστηκαν σε μυστικιστικές ομάδες, συγγενείς και φίλοι κάθε κοινωνικού επιπέδου και γεωγραφικής καταγωγής.

Η δομή του μυθιστορήματος με ταλάνιζε καιρό. Μια «στρωτή», ομογενοποιημένη αφήγηση, δεν μου αρκούσε. Και αν οι παλιές γραμμικές αφηγήσεις ακουμπούσανε στον καθωσπρέπει ρεαλισμό, οι αποσπασματικές και μοιρασμένες σε διαφορετικά πρόσωπα αποτελούν στοιχεία της μεταμυθοπλασίας. Η μυθοπλασία και η αληθοφάνεια κάθε μυθιστορήματος συγκροτούν μια εσωτερική πραγματικότητα που βρίσκεται πλησιέστερα στο αβέβαιο και χαοτικό πνεύμα της εποχής μας.

Το μυθιστόρημα χωρίζεται σε τέσσερα μέρη, σαν ανάποδη πυραμίδα: «Το βιβλίο της Μιρέλας», το «Βιβλίο του Διονύση», το «Βιβλίο του κανενός» και το «Κανένα βιβλίο». Στις 320 σελίδες του οι ήρωές μου μετακινούνται συνεχώς: από την Αθήνα στη Θεσσαλονίκη, στις Σέρρες, την Ξάνθη, την Αδριανούπολη, την Κωνσταντινούπολη. Οι συναντήσεις τους δημιουργούν μια φιλική και ερωτική γεωγραφική ενότητα, αδιάσπαστη στην ψυχή και στις επιθυμίες τους, βρίσκονται διαρκώς σε ανοιχτό διάλογο ή σε σύγκρουση. Συζητούν, καβγαδίζουν, ερωτεύονται, χορεύουν, παλεύουν, ρισκάρουν ακόμη και τη ζωή τους, κι αυτό το τελευταίο δίνει στην ιστορία και μια χροιά θρίλερ.

Αποφεύγοντας τα μηνύματα πιστεύω ότι αυτό το μυθιστόρημα αποτελεί μια πρόταση απελευθέρωσης από στερεότυπα ερωτικών, θρησκευτικών και ιδεολογικών εμμονών.

