Έντυπη Έκδοση

Τέχνες & Πολιτισμός

Σημείο συνάντησης

  • Ο ΑΜΑΡΤΙΑ ΣΕΝ ΜΙΛΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΝΙΣΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

    «Μπορούμε να κάνουμε τον κόσμο μας πιο δίκαιο»

    Ας φανταστούμε τρία παιδιά που διεκδικούν ένα φλάουτο. Το ένα ισχυρίζεται πως πρέπει να πάρει το φλάουτο, γιατί είναι το μόνο που ξέρει να παίζει αυτό το όργανο. Το δεύτερο παιδί λέει πως το φλάουτο του ανήκει, γιατί είναι τόσο φτωχό που δεν έχει κάποιο άλλο παιχνίδι. Το τρίτο παιδί λέει πως δικαιωματικά του ανήκει, αφού αυτό το κατασκεύασε.

    Πώς να αποφασίσεις μεταξύ αυτών των τριών εξίσου δίκαιων επιχειρημάτων, αναρωτιέται ο Αμάρτια Σεν, μέσα από αυτή τη μικρή παραβολή, που εμπεριέχεται στο βιβλίο του «Η Ιδέα της Δικαιοσύνης», που μόλις κυκλοφόρησε στη Γαλλία.

    Οι οπαδοί των κυρίαρχων σημερινών θεωριών θα τοποθετηθούν αναλόγως της δικής τους οπτικής: οι «χρησιμοθηρικοί» με βάση την αξία που αποδίδουν στην αναζήτηση της απόλαυσης του ανθρώπου, οι «εξισωτικοί» με βάση την εξάλειψη της φτώχειας, οι ελευθεριακοί με βάση το δικαίωμα να απολαμβάνεις τα αγαθά των κόπων σου.

    Ο Ινδός οικονομολόγος και φιλόσοφος, κάτοχος Νομπέλ Οικονομίας το 1998, Αμάρτια Σεν, στο βιβλίο του υπογραμμίζει πως κανένας θεσμός, καμιά διαδικασία δεν μας βοηθά στο να λύσουμε μια τέτοιου είδους διαφορά και μάλιστα με τέτοιον τρόπο, ώστε να γίνει αποδεκτός από όλους.

    Γι' αυτό το λόγο απομακρύνεται, αποφασιστικά και οριστικά, από τις θεωρίες δικαιοσύνης που αποσκοπούν να ορίσουν κανόνες και αρχές που να διέπουν δίκαιους θεσμούς σε έναν ιδανικό κόσμο, όπως υποστήριζαν παλαιότερα οι Χομπς, Ρουσό, Λοκ και Καντ και στη σύγχρονη εποχή υποστήριξε ο κυριότερος στοχαστής της πολιτικής φιλοσοφίας, που πέθανε πρόσφατα, Τζον Ρόουλς, στον οποίο αφιερώνει το βιβλίο του ο Σεν, παρά τις διαφορετικές απόψεις που διατηρούσαν πάνω σε αυτό το θέμα.

    Ο Σεν εγγράφεται σε μια άλλη παράδοση του Διαφωτισμού, αυτήν του Σμιθ, του Κοντορσέ και άλλων, η οποία συγκρίνει διαφορετικές κοινωνικές καταστάσεις για να καταπολεμήσει τις πραγματικές αδικίες. Η δημοκρατία ως «διοίκηση μέσω διαλόγου» παίζει σε αυτόν τον αγώνα ένα ρόλο-κλειδί. Γιατί, ξεκινώντας από την άσκηση του δημόσιου λόγου, μπορούμε να επιλέξουμε ανάμεσα σε διαφορετικές απόψεις του δικαίου, σύμφωνα με τις προτεραιότητες της στιγμής και τις ικανότητες του καθενός.

