Έντυπη Έκδοση

Εβίβα ρεμπέτες...

Απόστολος Καλδάρας: ο έντεχνος του λαϊκού

«Και μόνο για το γεγονός ότι έγραψε το «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι», ο Καλδάρας πρέπει να βρίσκεται από χρόνια στον παράδεισο», γράφει ο Λευτέρης Παπαδόπουλος προλογίζοντας το βιβλίο του Νίκου Χατζηνικολάου «Απόστολος Καλδάρας - αναφορά στη ζωή και στο έργο του μεγάλου δημιουργού» (εκδ. «Ιανός», 2008).

Και σε ομιλία του για τα πέντε χρόνια από τον θάνατό του προχωράει παραπέρα: τον τοποθετεί στην «Αγία Τριάδα» του λαϊκού τραγουδιού, με πατριάρχη τον Μάρκο Βαμβακάρη και ισότιμα δεξιά του τον Καλδάρα και τον Τσιτσάνη.

Είκοσι χρόνια προχθές, 8 Απριλίου, από τότε που έφυγε από τη ζωή ο Απόστολος Καλδάρας, την επομένη των γενεθλίων του (7 Απριλίου 1922), στα 68 του.

Από τους σπουδασμένους

Υπήρξε από τους σπουδασμένους, με την έννοια ότι, γεννημένος στα Τρίκαλα (όπως και ο κατά 7 χρόνια μεγαλύτερός του Τσιτσάνης), μετά το Γυμνάσιο σπούδασε στη Γεωπονική Σχολή Θεσσαλονίκης -να 'χει μια δουλειά για βιοπορισμό. Από μικρό ωστόσο τον τράβηξε το τραγούδι. Μαθητής ήδη έπαιζε κιθάρα και μπουζούκι, ενώ για ένα διάστημα πήρε και μαθήματα μουσικής. (Και ας διευκρινιστεί εδώ η παρεξήγηση που δημιουργεί ο χαρακτηρισμός «έντεχνη μουσική» -δηλώνει απλώς ότι αφορά σπουδασμένους δημιουργούς, σε αντίθεση με τους ιδιοφυείς λαϊκούς, οι οποίοι βέβαια κάθε άλλο παρά άτεχνοι ήταν. Ο Καλδάρας πάντως ήταν και από τα δύο). Αφηγείται ο ίδιος στον Τάσο Σχορέλη («Ρεμπέτικη Ανθολογία», β' τόμος, εκδ. «Πλέθρον», 1978):

«Η συνοικία που πρωτοείδα το φως του ήλιου είναι τα λεγόμενα "Αράπικα", συνοικία που μπορεί να την πει κανείς κεντροακραία, γιατί είναι κοντά στο κέντρο της πόλης, αλλά και ακραία, λόγω του τότε "σχεδίου πόλεως". Είχε όμως κοινά σύνορα με το τότε νεότευκτο οικισμό των προσφύγων που είχαν έρθει από τη Μ. Ασία, τα "προσφυγικά", όπως τα λέγανε [...] Διότι, με τον ερχομό τους εδώ οι πρόσφυγες δεν φέρανε μόνο την προκοπή τους (την αξιοσύνη τους δηλαδή), αλλά και τα τραγούδια τους που πιθανόν, εάν δεν συνέβαινε αυτό, να μην υπήρχε σήμερα και το λαϊκό μας τραγούδι (εδώ στην Ελλάδα). Εκείνοι φέρανε καινούργια ακούσματα -άγνωστα στους ντόπιους- που έμελλε να γίνουν σε λίγο η βάση του λαϊκού μας τραγουδιού».

Εγγονός παπά, ο Καλδάρας έψελνε από παιδί για να περάσει αργότερα στην εκκλησιαστική χορωδία. «Ολα αυτά ήταν για μένα πηγή έμπνευσης που με ωφέλησε πολύ στη μετέπειτα σταδιοδρομία μου σαν μουσικό και συνθέτη», συνοψίζει στην ίδια κουβέντα.