Λίγο πριν κυκλοφορήσουν και αναλυθούν

Η στάθμη του σώματος στο μικρό ποίημα

Γιάννης Κοντός,  Η στάθμη του σώματος,

ποίηση, με έργα Δημήτρη Γέρου, εκδόσεις Μεταίχμιο

Στη Λήδα Τασοπούλου

Το ποίημα είναι ένα και αδιαίρετο. Ομως υπάρχουν μικρά και μεγάλα ποιήματα σε έκταση. Είναι σαν να κρατάς μια χειροβομβίδα, σκάει και σε ακρωτηριάζει. Ετσι πρέπει να νιώθει ο καλλιτέχνης όταν πιάνει λέξεις με γυμνά χέρια. Είναι αυτό που λέει ο Σεφέρης: «Τ' είναι Θεός. Τι μη Θεός. Τι τ' ανάμεσό τους». Ή όταν φυτρώνει το χορταράκι και ένα μυρμήγκι το βλέπει θεόρατο δέντρο. Αυτό που λέμε μικρό ποίημα, σου δημιουργεί την ανάγκη του ελάχιστου, να φύγουν τα περιττά, να απογυμνωθεί. Αλλά τις πιο πολλές φορές είναι εσωτερική ανάγκη του δημιουργού. Ξέρετε και τα δύο έχουν νερό, αλλά όλα γίνονται κάτω από την πίεση της στιγμής, που μπορεί να είναι ένας χρόνος. Διάβαζα πριν χρόνια μεταφράσεις του Εζρα Πάουντ από τον αείμνηστο Κώστα Κυζηράκο. Στο τέλος, στις σημειώσεις για ένα ποίημα -διηγείται ο Πάουντ- ήταν το ποίημα μια σελίδα και διορθώνοντας και κόβοντας έμεινε ένας στίχος και λίγο από κάτω του μεγάλου αυτού δασκάλου. Αυτά τα πράγματα δεν εξηγούνται γιατί είναι συνδυασμός: σώματος, φαντασίας, αίματος, βλέμματος, αφής και ενός μυστήριου χρώματος (κάτι ανάμεσα σε μπλε, γκρι και αίμα σφαγμένου ταύρου!). Οσο για το μικρό ποίημα, πλέει σαν ξυλαράκι στη θάλασσα. Εξάλλου είναι ανάγκη μέχρι πού θα πάει το χέρι σου γράφοντας. Πολλές φορές οδηγείται να κάνει οικονομία στις λέξεις. Αλλες φορές είναι το ακαριαίο που σε σώζει από τα περιττά. Στο μικρό οι λέξεις μεγεθύνονται, αποκτούν άλλες διαστάσεις, αλλάζουν χρώματα, είναι τραχιές, είναι συνάμα βελούδινες. Υστερα, οι δυο-τρεις στίχοι του ποιήματος σου μένουν. Είναι εγκαυστικοί στο νου. Μπορεί τις νύχτες να σου αγγίζουν τον ώμο ο Ρεμπό και ο Καβάφης, γι' αυτό να παραλογίζεσαι και να βγαίνουν μικρά τα ποιήματα. Μπορεί να φταίει το μέγεθος του χαρτιού. Δεν είναι παραδοξολογία ότι πολλές φορές το μέγεθος του χαρτιού ορίζει και το μέγεθος του ποιήματος. Κάθε μέρα στα ποιήματα αυτά είναι τ' Αϊ-Γιαννιού και ανάβουνε φωτιές. Είναι τα σινιάλα για την άλλη ζωή. Τα ποιήματα αυτά είναι πρακτικά. Θυμίζουν καθημερινά εργαλεία δουλειάς: κατσαβίδια, πένσες, μαχαίρια, λίμες κ.ά. Και όλα αυτά να τα έχει ρίξει στη γη ο θόλος του ουρανού. Είναι και που μιλάνε οι στίχοι τις νύχτες και σε παρασύρουν σε αρχαιολογικούς χώρους, σε ανασκαφές νωπές και σε σπασμένα μυροδοχεία. Πώς σε χτυπάει κατάστηθα το μικρό ποίημα, σαν σφαίρα αυτοκτόνου. Και το σώμα γέρνει και βαραίνει στη ζυγαριά του ουρανού. Τεχνικές δεν υπάρχουν. Το τυχαίο και η πείρα κυριαρχούν. Δεν ξέρω γιατί αυτή η έρημος κινείται σαν θάλασσα. Μετά σε δένει ένα σκοινί με αυτά τα ποιήματα και δεν ξεκολλάς ποτέ. Χωρίς υπερβολή, συνομιλείς με τον θάνατο. Τι ανηφόρες, τι βουνά, τι δάση πέρασα παρέα με το σκύλο μου τον Ροκ, για να βρω αυτά τα ποιήματα, να τα καθαρίσω από τα πούπουλα και να τους δώσω ζωή. Σε όλα αυτά τα ποιήματα-σπίρτα προσπάθησα να ζεσταθώ τον χειμώνα και πλάι μου ήσουνα εσύ που οδηγούσες το χέρι μου. Μέσα από αυτές τις σκοτεινές λέξεις πλησίαζα τον Θεό. Οι αποστάσεις μικραίνουν ή μεγαλώνουν αναλόγως. Κι όπως γράφει ο Σικελιανός: «και το μακρά και το σιμά για με πια είν' ένα». Μια ψιλή βροχή πέφτει. Σιγά σιγά σβήνουν οι φωτιές, έρχεται η νύχτα και τα άγρια του δάσους κοιμούνται ήσυχα στις φωλιές τους. Τα ποιήματα ξαγρυπνούν, μικρές κίτρινες πεταλούδες πάνω στο σώμα σου.

Λίγο πριν κυκλοφορήσουν και αναλυθούν

Ενας οικονομικός αγώνας κι ένας αγώνας ψυχικής αντοχής

Πέτρος Μάρκαρης.

Ληξιπρόθεσμα δάνεια

μυθιστόρημα, εκδόσεις Γαβριηλίδης

Τα Ληξιπρόθεσμα Δάνεια είναι το πρώτο μυθιστόρημα μιας τριλογίας με τον γενικό τίτλο Η Τριλογία της Κρίσεως. Σκέφτηκα ότι θα είχε ενδιαφέρον να γράψω τρία μυθιστορήματα, τα οποία θα ασχολούνται με την κρίση, που αυτή τη στιγμή κλονίζει τα θεμέλια της μεταπολιτευτικής Ελλάδας, και θα καταγράφουν στην εξέλιξη τους τις πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές ανακατατάξεις, κοντολογίς μια θεραπεία σοκ που επιβάλλεται στη χώρα.