    Αυτός ο λογικός πλουραλισμός είναι μια πολιτική στράτευση: είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Σεν θέλει να καταπολεμήσει τις ανισότητες της εξουσίας, όπως και τις ανισότητες των εσόδων, για μια πραγματική δικαιοσύνη. Είναι σημαντική η αύξηση των εσόδων, όπως είναι όμως και η ενίσχυση της δύναμης των ατόμων να επιλέγουν μόνοι τους τη ζωή που ονειρεύονται να ζήσουν. Με αυτό τον τρόπο ο άνθρωπος γίνεται πραγματικά ελεύθερος.

    «Η δικαιοσύνη έχει έναν κεντρικό ρόλο στη ζωή του ανθρώπου. Κινητοποιεί αισθήματα και συγκινήσεις και συγχρόνως μπορεί να αναλυθεί, να αξιολογηθεί με τη λογική, την επιχειρηματολογία και την παρατήρηση. Αυτή η ευρεία έννοια έχει πολλές επιπτώσεις σε διάφορα πεδία, εξ ου και η σημασία της στην πολιτική φιλοσοφία του Χομπς, του Λοκ, του Ρουσό, του Καντ, του Ρόουλς... Οταν αναρωτιόμαστε περί κράτους ή περί της επιθυμητής κοινότητας, το ερώτημα περί δικαιοσύνης είναι ουσιαστικό», λέει ο Ινδός οικονομολόγος, σε συνέντευξή του στο περιοδικό «Le Point».

    Ποιος είναι ο ορισμός της δικαιοσύνης, που μπορεί να καλύψει όλον τον κόσμο;

    «Δεν ισχυρίζομαι πως έχω επεξεργαστεί μια θεωρία δικαιοσύνης, που θα επέτρεπε τη λύση όλων των προβλημάτων σε παγκόσμιο επίπεδο. Στην παραβολή των παιδιών με το φλάουτο, που παραθέτω στο βιβλίο μου, σε κάθε ένα από τα τρία παιδιά θα μπορούσε να δοθεί το φλάουτο, ανάλογα με το ποια διάσταση δικαιοσύνης θα υποστηρίζαμε. Είναι αδύνατο να αποφασίσεις ποια θα ήταν η δίκαιη λύση. Για να λύσεις το πρόβλημα, πρέπει όχι μόνο να λάβεις υπόψη σου τις ιδιαίτερες συνθήκες, αλλά και να υπολογίσεις ηθικές και πολιτικές παραμέτρους».

    Ωστόσο, στο βιβλίο του μιλά για «ολική δικαιοσύνη». Δεν υπάρχει αντίφαση;

    «Δεν υπάρχει κανένα παράδοξο. Η ολική δικαιοσύνη δεν υπόσχεται έναν κόσμο εντελώς δίκαιο. Θέτει ερωτήματα συγκρίνοντας τις καταστάσεις. Αλλά και εδώ, δεν υπάρχει πάντα απάντηση. Αλλοτε είναι πιθανόν να πεις πως μια κατάσταση είναι πιο σωστή από μια άλλη και άλλοτε όχι. Δεν ξέρω αν θα ήταν δικαιότερο να δοθούν περισσότερα χρήματα στη Σομαλία απ' ό,τι στο Νταρφούρ, αλλά γνωρίζω πως η κατάσταση της Σομαλίας και του Νταρφούρ είναι άδικη. Επίσης γνωρίζουμε πως το απαρτχάιντ ήταν εντελώς άδικο, αλλά αυτό δεν μας λέει τι είδους ανακατανομή πόρων από τους Λευκούς πλούσιους προς τους φτωχούς Μαύρους θα έπρεπε να γίνει».

    Πώς θα περάσουμε από τη διαισθητική συνείδηση της αδικίας στη δράση για περισσότερη δικαιοσύνη;

    «Πρέπει πρώτα να περάσουμε από την προσωπική σκέψη και στη συνέχεια σε αυτό που ονομάζω δημόσια σκέψη. Αν δω ένα άτομο να κακοποιείται, θα αναρωτηθώ για τους λόγους αυτής της κακοποίησης και αν αποφασίσω πως αυτοί οι λόγοι δεν είναι αποδεκτοί, τότε θα πρέπει να περάσω στο επόμενο στάδιο, δηλαδή στην κινητοποίηση και άλλων, ώστε όλοι να δουν και να αναγνωρίσουν την αδικία που υπάρχει. Εξ ου και η σημασία της εκπαίδευσης».