Οντας στη Θεσσαλονίκη γράφει και ηχογραφεί το 1946 το πρώτο του τραγούδι «Μάγκας βγήκε για σεργιάνι», σε δύο μάλιστα εκτελέσεις -από την «Οντεόν» με τον Μάρκο Βαμβακάρη και από την «Κολούμπια» με τον Στράτο Παγιουμτζή. Επόμενος σταθμός η Αθήνα. Κι εδώ συναντιέται με τον Γιάννη Παπαϊωάννου, που τον πήρε και τον παρουσίασε στον παντοδύναμο Μίνω Μάτσα, τον αφέντη της «Πάρλοφων» (της κατοπινής «Μίνως»). Κι από εκεί του ανοίγεται ο δρόμος.

600 τραγούδια

Τραγούδια, εμφανίσεις σε μαγαζιά με γνωστά ονόματα της εποχής, και σε κάποιες κινηματογραφικές ταινίες, ώς το 1965, οπότε τον βρίσκει το κακό: χάνει την εντεκάχρονη κόρη του («ό,τι πολυτιμότερο μπορεί να χάσει ένας πατέρας») και αποφασίζει να μην ξαναεμφανιστεί σε κέντρο. Του απομένει ο γιος του Κώστας (που, ως γνωστόν, ακολούθησε τον δρόμο του), ενώ σιγά σιγά ανακτά τη διάθεση για δημιουργία -το αποκούμπι του.

Περί τα 600 τα τραγούδια που συνέθεσε στα 45 χρόνια της καλλιτεχνικής του διαδρομής, τα περισσότερα από τα οποία αντέχουν ώς τις μέρες μας. Με δικούς του στίχους, αλλά και Βίρβου, Βασιλειάδη (Τσάντα), Κολοκοτρώνη, Παπαγιαννοπούλου, Παπαδόπουλου, Μάνεση κ.ά. Και από ερμηνευτές, πλην του ιδίου: Βαμβακάρης, Παγιουμτζής, Τσιτσάνης, Χασκίλ, Χιώτης, Κυριαζής, Τσαουσάκης, Γεωργακοπούλου, Νίνου, Χρυσάφη, Μπέλλου, Καζαντζίδης, Μαρινέλλα, Μπιθικώτσης, Μοσχολιού, Νταλάρας, Αλεξίου, Πάριος κ.ά.

Μερικοί τίτλοι τραγουδιών του: «Εβίβα ρεμπέτες», «Ανεβαίνω σκαλοπάτια», «Αμα θες να κλάψεις κλάψε», «Θα βρω μουρμούρη μπαγλαμά», «Ενα τραγούδι απ' τ' Αλγέρι», «Ενα αστέρι πέφτει πέφτει», «Πετραδάκι πετραδάκι», «Σ' ένα βράχο», «Στ' Αποστόλη το κουτούκι», «Στάσου στο 14», «Λίγο λίγο θα με συνηθίσεις», «Βρε ζωή φαρμάκια στάζεις», «Λαϊκό τσα τσα», «Μικρά Ασία», «Βυζαντινός Εσπερινός» (τα δύο τελευταία L.Ρ.) κ.ά.

Γνώρισα τον Απόστολο Καλδάρα σ' ένα τηλεοπτικό πορτρέτο του για την εκπομπή «Παρασκήνιο» το 1976. Κι ήταν εκεί, στο φιλόξενο σπίτι του στους Θρακομακεδόνες, με τη σύζυγό του Λούλα, τον μικρό Κώστα, να μιλά για τη διαδρομή του απλά, περιεκτικά, ουσιαστικά- κύριος. Και να σιγοτραγουδάει «Εβίβα ρεμπέτες» με τον φίλο του Γιάννη Κυριαζή (μακαρίτης και αυτός), που το είχε πρωτοτραγουδήσει, και άλλα. Από τα όμορφα της δουλειάς μας. *

Ετσι & αλλιώς

Κλειστά, λόγω έλλειψης προσωπικού, αρκετά μουσεία και αρχαιολογικοί χώροι -ό,τι δηλαδή μπορούμε να πουλήσουμε (και να επιδείξουμε) σε τούτο τον αντιπαραγωγικό τόπο, εν όψει και της θερινής τουριστικής περιόδου.

