Έντυπη Έκδοση

Το κάντρο...

Δέκα συγγραφείς (ποιητές και πεζογράφοι) ανασύρουν από το αρχείο τους μια νεανική ή παιδική τους φωτογραφία και καθρεφτίζονται μπροστά της. Παιδική ηλικία της μνήμης ή της γραφής; Εξομολόγηση ή ανασύσταση μιας εποχής; Αναπαράσταση των πραγμάτων ή των λέξεων; Το βλέμμα του χρόνου τούς μαγνητίζει (Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Γιάννη Βαρβέρη, Μιχάλη Γκανά, Μάρω Δούκα, Αλκη Ζέη, Μάρκο Μέσκο, Μαρία Μήτσορα, Ηλία Χ. Παπαδημητρακόπουλο, Βασίλη Τσιαμπούση, Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη) και τους ωθεί σε περιδίνηση γύρω από τον χαμένο/κερδισμένο εαυτό.

Παλιές φωτογραφίες δεν έχω· κάποια μέρα του '63 κατέβηκα στον κήπο μας, άνοιξα έναν λάκκο κι έριξα μέσα όλες τις φωτογραφίες της νιότης μου καίγοντάς τες. Ας είναι καλά οι αδερφές μου που κράτησαν κάποιες. Και η Φανή, η πρώτη μου ξαδέρφη. Είχε ένα τενεκεδένιο κουτί που φύλαγε τις δικές της και της οικογένειάς της. Το «κάντρο» εκείνη μου το 'δωσε χρόνια μετά.

Μ.Μ.

Από αριστερά, ο θείος Δημήτρης (ο τέτκο Μίτης), η θεία μου Αναστασία (η τέτκα Σίικα), η αφεντιά μου ξυπόλητη, όπως και ο Βαγγελάκος, δυο χρόνια μικρότερος, της κυρα-Τασούλας του κήπου και των χελιδονιών.

Πότε ήταν;

Μόνο σίγουρο, το καλοκαίρι· του σαράντα πέντε, του σαράντα έξι ή του σαράντα εφτά; Είχε προηγηθεί το κάψιμο του χωριού από τους Γερμανούς και τους Παοτζήδες των Καϊλαρίων, ο κόσμος ξεσπιτωμένος σκόρπισε 'δώ και 'κεί, η θεία μου Αικατερίνη (η τέτα Ρίνκα) -κι αυτή αδερφή του πατέρα μου- στάλιασε με τα τρία παιδιά της στο σπίτι μας στην Εδεσσα. Η άλλη, του κάντρου, σπιτώθηκε απέναντι, στο κάτω μέρος του σπιτιού της κυρα-Τασούλας λόγω μακρινής συγγένειας (ο παππούς, ο ντέντο Μάρκος, ζούσε ακόμη)· ήρθαν έτσι τα πράγματα και τα παιδιά του, δυο κόρες κι ένα αγόρι, έσμιξαν (και πώς) πάλι κοντά κοντά... Μα, όχι για πολύ. Η μικρότερη, η τέτα Ρίνκα, πήρε τα παιδιά της και κατέβηκε Σαλονίκη, όλο κι όλο ένα δωμάτιο, Ολυμπιάδος 13Α, κολλημένο στο κάστρο, προικιό του μακαρίτη ανδρός της Θεοδώρου καθώς γύρισε από την Αμερική μαζί με τον αδερφό του. Η άλλη, η τέτα Σίικα, έμεινε δίπλα μας, έμεινε τεκ (δίχως ταίρι), αφού ο τέτκο Μίτης πέθανε και τα παιδιά τους, εφτά κορίτσια, τα πήραν και τα σήκωσαν οι θύελλες του Μινώταυρου Εμφυλίου πολέμου... Αρα προηγήθηκε το καλοκαιράκι του κάντρου στα χρόνια εκείνα.

Ο θείος Δημήτρης φοράει τα καθημερινά του ρούχα, 'κείνα του σπιτιού. Τον ήξευρα και με καλύτερα ρούχα· δάσκαλος ήταν, έψαλλε βυζαντινή μουσική στην εκκλησία, ωραίος παιδαγωγός, πάντα με χιούμορ, κιμπάρης, διάβαζε καθημερινά την εφημερίδα «Το Βήμα», πατέρας εφτά κοριτσιών που γέννησεν η θεία μου - μετά τον θάνατό του στείλαμε ανθρώπους στην Αθήνα, μάλλον στο Μετοχικό Ταμείο, για τη σύνταξη της χήρας θείας μου Αναστασίας. Δυσκολεύτηκαν πολύ να βρουν τον φάκελό του· όταν τον βρήκαν (και τακτοποίησαν αργότερα τα δικαιούμενα της Τέτας), ο φάκελος έγραφε:

-Προσοχή, ο φάκελος δαγκώνει!