    Αν, όμως, έχετε να κάνετε με κάποιον που θεωρεί πως είναι δίκαια η απαγόρευση πρόσβασης των γυναικών στην εκπαίδευση, τι θα κάνετε; Πώς θα αποδείξετε πως το δικό σας σύστημα είναι ανώτερο από το δικό του;

    «Η ανωτερότητα ενός επιχειρήματος φαίνεται από την ικανότητά του να επιβληθεί σε ένα άλλο στη διάρκεια μια ανοικτής συζήτησης, στην οποία καθένας από τους συμμετέχοντες διαθέτει πληροφόρηση. Αν κάποιος αρνείται αυτήν την επιχειρηματολογία λόγω των προκαταλήψεών τους, (παραδείγματος χάριν, ένας άνδρας που έχει μεγαλώσει σε μια σεξιστική κοινωνία), δεν μπορεί να συμβάλει στη δημόσια σκέψη. Οι Ελληνες θυσίαζαν παιδιά και πίστευαν πως καμιά κοινωνία δεν μπορούσε να αναπτυχθεί χωρίς αυτό το βάρβαρο έθιμο. Η πληροφόρηση είναι ουσιαστική στη δημόσια συζήτηση και επιτρέπει να προσδιορίζει τι είναι δίκαιο και τι άδικο».

    Ο κόσμος σήμερα είναι πιο δίκαιος ή πιο άδικος από ό,τι παλαιότερα;

    «Δεν είναι δυνατόν να υπολογίσεις το επίπεδο δικαιοσύνης ή αδικίας χωρίς να λαμβάνεις υπόψη τις συζητήσεις και τα επιχειρήματα. Δεν πρόκειται για έναν διαγωνισμό δικαιοσύνης ή αδικίας. Σε κάθε κατάσταση, η ατομική και η δημόσια σκέψη πρέπει να καταλήγει στον εντοπισμό των αδικιών, που μπορούμε να καταργήσουμε. Γιατί, αν και δεν γνωρίζω τι είναι ένας δίκαιος κόσμος, ξέρω πως μπορούμε να κάνουμε τον δικό μας πιο δίκαιο».

  • ΕΝΑΣ ΚΟΣΜΟΣ ΧΩΡΙΣ ΗΘΙΚΗ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΚΟΣΜΟΣ ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

    «Οι νόμοι της αγοράς δεν αρκούν για να οργανώσουν τις κοινωνίες»

    Το γενικότερο θέμα της οικονομικής κρίσης αναλύει σε μία άλλη συνέντευξη, που έδωσε ο Σεν στην εφημερίδα «Λε Φιγκαρό»: «Αυτή η κρίση αποδεικνύει πως οι νόμοι της αγοράς, όσο αναγκαίοι κι αν είναι, δεν αρκούν για να οργανώσουν τις κοινωνίες.

    Το κέρδος είναι βεβαίως αναγκαίο, αλλά έχουμε ανάγκη και από μια αρχή ρυθμίσεων. Τα τελευταία χρόνια, οι οικονομικοί θεσμοί είχαν χάσει την εμπιστοσύνη μεταξύ τους, καθώς ασχολούνταν μόνο με τα δικά τους συμφέροντα. Ο χωρίς κανόνες καπιταλισμός, όπως αυτός που αναπτύχθηκε στη δεκαετία του '80, ιδιαίτερα την εποχή της προεδρίας του Ρόναλντ Ρίγκαν στις ΗΠΑ, ελαχιστοποίησε τη σημασία των κοινωνικών επενδύσεων. Κατά κάποιον τρόπο, γνωρίσαμε δύο εξτρεμισμούς, που στο εξής είναι ξεπερασμένοι: αυτόν της αποκλειστικής εμπιστοσύνης στο κράτος, που αποτελούσε αρχή του σοβιετικού μοντέλου, και τον άλλο, της αποκλειστικής εμπιστοσύνης στην αγορά, που διαδέχθηκε την κατάρρευση του κομμουνιστικού μοντέλου, στη δεκαετία του '80. Δύο λάθη με καταστροφικές συνέπειες».