Εκείνα τα 40 εκατομμύρια που έκοψε -δικαιολογημένα- ο υπουργός Πολιτισμού από τους ποδοσφαιρικούς συλλόγους (με τους οπαδούς τους να αλληλοδέρνονται, λες και διακυβεύεται η οικογενειακή τους τιμή), δεν μπορεί να διατεθούν στην υπεράσπιση (και) του πολιτιστικού μας γοήτρου;

***

Από τα καλά της Μεγάλης Εβδομάδας, η προσαρμογή στα προγράμματα των τηλεοπτικών καναλιών με τον περιορισμό της σάχλας (έστω κι αν προβάλλονται για πολλοστή φορά ρουτινιέρικα οι ταινίες - αναφορά στα Πάθη του Χριστού). Με ποιοτικότερο ωστόσο σταθερά το κανάλι της Βουλής. Τα λοιπά κρατικά εξακολουθούν να σφεντονίζουν τον πολιτισμό σε άβολες ώρες - λες και τους είναι μπελάς. Μεσάνυχτα π.χ. (Τετάρτη στην ΕΤ) η εκπομπή βιβλίου «Οι κεραίες της εποχής μας», με τη Μικέλα Χαρτουλάρη και τον Ανταίο Χρυσοστομίδη. Ευτυχώς το «Αξιον Εστί» με τον Βασίλη Βασιλικό διατηρείται σε μια σχετικά βολική ώρα (μεσημέρι Σαββάτου, ΕΤ3). «Μελετήστε Ιστορία, βγείτε από τα όριά σας και διαβάστε βιβλία», παροτρύνει παρεμπιπτόντως σε πρόσφατη συνέντευξή του ο Ρεζίς Ντεμπρέ.

Αθόρυβα έζησε ο Βαγγέλης Κατσάνης (ο συγγραφέας του απαγορευμένου το 1964 θεατρικού έργου «Οταν οι Ατρείδες...»). Ούτε καν στα «ψιλά» ο θάνατός του τον περασμένο Δεκέμβριο. Διακριτικό και το φιλολογικό μνημόσυνο την περασμένη εβδομάδα στον «Ιανό», επ' ευκαιρία και της κυκλοφορίας της ποιητικής του συλλογής «Το κουτί με τα ποιήματα», που δεν πρόλαβε να δει τυπωμένη. Με κύριο παρουσιαστή τον Δημήτρη Ιατρόπουλο (με αποσπάσματα από μια μεστής περιεχομένου ραδιοφωνικής συνέντευξης που του είχε πάρει ένα μήνα πριν φύγει από τη ζωή). Με απαγγελίες ποιημάτων του από την Ελένη Ανουσάκη και τον Γιάννη Βούρο. Με την αγάπη και τη συγκίνηση όσων συγγενών και φίλων προσήλθαν. Οπως υποθέτω θα το ήθελε και ο ίδιος ο Κατσάνης.

ΣΗΜ. Ή παραφουσκωμένος ή αγνοημένος.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Στη στήλη
Διαχρονικά
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Συνέντευξη: Μάριο Βάργκας Λιόσα
«Ο Τσάβες αποσταθεροποιεί τις δημοκρατίες στη Λατινική Αμερική»
Συνέντευξη: Μπεράλ Μαντρά
Πολιτική τέχνη στην Τουρκία κάνουν μόνο οι εικαστικοί
Μουσική
15 ώρες πιανιστικός μαραθώνιος
Η μέρα που διαλύθηκαν οι BEATLES
Ο «τέταρτος» τενόρος με τα πολλά πρόσωπα
Κριτική θεάτρου
Καπιταλισμός σε παράκρουση
Θέατρο πέρα από ψυχολογία και μίμηση
Εικαστικά
Τακέσι Κιτάνο, ο «γιος του ζωγράφου»
Συνέντευξη: Τάκης Θεοδωρόπουλος
«Ο Αριστοφάνης έκανε διάσημο τον Σωκράτη γελοιοποιώντας τον»