Έντυπη Έκδοση

Ξεφυλλίζοντας ημερολόγια και άλμπουμ αναμνήσεων

Θανάσης Νιάρχος

Ημερολόγιο χωρίς ημερομηνίες

πρόλογος: Σταμάτης Φασουλής,

με δύο έργα του Παναγιώτη Τέτση, εκδόσεις Καστανιώτη, σ. 252, ευρώ 18,99

Ο προσωπικός χρόνος του καθενός είναι πολύτιμος, μοναδικός και ανεξαγόραστος· ισόβιός του και, στην ουσία, αδιαφοροποίητος, με μόνο ανοιχτό το ενδεχόμενο να γίνει, υπό προϋποθέσεις, ιστορικός. Να επιτρέπει, ως τέτοιος, στον εκάστοτε ενσαρκωμένο φορέα του, βυθίσματα στα επίφοβα βάθη του και περιπλανήσεις στα ασταθή και ολισθηρά μήκη και πλάτη του, με ακριβό αντίτιμο το λιγόστεμα της ζωής, αλλά με πολύτιμο έπαθλο την αυτογνωσία και τη συνείδηση της ιστορικότητάς του στην καρδιά του παρόντος. Οι προϋποθέσεις για την, ούτως ή άλλως, δύσκολη -όλο και σπανιότερα κατορθωτή και ιδιαίτερα επώδυνη- μετατροπή του απλού προσωπικού χρόνου σε ιστορικό, ποικίλλουν κατά περίπτωση, καθώς συναρτώνται με την ιδιοσυγκρασιακή ιδιαιτερότητα, τον βαθμό της ψυχικής ευπάθειας και πνευματικής ευαισθησίας ενός εκάστου. Συναρτώνται, πάνω απ' όλα, με τον βαθμό της καλλιέργειας μιας άλλης αίσθησης του χρόνου, σύμφωνα με την οποία παρελθόν και παρόν -το μέλλον διακρίνεται μάλλον αμυδρά- αποτελούν έναν ενιαίο «χώρο», όπου τα περασμένα, παρά τη συγκινησιακή φόρτιση που τα διαπερνά, παρά τη συχνά διαφαινόμενη τάση τους να κυριαρχήσουν, συνυπάρχουν, επί ίσοις όροις, με τα παρόντα, εμπλουτίζοντάς τα, κιόλας, με συναισθηματικούς ιριδισμούς και αποχρώσεις σπάνιας λεπτότητας.

Στην προκειμένη περίπτωση παρελθόν και παρόν, συνυπολογιζομένου και του απειλητικά καιροφυλακτούντος μέλλοντος, συνθέτουν ένα μονίμως εκτεθειμένο σε μνήμες, τραυματικές ή ιδιοτύπως ευφρόσυνες, παρόν. Εκτεθειμένο· μάλλον επίτηδες αφημένο αφύλακτο από παντού, ώστε να βρίσκουν, στις -όχι και τόσο σταθερές- διαστάσεις του καταφύγιο όλα όσα ο ακατάπαυστα περιπλανώμενος, σε χρόνους και σε τόπους, Θανάσης Νιάρχος παρατηρεί, συλλέγει και, άλλοτε με στοργή και τρυφερότητα, άλλοτε με πόνο ψυχής και άλλοτε με καταγγελτική και κριτική διάθεση, εναποθέτει. Θα πρόσθετα, μάλιστα, ο ακατάπαυστα περιπλανώμενος, υπό την ιδιότητα του μονίμως συναισθηματικά εμπλεκόμενου (με όλα όσα οι συνθήκες και οι συγκυρίες του βίου του τον έφεραν σε περιστασιακή ή μόνιμη επαφή, από τις αρχές της δεκαετίας του '50 έως σήμερα) παράξενου υποθηκοφύλακα και εκτιμητή προσώπων, κινητών ή ακινήτων πραγμάτων-αντικειμένων και καταστάσεων. Παράξενου, επειδή ποτέ δεν αρκέστηκε -ούτε αρκείται- στην επιφανειακή εκδοχή, στην αντικειμενική αξία, των όσων «κλήθηκε» να εκτιμήσει και να εγγράψει, αλλά πάντα προσπάθησε να προσμετρήσει το απολύτως εξατομικευμένο, συναισθηματικό τους βάρος, όπως το ένιωσε να κατακάθεται εντός του. Και όπως ένας υποθηκοφύλακας είναι ο μόνος που γνωρίζει τα «εμπράγματα βάρη» κάποιων σπιτιών που εμείς, περαστικοί και ανίδεοι, μπορεί να θαυμάζουμε, έτσι και ο Νιάρχος γνωρίζει ή διαισθάνεται και συχνά αναφέρεται στους αόρατους, για τους πολλούς, ίσκιους που συνεχίζουν να κατοικούν εγκαταλελειμμένα σπίτια ή τόπους, στα σώματα και τις μορφές που κάποτε τα κατοίκησαν· ή αγωνιά για την τύχη μιας ζακέτας που μια μακρινή του θεία έπαιρνε πάντα μαζί της, τα βράδια του καλοκαιριού, στον Βόλο.