    Ορισμένοι θεωρούν υπεύθυνο τον οικονομικό φιλελευθερισμό. Το συμμερίζεστε;

    «Υπάρχει μια βαθιά παρεξήγηση σχετικά με τη φιλελεύθερη οικονομική σκέψη. Στο βιβλίο μου "Η Ιδέα της Δικαιοσύνης" αποδεικνύω πως στοχαστές που μπορούμε να θεωρήσουμε φιλελεύθερους, όπως ο Κοντορσέ ή ο Ανταμ Σμιθ, παρ' όλο που ήταν οπαδοί της ελεύθερης αγοράς, δεν πίστευαν καθόλου στο αλάθητό της. Υπάρχει, άλλωστε, μια αναλογία ανάμεσα στις χρονιές της κρίσης που ζούμε σήμερα και στην εποχή του Ανταμ Σμιθ, όταν έγραφε, στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα. Αυτός ο φιλελεύθερος στοχαστής δεν περιόριζε καθόλου την ανθρώπινη δράση στην αναζήτηση ενδιαφέροντος ή απόλαυσης, όπως μπορεί κάποιοι να φαντάζονται. Στο μεγάλο βιβλίο του, "Θεωρία των ηθικών συναισθημάτων", γραμμένο το 1759, αλλά και αργότερα, υπερασπιζόταν τις αξίες που ξεπερνούσαν το προσωπικό προφίλ, όπως η εντελώς ανιδιοτελής συμπάθεια, που είμαστε ικανοί να δείξουμε προς τους άλλους. Το κέρδος και το συμφέρον είναι αναγκαία, αλλά δεν αρκούν για την ανάπτυξη μιας πλούσιας και πραγματικά ανθρώπινης κοινωνίας. Λησμονούμε ορισμένες φορές πως η ευμάρεια που γνωρίσαμε στη Δύση, στις δεκαετίες 1960 και 1970, δεν οφειλόταν μόνο στην επιτυχία της οικονομίας της αγοράς, αλλά και στη δράση των θεσμών, ιδιαίτερα στο ρόλο του κράτους στους τόσο σημαντικούς τομείς της εκπαίδευσης και της υγείας».

    Η οικονομία μπορεί να είναι μια ηθική επιστήμη;

    «Η οικονομία αφορά τη ζωή των ανθρώπων και τις περισσότερες όψεις της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Πώς, λοιπόν, να αποκλείσουμε τη σχέση της με την ηθική; Πρέπει να αναγνωρίσουμε τη σημασία του ηθικού στο επίπεδο της δράσης μας, χωρίς την οποία η συλλογική ζωή θα γινόταν αβίωτη. Η συμπεριφορά μας επηρεάζεται από τη συμπεριφορά των άλλων. Είμαστε σε μια διαδραστική επικοινωνία με τους άλλους, που κρίνουμε και μας κρίνουν, παρ' όλο που δεν το αντιλαμβανόμαστε πάντα. Αυτό που ονομάζουμε "αξίες", με την επιρροή τους στη συμπεριφορά των ατόμων και ιδιαίτερα στις καθημερινές επιλογές τους, επηρεάζει αναγκαστικά και την οικονομία, όπως και όλες τις μορφές της ανθρώπινης δραστηριότητας. Φιλοσοφικά, ένας κόσμος χωρίς ηθικό νόημα θα ήταν ένας κόσμος χωρίς ελπίδα. Γι' αυτό, λοιπόν, όπως το δείχνω και στο βιβλίο μου, η έννοια της δικαιοσύνης είναι τόσο σημαντική. Η δικαιοσύνη ως κοινωνική αξία βρίσκεται στο κέντρο της φιλοσοφικής μου σκέψης και έχει σχέση με αυτό που ονομάζω "capability"».