Οσοι έχουν διαβάσει κατά καιρούς άρθρα ή αυτοβιογραφικά κείμενά μου θα ξέρουν ότι ένας από τους λόγους που κατέληξα, ύστερα από διάφορες διαδρομές, στο αστυνομικό μυθιστόρημα είναι επειδή το θεωρώ το καλύτερο αφηγηματικό όχημα για να αγγίξει ένας συγγραφέας στις μέρες μας κοινωνικοπολιτικά θέματα. Από την άλλη, η στροφή μου στο αστυνομικό μυθιστόρημα μπορεί να οφείλεται και στο γεγονός ότι βρίσκω την καθημερινότητα συναρπαστική, ακόμα και όταν με εξοργίζει, κάτι που συμβαίνει αρκετά συχνά. Αυτό είναι ένα από τα χαρακτηριστικά του συγγραφέα αστυνομικών μυθιστορημάτων, στον βαθμό που τοποθετεί τα μυθιστορήματά του στο σήμερα και δεν ασχολείται με το ιστορικό αστυνομικό μυθιστόρημα. Την ίδια σχέση με την καθημερινότητα διακρίνω και σε πολλούς άλλους σύγχρονους συγγραφείς αστυνομικών μυθιστορημάτων, όπως λόγου χάρη στον Ιαν Ράνκιν, στον Αντρέα Καμιλέρι, στον Μανουέλ Βάσκεζ Μονταλμπάν ή στον Χένινγκ Μάνκελ.

Οπως και να 'ναι, πάντως, η κρίση που ταλαιπωρεί αυτή τη στιγμή τη χώρα ξεπερνάει την καθημερινότητα. Γιατί το έγκλημα βρίσκεται στον πυρήνα της κρίσης. Αυτό που βιώνει η Ελλάδα είναι ένα έγκλημα που συντελείται εδώ και αρκετά χρόνια, και στο οποίο εμπλέκονται πολλοί δράστες: από το πολιτικό στερέωμα, το οικονομικό επικοδόμημα και το τραπεζικό σύστημα ώς τους απλούς πολίτες. Το έγκλημα αυτό δεν έχει μόνο δράστες, όπως πολλοί φαίνεται να πιστεύουν, αλλά και συνενόχους και ηθικούς αυτουργούς, και φυσικά πολλά θύματα.

Η Τριλογία της Κρίσεως φιλοδοξεί να δώσει μια τοιχογραφία αυτού του «εγκλήματος διαρκείας», να ερευνήσει τις διαφορετικές πτυχές του και να δει τις επιπτώσεις του, κυρίως πάνω στα θύματα. Και τα τρία μυθιστορήματα έχουν ως κεντρικό ήρωα τον αστυνόμο Χαρίτο.

Στα Ληξιπρόθεσμα Δάνεια, το πρώτο μυθιστόρημα της τριλογίας, ο αστυνόμος Χαρίτος αναλαμβάνει να εξιχνιάσει μια σειρά από δολοφονίες τραπεζιτών και ανθρώπων του χρήματος. Η υπόθεση είναι περίπλοκη, από τη μια γιατί δεν είναι ξεκάθαρο αν πρόκειται για έναν ή περισσότερους δολοφόνους ή αν πρόκειται για τρομοκρατική ενέργεια. Από την άλλη, στις δολοφονίες εμπλέκονται και ξένοι, κάτι που δημιουργεί έναν πανικό στην αστυνομία και στην πολιτική ηγεσία της.

Τα Ληξιπρόθεσμα Δάνεια δεν έχουν μόνο την κρίση ως θέμα, αλλά γράφτηκαν και στη διάρκεια της κρίσης, που σημαίνει ότι προσπάθησα να εντάξω στο μυθιστόρημα την καθημερινότητά της, αλλά και να περιγράψω αφηγηματικά τον τρόπο με τον οποίο την αντιμετωπίζουν οι Αθηναίοι. Δεν είναι μόνον ένας οικονομικός αγώνας, αλλά κι ένας αγώνας ψυχικής αντοχής.