Ανατριχιάσαμε όλοι στο σπίτι. Ολο το δέντρο τους, από τις ρίζες ώς την κορφή, το 'χαν φαρμακώσει. Αυτά γύρω στο '54.

Στη φωτογραφία του κάντρου - ποιος και γιατί άραγε τράβηξε την πόζα; Δεν θυμάμαι ακριβώς, αλλά η θεία μου σκοτεινή και στενοχωρημένη διαβάζει τα μελλούμενα - που ήσαν όλα κατάμαυρα.

Ηταν η εποχή των εξοριών, των φυλακίσεων, των συχνών εκτελέσεων, της «Ιτιάς» και του «Επαρχιακού γηπέδου», η εποχή των συγχύσεων και των «λαθών», των ηρωισμών εκατέρθων του Εμφυλίου στα βουνά κατά πρώτον, τα ερείπια και τα ξεπατώματα... Ηταν η εποχή που «η μια μέρα μισούσε την άλλη μέρα», μια εγκάρσια τομή σε όλο το σώμα της χώρας όπου ζωή. Θάνατος και πάλι θάνατος, πόνος, εξοντώσεις, εφιάλτες, δάκρυα μαύρα.

Οταν, αργότερα, άλλαξαν (λένε) πολλά στον καθημερινό βίο με τον ανήσυχο ζόφο παρόντα εσαεί, κάποιοι λάκκοι χορτάριασαν πάλι, μα κάποιοι άλλοι, ωσάν πληγές, ποτέ δεν έκλεισαν. «Πέρασαν», μα δεν έκλεισαν.

Εκείνα, και τα άλλα, που δεν φαίνονται, λένε - τίποτε δεν έμεινε στο τέλος όρθιο, ό,τι έμεινε, θρηνούσε και πονούσε τον χαμό που σαν θύελλα πήρε μαζί της και σκότωσε:

Η Φανή, δασκάλα στο χωριό Κερασιά, συνελήφθη υπό οργάνων της Ασφαλείας, ανεβασμένη στ' ανθισμένα δέντρα μαζί με τα παιδιά του σχολείου, με τη διπλή κατηγορία: ενεργή κομματική ένταξη και καταγωγικές βούλες στο μέτωπό της (το πεντακάθαρο για μας). Δίκες στα στρατοδικεία του κάμπου, φυλάκιση δεκαπεντάχρονη (και) στις φυλακές Αβέρωφ, για λίγο Πατρών, εκτός υπηρεσίας έκτοτε, βγήκε οχτώ χρόνια κατόπιν με τα «μέτρα ειρηνεύσεως», πέθανε ανύπαντρη· και καταπικραμένη.

Η Σοφία (δεύτερο παιδί της Τέτας) πέθανε από καρκίνο της μήτρας στα σαράντα εφτά της χρόνια - μια γυναίκα που μπορούσε να αγκαλιάσει δέκα παιδιά...

Προηγουμένως πρόλαβε και γέννησε τέσσερα παιδιά και γεύτηκε τον θάνατο του αντρός της· ήταν ο καιρός που οι αντάρτες του Δημοκρατικού Στρατού κατέλαβαν τη Νάουσα και, μεταξύ άλλων, εκτέλεσαν τον πατέρα των τεσσάρων παιδιών, για επιπόλαιους λόγους...

-Πού θα κρυφτούμε εμείς, έλεγαν οι κοντινοί μας, από 'δώ μάς χτυπούν, από 'κεί το ίδιο...

Η Ολγα, νηπιαγωγός, πήρε τους δρόμους της εξορίας στην Ικαρία, πάντα τρομομαγμένη, έβλεπε συχνούς ζωντανούς εφιάλτες (τους ασφαλίστες), μέρα-νύχτα καταπόδι της. Εκτός υπηρεσίας μέχρι το τέλος της, ανύπαντρη κι αυτή, συχνά θυμόταν τα χωριά που υπηρέτησε νηπιαγωγός με τους «σπόρους» της και παρηγοριόταν δακρυσμένη.

Η Πολυξένη ήταν η μόνη που «δεν έλαβε γνώσιν» των «κατασταλτικών μέτρων», συμπάσχουσα ολόψυχα έτρεχε εδώ κι εκεί, στους δικηγόρους και στα δικαστήρια και στις φυλακές μπας και γλιτώσει (ό,τι γλιτώσει) από του Χάρου τα δόντια τις αδερφάδες της. Ψηλή, καλλίφωνη, έκανε δυο παιδιά, πέθανε κι αυτή αργότερα, παράλληλα σχεδόν με την «αναχώρηση» της Φανής και της Ολγας, μέσα σε στενοχώριες.