    Τι σημαίνει αυτός ο όρος;

    «Είναι η υλική και ηθική πιθανότητα των ανθρώπων να πραγματοποιούν ελεύθερα σχέδια που θεωρούν κατάλληλα γι' αυτούς. Παραδείγματος χάριν, μπορούμε να αποφασίσουμε να νηστεύουμε, όπως ο Γκάντι, σε ένδειξη διαμαρτυρίας, αλλά αν δεν τρώμε επειδή δεν έχουμε να φάμε, δεν μπορούμε να μιλάμε για ελευθερία. Η νίκη επί της υλικής αθλιότητας, όσο αναγκαστική κι αν είναι, δεν είναι αρκετή για να παράξει την ικανότητα: πρέπει επίσης οι άνθρωποι να έχουν τέτοια ψυχολογικά μέσα, ώστε να επιθυμούν κάτι που θεωρούν βοηθητικό για την ψυχική ανάπτυξή τους. Γι' αυτό, λοιπόν, σε μια κοινωνία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, όχι μόνο τα υλικά έσοδα των ανθρώπων, αλλά και το επίπεδο εκπαίδευσης και υγείας. Αυτή είναι η πρόκληση της δημοκρατίας. Χάρη στη δημοκρατία και στην πρόοδό της σταμάτησαν οι λιμοί στην Ινδία το 1945».

    Μια άλλη έννοια, στην οποία αποδίδετε μεγάλη σημασία, είναι η ευτυχί.α. Γιατί;

    «Η φιλοσοφία, όπως και η οικονομία, αποδίδουν πράγματι μεγάλη σημασία σε αυτή την έννοια. Ολοι θέλουμε να είμαστε ευτυχισμένοι, αλλά διαφοροποιούμαστε ως προς τους τρόπους και τον ορισμό του περιεχομένου που καλύπτει τη λέξη. Αυτό που πιστεύω είναι ότι, όσο σημαντική κι αν είναι, η ευτυχία δεν μπορεί να είναι η μοναδική μας αξία ούτε το μοναδικό μέτρο αυτού που είναι προς αξιολόγηση. Αυτό που με ενδιαφέρει ιδιαίτερα είναι η σχέση μεταξύ δικαιοσύνης και ευτυχίας. Ακόμη και αν ενεργείτε με σκοπό την όσο το δυνατόν περισσότερη δικαιοσύνη και κατ' επέκταση ευτυχία του ανθρώπου, δεν ενεργείτε γι' αυτό το λόγο. Η ιδέα της δικαιοσύνης δεν μπορεί να εξαρτάται μόνο από την ευτυχία και την υποκειμενική στάση που κάποιος διατηρεί απέναντί της. Ωστόσο, πιστεύω πως είναι αναγκαίο να υπενθυμίσουμε πως η αναζήτηση της ευτυχίας, αλλά και της ευζωίας και της απόλαυσης, δεν μπορούν να είναι τα μόνα λάιτμοτιβ μιας κοινωνίας. Η δικαιοσύνη και η αναζήτησή της οφείλουν να παραμείνουν στο κέντρο των ενδιαφερόντων μας».

  • Από τους Gestarbeiter στις ρυθμίσεις για τους μετανάστες

    Lingua faltsa

    Εφέτος συμπληρώνονται 50 χρόνια από τη διακρατική συμφωνία που είχαν υπογράψει η Γερμανία και η Ελλάδα, με βάση την οποία για πολλές εκατοντάδες χιλιάδες συμπολιτών μας άνοιξε ο δρόμος της μετανάστευσης στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.