Παράλληλα, αναπτύσσονται η ζωή και τα προβλήματα της οικογένειας του Χαρίτου, όπως συμβαίνει και στα προηγούμενα μυθιστορήματα με τον ίδιο ήρωα. Η κρίση χτυπάει την πόρτα και του Χαρίτου. Η Αδριανή, η γυναίκα του, παλεύει για να τα βγάλει πέρα. Μέσα από τον χαρακτήρα της Αδριανής επιδίωξα να θυμίσω εκείνη την παλιά, ηρωική, ελληνίδα νοικοκυρά της εποχής τής Ψωροκώσταινας.

Τα μυθιστορήματα με ήρωα τον Κώστα Χαρίτο έχουν για μένα αυτή την ιδιομορφία: Από τη μια πλευρά, η ζωή της οικογένειας του Χαρίτου συνεχίζεται και εξελίσσεται από το ένα μυθιστόρημα στο άλλο, από την άλλη, η υπόθεση κάθε μυθιστορήματος είναι καινούρια και διαφορετική. Το ίδιο θα συμβεί και στα επόμενα δύο μυθιστορήματα της τριλογίας, γι' αυτό και θα μπορούν να διαβάζονται αυτόνομα. Δεν θα χρειάζεται να έχει διαβάσει ο αναγνώστης το προηγούμενο μυθιστόρημα για να μπορεί να παρακολουθήσει το επόμενο.

Λίγο πριν κυκλοφορήσουν και αναλυθούν

Δωμάτια χωρίς θέα

Ευγενία Φακίνου Οδυσσέας και Μπλουζ, μυθιστόρημα, εκδόσεις Καστανιώτη

Ας ξεκινήσω με τις συγγραφικές εμμονές. Από το 2006, που μελετούσα και προσπαθούσα να «διαβάσω» και να μεταφέρω από το φιλμ στο χαρτί το ντοκιμαντέρ της Εύας Στεφανή για τον Ε. Χ. Γονατά, μου είχε κολλήσει η ιδέα. Με γοήτευε η σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα σ' αυτόν που παίρνει και σ' αυτόν που δίνει μια συνέντευξη, ιδίως όταν αυτή διαρκεί αρκετά, όπως στην περίπτωση ενός ντοκιμαντέρ. Παρατηρούσα τις αλλαγές στη συμπεριφορά, κυρίως αυτού που αποκαλύπτεται. Πώς από αμήχανος, διστακτικός κι επιφυλακτικός στην αρχή, σιγά σιγά και χωρίς σχεδόν να το αντιλαμβάνεται, μεταμορφώνεται, απογυμνώνεται και γίνεται φιλικός. Βεβαίως ο Οδυσσέας δεν είναι ο Γονατάς, ούτε η Μπλουζ είναι η Στεφανή.

Η Μπλουζ είναι επιμελήτρια κειμένων και σκηνοθέτρια ντοκιμαντέρ με κοινωνικά θέματα και φτάνει σε μια ορεινή κοινότητα προκειμένου να βρει τον Οδυσσέα, έναν εκκεντρικό συγγραφέα που ζει εκεί απομονωμένος και να τον πείσει να γυρίσει μια ταινία με θέμα τη ζωή του.

Ο Οδυσσέας δέχεται, χωρίς να της αποκαλύψει ότι ο λόγος, το τίμημα, είναι η συμμετοχή της σε μια δραματική του απόφαση.

Τα γυρίσματα αρχίζουν με την κινηματογράφηση των Αιθουσών του Κόκκινου Σπιτιού. Η Αίθουσα του Χρόνου, με τα σπάνια ρολόγια. Η Αίθουσα της Χαμένης Αθωότητας, με αντικείμενα από τ' αγαπημένα βιβλία του συγγραφέα. Η Αίθουσα της Θάλασσας, συμβόλου ελευθερίας για τον Οδυσσέα, με τα θαλασσόξυλα, τα κοράλια και τα κεχριμπάρια της Βαλτικής. Το Δωμάτιο των Αυτόχειρων Συγγραφέων, με σφαίρες, φιαλίδια δηλητηρίου, πέτρες και βότσαλα συγγραφέων που αυτοκτόνησαν. Και μια αγχόνη που προορίζεται για τον ίδιο τον Οδυσσέα. Η αποκάλυψη τρομάζει την Μπλουζ, που του αρνείται και του ομολογεί ότι απώτερος σκοπός της είναι να τον ενθαρρύνει να συνεχίσει το μισοτελειωμένο του βιβλίο.