Για τον Θανάση Νιάρχο ο άνθρωπος επιβεβαιώνει την πνευματική του ιδιότητα ενθυμούμενος. Γι' αυτό και ο ίδιος, υπακούοντας στις επιταγές της διαμορφωμένης, κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες και διαδικασίες, ιδιοσυγκρασίας του, αισθάνεται την ανάγκη, παραμένοντας αναλλοίωτος μέσα στον χρόνο, να θυμηθεί με ευκρίνεια ποιος υπήρξε. Να ψαύει, κατά βούληση ή παρασυρόμενος από τις περιστάσεις του βίου του, πτυχές αυτού που υπήρξε, οριοθετώντας, πάλι και πάλι, άλλοτε νηφάλιος και άλλοτε παλλόμενος από συγκίνηση, το παρόν του και εξορκίζοντας -χωρίς φόβο πρέπει να πω- το άδηλο μέλλον του. Να ψαύσει τα σώματα των ηλικιών που διένυσε -που δείχνει να τις περιβάλλει προστατευτικά με το σώμα της σημερινής του ηλικίας- ρίχνοντας φως σε γεγονότα, πρόσωπα, πράγματα και καταστάσεις που, όπως είναι σε θέση τώρα να διαπιστώσει, τον σημάδεψαν και τον διαμόρφωσαν. Στη μορφή του πατέρα, σε λόγια, εκφράσεις και χειρονομίες του που εξακολουθούν να τον συγκινούν, αλλά και να τον ενοχοποιούν και να τον βαραίνουν, σε συγγενείς και οικογενειακούς φίλους, σε δασκάλους των παιδικών και των νεανικών του χρόνων, στην ηλικιωμένη δασκάλα των Γαλλικών, στον πλανόδιο φωτογράφο μιας σχολικής εκδρομής, στον νομάρχη του Βόλου, στην πόρνη που θεωρεί τα δικά της χρήματα μαγαρισμένα και όταν πηγαίνει στην εκκλησία ζητάει δανεικά από κάποια γειτόνισσα, σε περιστατικά ενδεικτικά της ψυχροπολεμικής ατμόσφαιρας της δεκαετίας του '50 και των αρχών της δεκαετίας του '60, στην αυτοχειρία ενός συμμαθητή, που φαίνεται ότι αποτέλεσε το προέναυσμα της ιδιότυπης, κάθε άλλο παρά έμφοβης, σχέσης του με την έννοια του θανάτου κ.λπ.

Και ύστερα η Αθήνα, περί τα μέσα του '60· νέες γνωριμίες, άλλες απλώς ενδιαφέρουσες -ενδεικτικές ωστόσο της απόφασής του να πορευτεί στον χώρο των Γραμμάτων- και άλλες που στιγμάτισαν το παρόν και προκαθόρισαν το μέλλον του. Συγγραφείς, διανοούμενοι, καλλιτέχνες απ' όλους τους χώρους της έκφρασης, διαφόρων ηλικιών, προσωπικότητες που διαδραμάτισαν ή συνεχίζουν να διαδραματίζουν, άλλες περισσότερο και άλλες λιγότερο, σημαντικό ρόλο στα πνευματικά και στα καλλιτεχνικά μας πράγματα τα τελευταία 40 χρόνια. Ο αναγνώστης συναντά, πάλι και πάλι, τα ονόματά τους, που ηχούν και δρουν σαν πνευματικοί και συναισθηματικοί, συγκινησιακά φορτισμένοι, οδοδείκτες των περιπλανήσεων του συγγραφέα στις ασύνορες εκτάσεις της μνήμης του, σαν εστίες θερμαντικές στην παγερή μοναξιά της πρωτεύουσας. Τα συναντά με την ίδια συχνότητα που συναντά και ένα πλήθος ανθρώπων της βιοπάλης και του περιθωρίου, χαρακτηριστικούς τύπους της σύγχρονης αθηναϊκής ζωής, φευγαλέες φιγούρες ενός κόσμου βυθισμένου στην ψυχική ακηδεία και στην ανωνυμία, οικονομικούς μετανάστες, επαγγελματίες τού τίποτα, επαίτες, πρεζάκηδες, πόρνες, «προστατευμένους» από την άγρυπνη και πάντα συγκατανευτική ματιά του πανταχού παρόντος «ημερολογιογράφου» Θανάση Νιάρχου.