    Η επέτειος δίνει αφορμές για σκέψη και σύγκριση με το σήμερα. Μετανάστες που εργάστηκαν στα εργοστάσια της Γερμανίας αποκλήθηκαν Gastarbeiter, δηλαδή «φιλοξενούμενοι εργάτες», σύμφωνα με την επί λέξει μετάφραση της έννοιας στα ελληνικά. Παρά τον προφανή λεκτικό ευφημισμό που η έννοια εμπεριέχει με τη χρήση της λέξης «φιλοξενία» ως πρώτου συνθετικού, απροκάλυπτα παραμένουν τα δυσοίωνα νοήματά της: οι εργάτες-μετανάστες έχουν προσωρινά ως τόπο κατοικίας τους τη Γερμανία, η οποία τους προσφέρει εργασία, όχι όμως τη δυνατότητα μόνιμης εγκατάστασης ούτε την προοπτική μιας δεύτερης πατρίδας.

    Αν και στη Γερμανία δημιουργήθηκε τελικώς ένα επιτυχημένο μοντέλο ενσωμάτωσης μεταναστών, η έννοια «Gastarbeiter» μεταβλήθηκε σε ένα γλωσσικό κλισέ που εμπεριέκλειε όλες τις παραπάνω νοηματικές συνδηλώσεις. Γι' αυτό οι προσπάθειες που καταβλήθηκαν από την πλευρά της κριτικής δημοσιότητας και της διανόησης η έννοια να υποκατασταθεί από εκείνη του «αλλοδαπού εργαζόμενου» έπεσαν στο κενό: Η γλώσσα των κλισέ «σκέφτεται» και «κατασκευάζει» νοηματικά περιεχόμενα για τον εκάστοτε ομιλούντα που τα χρησιμοποιεί, με αποτέλεσμα μια τέτοια γλώσσα να έχει μεγαλύτερη δύναμη επιβολής από γλωσσικές φόρμες που προωθούν έναν διαφοροποιημένο εκφραστικό λόγο. Την επιβολή ενός παρόμοιου γλωσσικού κλισέ βιώνουμε στις μέρες μας, με επίκεντρο την εγχώρια συζήτηση για χορήγηση του δικαιώματος απόκτησης ελληνικής ιθαγένειας σε μετανάστες που ζουν και εργάζονται στη χώρα επί μακρόν.

    Αρκετοί από εκείνους που τάσσονται υπέρ της χορήγησης της ιθαγένειας, προκειμένου να διασκεδάσουν τις σχετικές αντιδράσεις, διευκρινίζουν ότι το μέτρο αφορά αποκλειστικά και μόνο «νόμιμους μετανάστες» και όχι τους «λαθρομετανάστες». Για «λαθρομετανάστες», οι οποίοι μέσω της πολιτικής των «μαζικών ελληνοποιήσεων» που εφάρμοσαν οι κυβερνήσεις της Ν.Δ. και του ΠΑΣΟΚ θα καταφέρουν να αποκτήσουν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη χορήγηση της ελληνικής ιθαγένειας, κάνει λόγο ένα μέρος της δημοσιότητας που κινείται στο χώρο της εθνικο-πατριωτικής Αριστεράς. Ο δικός της λόγος περί «λαθρομετανάστευσης» λειτουργεί ως άλλοθι για τα πολιτικο-ιδεολογικά περιβάλλοντα της άκρας Δεξιάς, που εξισώνουν τις έννοιες «μετανάστευση» και «λαθρομετανάστευση». Είναι ενδεικτικό ότι ενώ μετά το 2004-5 η χρήση των όρων «λαθρομετανάστης» και «λαθρομετανάστευση» σχεδόν είχε εξαφανιστεί από τον επίσημο λόγο του ακροδεξιού κομματικού χώρου (στο πρόγραμμα του ΛΑ.Ο.Σ. του 2007-9 δεν εμφανίζονται ούτε μία φορά), πλέον οι «λαθρομετανάστες» θεωρούνται οι κατεξοχήν ωφελημένοι εάν ψηφιστεί ο σχετικός νόμος, καθώς «θα δοθούν σε 500 χιλιάδες ψήφος και ιθαγένεια», κατά τον Γ. Καρατζαφέρη («Θέμα 9,89», 7/1/1010). Τον ίδιο ισχυρισμό μπορεί να διαβάσει κανείς σε πλήθος ιστολογίων στο Διαδίκτυο, καθώς και σε ανακοινώσεις των οργανώσεων της εξτρεμιστικής ακροδεξιάς σκηνής.