Ο φόνος μιας δωδεκάχρονης θα στρέψει το χωριό εναντίον τους. Το πλήθος πολιορκεί το Κόκκινο Σπίτι και ζητά τον Οδυσσέα, που τον θεωρεί φονιά του κοριτσιού. Η Μπλουζ θα τον υπερασπιστεί και θα του προσφέρει το άλλοθι της αθωότητάς του. Αυτό θα στρέψει την οργή των χωρικών και εναντίον της.

Δεν θα προχωρήσω στην υπόθεση, για να μη «μαρτυρήσω» το τέλος, να μη χαθεί η έκπληξη του αναγνώστη σ' ένα βιβλίο που έχει στοιχεία ψυχολογικού θρίλερ.

Με ενδιέφερε η διαχείριση του χρόνου και της μοναξιάς. Αν και οι δύο ήρωες είναι μοναχικοί, ο καθένας κουμαντάρει διαφορετικά τη μοναξιά του. Για τον Οδυσσέα είναι επιλογή, για την Μπλουζ «έτσι ήρθαν τα πράγματα». Εκείνος έχει βολευτεί στην απομόνωσή του και απολαμβάνει την ηρεμία, εκείνη δυσανασχετεί, αλλά δεν αντιστέκεται. Επίσης διαφορετική είναι η σχέση τους με το ταξίδι, την περιπλάνηση. Η Μπλουζ ζει στα Εξάρχεια μια ζωή χωρίς εναλλαγές, χωρίς ερεθίσματα. Ο Οδυσσέας -σύμβολο του ταξιδιού που γίνεται αυτοσκοπός, και λογοτεχνικά αποτελεί μετωνυμία ενδοσκόπησης, αυτογνωσίας και ανα-αυτοκαθορισμού- περιπλανήθηκε για πολλά χρόνια, άρρωστος σχεδόν από «αειφυγία», πριν απομονωθεί στο Κόκκινο Σπίτι.

Με ενδιέφερε η ιδιοτέλεια που χαρακτηρίζει την αρχή της συνάντησής τους. Εκείνος δέχεται να γυριστεί το ντοκιμαντέρ, επειδή σκοπεύει να «χρησιμοποιήσει» την Μπλουζ, κι αυτή δέχεται τον όρο «να φτάσει στα άκρα» προκειμένου να τον πείσει. Αυτό που με απασχολούσε ήταν να φανεί η ώσμωση, η λείανση των διαφορών τους και στο τέλος, η συμπόρευση.

Με ενδιέφερε να δείξω τα ποικίλα «πρόσωπα» της ελληνικής υπαίθρου, την κλειστή κοινωνία του χωριού, με τους κώδικες, τους κανόνες, την omerta, την ξενοφοβία και τον φόβο μπροστά σε κάθε τι διαφορετικό.

Με ενδιέφερε όμως πολύ να αναδείξω το αδιέξοδο του συγγραφέα, «όταν έχουν πεθάνει οι λέξεις» και δεν μπορεί να συνεχίσει το βιβλίο του. Μια αναπηρία που μπορεί να τον οδηγήσει σε ακραίες αποφάσεις. Ομως μόνον όταν ωθούμαστε σε οριακές καταστάσεις καταλαβαίνουμε ποιοι είμαστε.

Πιστεύω ότι κάθε αναγνώστης θα διαβάσει ένα διαφορετικό βιβλίο, όπως συμβαίνει συνήθως.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Στη στήλη
Τυπωθήτω
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Ισχυρή μαρτυρία
Ο Αυστριακός από τα Πηλιοχώρια
Ενώ τα αγόρια διαβάζουν τα νέα του Αγίου Ορους, τα κορίτσια λιάζουν τις γάμπες τους
Ξεφυλλίζοντας ημερολόγια και άλμπουμ αναμνήσεων
Σκαραβαίοι σε κλειστά χέρια
...καινώ τρόπω δε, πεσών νικάς, γενναίε...
Τρίτη ανάγνωση
Ο «Ηλίθιος»
Από τις 4:00 στις 6:00
Το σφύριγμα στο τραγούδι
Το πρότυπο του ροκ σταρ
Άλλες ειδήσεις
Ακτινολόγοι καραδοκούν στις κάμερες
Ο ευγενής καθ' έξιν άνθρωπος
Ενα δυσοίωνο όραμα
Εκδηλώσεις
Βιβλία από τους πάγκους των βιβλιοπωλείων
Τα πιο φοβερά χαστούκια είναι εκείνα που νομίζεις πως δεν έχεις δεχθεί