Τα κείμενα του ανά χείρας βιβλίου συνθέτουν, σύμφωνα με τη βούληση του συγγραφέα, ένα «ημερολόγιο χωρίς ημερομηνίες»· δεν ξέρω γιατί, διαβάζοντάς τα, σκέφτηκα ότι πρόκειται για κείμενα με ημερομηνίες εκτός ημερολογίου· ίσως γιατί τα αισθάνθηκα ως «εγγραφές» που, από μόνες τους, διαστέλλονται νοηματικά, πνευματικά, συναισθηματικά κι έτσι, διαστελλόμενες, υπερκαλύπτουν τους ημερολογιακούς δείκτες, αποκτώντας μια διαχρονική εμβέλεια και βαρύτητα, τόσο για τον συγγραφέα τους όσο και για τον αναγνώστη. Κι εξάλλου, δεν φαίνεται να ήταν μέσα στις προθέσεις του Νιάρχου ένας απλός ημερολογιακός ενταφιασμός μορφών, σκέψεων, πράξεων και καταστάσεων. Αυτό που περισσότερο απ' όλα, φαντάζομαι, τον κινητοποίησε προς την «έκθεση» στοιχείων της απολύτως προσωπικής του ταυτότητας, ωθώντας τον «σε φωτεινές πλεύσεις σε μια σκοτεινή εποχή, όπως αυτή της παιδικής ηλικίας», με ό,τι αυτή η, κάθε άλλο παρά ανώδυνη, διαδικασία συνεπάγεται για τον ίδιο, ήταν η υπέρογκη, υπαρξιακής υφής, ανάγκη του να αποτίσει φόρο τιμής σε ό,τι έμψυχο, κάποτε και άψυχο, συνέβαλε στη διαμόρφωση του ευάλωτου, παρά τη σταθερότητα των συνιστωσών του, ψυχισμού του. Στη συνέχεια, θα πρέπει να λάβει κανείς υπ' όψιν του την, ποικιλοτρόπως εκδηλωνόμενη, ενδιάθετη ροπή του να «καθιερώνει», περισσότερο ή λιγότερο σημαντικές, προσωπικές επετείους, συνδεδεμένες με πρόσωπα, συμβάντα και καταστάσεις· επετείους «κοσμητικές» αλλά και τραυματικές, σε κάθε περίπτωση ρυμοτόμες της ζωής του - μνημόσυνα καθημερινών απωλειών και θανάτων, δικών του ή τρίτων. Οπως θα πρέπει να λάβει κανείς υπ' όψιν του την προφανή ή τεκμαιρόμενη έμμονη πρόθεση του Θανάση Νιάρχου να φωτίζει και να τιμά αφανείς, περαστικούς και φευγαλέους ήρωες της καθημερινότητας, πρόσωπα που, για μια στιγμή, υπέπεσαν στην αντίληψή του και, ερήμην τους, έγιναν πρωταγωνιστές στη σκηνή της μνήμης του και, κυρίως, συνέβαλαν στο μέτρημα και στην επιβεβαίωση της ευαισθησίας του και της ανθρωπιάς του. Σε όλ' αυτά, ας προστεθεί και ο εντονότατος, διαπερασμένος από την αίσθηση του θανάτου, φόβος ότι η λησμονιά όλων όσα τον ενέβαλαν στη δοκιμασία του πνεύματος, του σώματος και της ψυχής του, ισοδυναμεί με προδοσία. Τρέμει στην ιδέα της λησμονιάς ανθρώπων που γνώρισε, αγάπησε ή που, απλώς, σε κάποια στιγμή της ζωής του, τον άγγιξαν ή τους άγγιξε. Και προσπαθεί να εντοπίσει στην καθημερινότητά του και στην καθημερινότητά τους ψήγματα αιωνιότητας· πράγμα που κάνει τον λόγο του να πάλλεται, μονίμως, από συγκίνηση. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Ισχυρή μαρτυρία
Ο Αυστριακός από τα Πηλιοχώρια
Ενώ τα αγόρια διαβάζουν τα νέα του Αγίου Ορους, τα κορίτσια λιάζουν τις γάμπες τους
Σκαραβαίοι σε κλειστά χέρια
...καινώ τρόπω δε, πεσών νικάς, γενναίε...
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Ισχυρή μαρτυρία
Ο Αυστριακός από τα Πηλιοχώρια
Ενώ τα αγόρια διαβάζουν τα νέα του Αγίου Ορους, τα κορίτσια λιάζουν τις γάμπες τους
Ξεφυλλίζοντας ημερολόγια και άλμπουμ αναμνήσεων
Σκαραβαίοι σε κλειστά χέρια
...καινώ τρόπω δε, πεσών νικάς, γενναίε...
Τρίτη ανάγνωση
Ο «Ηλίθιος»
Από τις 4:00 στις 6:00
Το σφύριγμα στο τραγούδι
Το πρότυπο του ροκ σταρ
Άλλες ειδήσεις
Ακτινολόγοι καραδοκούν στις κάμερες
Ο ευγενής καθ' έξιν άνθρωπος
Ενα δυσοίωνο όραμα
Εκδηλώσεις
Βιβλία από τους πάγκους των βιβλιοπωλείων
Τα πιο φοβερά χαστούκια είναι εκείνα που νομίζεις πως δεν έχεις δεχθεί