    Η έννοια «λαθρο-μετανάστευση» δεν είναι καινούρια, σπεύδουν να διευκρινίσουν οι χρήστες της, υπενθυμίζοντας ότι στο λεξιλόγιο της ελληνικής γλώσσας ανήκουν πολλές λέξεις, το πρώτο συνθετικό των οποίων προέρχεται από το «λανθάνω»/«λάθρα». Επισημαίνουν, επίσης, ότι μια τέτοια σύνθετη λέξη δεν επιβαρύνεται με αρνητικά περιεχόμενα ισχυρότερα από εκείνα που περιγράφει η ίδια η ενέργεια της γλωσσικής σύνθεσης: ο «λαθρομετανάστης» είναι εκείνος που πέρασε «κρυφά» (λάθρα) και «παράνομα» (λαθραία) τα σύνορα μιας χώρας, διαφεύγοντας την προσοχή των αρχών, όπως όντως συμβαίνει από το 1990 και μετά. Η γραμματική είναι με το μέρος όσων διατυπώνουν τέτοιους ισχυρισμούς, όμως το ζήτημα δεν είναι η ετυμολογία, αλλά η κοινωνική σημασία και τα συμφραζόμενά της λέξης. Ο «λαθρομετανάστης» αποτελεί ένα υποκείμενο με περιορισμένα δικαιώματα κι έτσι στο πρόσωπό του προβάλλονται εκ του ασφαλούς οι υπάρχοντες φόβοι για τον «Ξένο», τον «Αλλο», τον «Διαφορετικό». Επιπλέον, ο «λαθρομετανάστης» αντιστοιχεί σε όλες τις πιθανές στερεοτυπικές περιγραφές για τα συνήθη αντικείμενα των προκαταλήψεων (Εβραίοι, Μαύροι, Μουσουλμάνοι), με αποτέλεσμα επάνω του να εκτονώνεται το απόθεμα εθνικής, θρησκευτικής και φυλετικής εχθρότητας που έχει σωρευτεί.

    Η λέξη «λαθρομετανάστης» έχει αναχθεί σε έναν κοινό τόπο: δηλώνει αντίθεση στη χορήγηση ιθαγένειας σε μετανάστες γενικώς, όποια ιδεολογικο-πολιτική αφετηρία κι αν έχει μια τέτοια αντίθεση. Και αυτό είναι το κύριο γνώρισμα της λέξης (όπως και το κύριο γνώρισμα μιας γλώσσας που χρησιμοποιεί τέτοιες λέξεις): οδηγεί στην εκφραστική ισοπέδωση και στην ομοιομορφία και αντί να βοηθά στη διαφοροποίηση των νοημάτων και στην κατανόηση των περιεχομένων τους, συμβάλλει στον πνευματικό εγκλωβισμό - είναι το πρώτο βήμα για τον φανατισμό όσων εμπιστεύονται μια τέτοια γλώσσα.

    * Αναπλ. καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήμης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Κινηματογράφος
Ο Πολάνσκι στο σαλέ του, η ταινία του στο Βερολίνο
Μουσική
Η μουσική δωματίου σήμερα «κλέβει» από την τζαζ
Πάντα σκοτεινοί κι ας πέρασαν 7 χρόνια
Περπάτησε με τον διάβολο
Νέες κυκλοφορίες
«Alone» με παρέα το φεστιβάλ των Indie
Εικαστικά
Η ζωγραφική είναι ουσιαστικά μια τέχνη του κελιού
Εκθεση φωτογραφίας
Το Μπαουχάους με τα ίχνη του χρόνου
Συνέντευξη: Ράνια Σχίζα
Δεν είμαι ποτέ «άνετη» με τον εαυτό μου
Τηλεόραση
Συγκινήσεις στον πάγο
Ομιλείτε ελληνικά;
«Αναίτιες» απολύσεις
Άλλες ειδήσεις
Βρέθηκαν κι άλλα Μακρά Τείχη