Σπουδάστρια Γεωπονικής η Ευθυμία (η Μίτσα), εκτελέστηκεν έξω από τα κάστρα της Θεσσαλονίκης. Πρόλαβε και παντρεύτηκε, ήταν τεσσάρων μηνών έγκυος όταν, έγκλειστη στις φυλακές τού Γεντί Κουλέ, την παρακαλούσε ο άντρας της (αυτός κάνοντας δήλωση γλίτωσε) να δηλώσει αρμοδίως την εγκυμοσύνη της για ν' αποφύγει το ντουφέκι (μια και ο νόμος κάτι τέτοιο προέβλεπεν, έστω προσωρινά), μα εκείνη αρνήθηκε. Μάταια η Τέτα προσπαθούσε να βρει λίρες χρυσές για να δώσει στους «καλοθελητές», και να γλιτώσει το κορίτσι της. Τίποτε δεν έγινε, ούτε λίρες ούτε δήλωση και η Μίτσα, λίγο μετά, έσυρε τον χορό, μαζί με άλλους αγωνιστές, στον «συνήθη τόπο των εκτελέσεων».

Η δική της κατηγορία έλεγε: κομματική ένταξη, διπλή «βούλα»· και γιατί βρέθηκαν στο σπίτι της όπλα τής Οργάνωσης.

Εκτη στη σειρά η Μένη, δασκάλα κι αυτή· ακολούθησε τους χτύπους της καρδιάς της, αγάπησε ένα γειτονάκι κι όταν «χρειάστηκε» η οικογένειά του να φύγει προς Βορράν, ακολούθησε και η Μένη τον αγαπημένο της. Εξω έζησε -επέζησε. Εκανε οικογένεια και πέθανε, λίγο πριν, σε κάποιο ίδρυμα που φρόντιζε την άνοιά της...

Σουγγάρι, τελευταία, η Κωστώ, η πανέμορφη!

Προτού ακόμη αποφοιτήσει από το Γυμνάσιο εντάχτηκε στους αντιστασιακούς αγώνες, συνέχεια κατόπιν· λίγες φορές τη βλέπαμε στο σπίτι, παντρεύτηκε στο βουνό, έκανε δυο παιδιά, μα δεν άφησε τα παιδιά της στο στρατόπεδο Μπούλκες, τα σβαρνούσε μαζί της, «όπου εγώ και τα παιδιά» έλεγε, χάθηκαν κι αυτά στις κακουχίες (ποτέ δεν μάθαμε πώς), χάθηκε κι αυτή σκορπίζοντας τα κόκαλά της στο αμπρί, από μια οβίδα των Εθνικών, την ώρα που κρατούσε κόντρα με το μυδράλιό της για να περάσει η ομάδα της Κεντρικής Επιτροπής στην Αλβανία.

-Ωχ!

Ετσι σκόρπισε το σπίτι· η θεία μου της φωτογραφίας του κάντρου, από το '49 και πέρα, δεν έβγαλε ποτέ της τα μαύρα ντόπια της ρούχα· δεν τραγούδησε χαρούμενους σκοπούς· συχνά-πυκνά, πνιχτά χαμηλόφωνα, τα μοιρολόγια της για όλα τα εφτά «ξενιτεμένα» της κορίτσια.

Στο κάντρο, τώρα βλέπω τη σημασία της μελανής συστάδας των φύλλων από δεξιά· (ένα κρεμασμένο στον ήλιο πουκάμισο και η ποδιά της Τέτας μάταια υπάρχουν στο ανοιχτό χρώμα). Είναι το Μαύρο που πλησιάζει για τον θείο και τη θεία, κυρίως.

Ο Βαγγελάκος μαζί μου αγκαλιασμένος, παρότι και ο πατέρας του είναι στον Αη Στράτη και φορεί μια τιράντα, χαμογελάει· ο λόγος είναι γιατί αποφασίσαμε να πάρουμε δύο περιστέρια μασαρλιά, στον κήπο να κάνουμε γκαλαμπαρνίτσα.

Στο δεξί μου χέρι η θεία μου, η τέτα Σίικα, κρύβει με τα δικά της σταυρωμένα χέρια ένα μικρό πουλί. Και μου το δίνει.

Μάρκος Μέσκος

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Ο βυθός του Μεσοπολέμου
Σκανδαλοτροφείο η Ελλάς
Η τέχνη της ζωής
Το βλέμμα του χρόνου
Το κάντρο...
Γιορτές των Ανωγείων 2009
Στ' Ανώγεια γίνεται χορός
Ποίηση
Συζητήσεις για το τέλος των πραγμάτων
Συνέντευξη
Ζυράννα Ζατέλη
Από τις 4:00 στις 6:00
BLUES ROCK Μία σταθερή μουσική αξία
Ανακάλυψε και προώθησε νέους συνθέτες