Έντυπη Έκδοση

Βιβλίο

ΕΠΙΤΥΧΙΑ ΜΕ ΚΑΘΕ ΤΙΜΗΜΑ

ΖΕΡΟΜ ΓΚΑΡΣΕΝ

«Οι δύο αδελφές από την Πράγα»

(μετ. Ρ. Παπαδάκη, εκδ. Πόλις)

«ΜΙΚΡΟ ΜΟΥ ΚΑΘΑΡΜΑ, όπως βλέπεις δεν σε ξέχασα. Κάτι τέτοιο θα ήταν άλλωστε αδύνατον. Εχω την ανάμνηση της αηδίας.... Δεν υπάρχει δειλός, αχάριστος, προδότης, παλιοτόμαρο που να μου διαφεύγουν τα χαρακτηριστικά του... Το πιο παράδοξο είναι ότι ποτέ δεν κατάλαβες πως μαζί σου έπαιζα. Ανέκαθεν σε θεωρούσα απολύτως αδιάφορο. Κι αν σε πλησίασα μια μέρα και σου επέτρεψα να μου γίνεις τσιμπούρι, πειθήνιο και ανόητο σγουρομάλλικο σκυλάκι μου, ήταν από συμφέρον: λογάριαζα πως αργά ή γρήγορα θα μου απέφερες πολλά...»

Ελάχιστο δείγμα από μακροσκελέστατη επιστολή, οι παραπάνω φράσεις δεν προέρχονται από τυχαίο άτομο. Φέρουν την υπογραφή μιας από τις ισχυρότερες κάποτε φυσιογνωμίες του γαλλικού πολιτιστικού κατεστημένου, ικανής να μεταμορφώσει έναν «τηλεπαρουσιαστή σε μυθιστοριογράφο, έναν υπουργό σε συγγραφέα κινηματογραφικών διαλόγων και μια άφωνη τραγουδίστρια σε τραγωδό». Την ώρα όμως που λούζει με βρισιές έναν από τους παλιούς της πελάτες, η κυνική και αδίστακτη ατζέντισσα Κλάρα Γκότβαλντ έχει σφραγίσει πλέον το καλλιτεχνικό πρακτορείο που διατηρούσε με την αδελφή της, κι είναι απομονωμένη σε ξενοδοχείο της Ελβετίας, καταδικασμένη σε «κοινωνικό θάνατο», εντελώς εξευτελισμένη από τα ΜΜΕ. Κι ο αποδέκτης της επιστολής της, ο οποίος πάλευε επί χρόνια να ολοκληρώσει μια διασκευή της «Αρμάνς» του Σταντάλ, αντλώντας έμπνευση από τη θεαματική πτώση της Γκότβαλντ αλλά και από τη δική του ματαιοδοξία που τον οδήγησε στα δίχτυα της, ξεκινά με φόρα ένα καινούριο, σύγχρονο γραπτό.

Μέσα σ' αυτό το πλαίσιο ξετυλίγεται το μυθιστόρημα του Ζερόμ Γκαρσέν «Οι δύο αδελφές από την Πράγα» (μετ. Ρ. Παπαδάκη, εκδ. Πόλις), ένα χρονικό του λογοτεχνικού μικρόκοσμου του Παρισιού, όπου χωρίς επιείκεια και με την εποπτεία κάποιου που γνωρίζει τα πράγματα από τα μέσα, ανατέμνονται οι εκτροπές της καλλιτεχνικής φιλοδοξίας και το κυνήγι της επιτυχίας που δεν στηρίζεται στο ταλέντο αλλά, κυρίως, στη συναλλαγή. Μπορεί στη χώρα μας να μην ευδοκιμεί-για την ακρίβεια ούτε καν υφίσταται- το επάγγελμα του λογοτεχνικού ατζέντη, αλλά στη Γαλλία, όπως και στον αγγλοσαξονικό χώρο, αφθονούν οι συγγραφείς που έναντι του 10% των εσόδων τους, εκχωρούν σε τρίτους τη διαπραγμάτευση των εκδοτικών τους συμβολαίων, προσδοκώντας υψηλότερες προκαταβολές, καλύτερη δημοσιογραφική κάλυψη και ανάλογο πλασάρισμα στη βιβλιαγορά. Κάτι που υποτίθεται ότι τους επιτρέπει ν' αφοσιωθούν απερίσπαστοι στο έργο τους, αλλά στην πραγματικότητα τους μεταμορφώνει σε «προϊόντα», συχνά με ημερομηνία λήξεως, και τους φουσκώνει τα μυαλά, με ό,τι συνέπειες έχει αυτό στη δημιουργική τους δουλειά.

Η κεντρική ηρωίδα του Γκαρσέν κατάγεται από την Τσεχοσλοβακία, αλλά ουδείς στο Παρίσι γνωρίζει το σκοτεινό της παρελθόν. Την περιβάλλει ένα άρωμα περιπέτειας, συνδεδεμένο με τον υπαρκτό σοσιαλισμό, την άνοιξη της Πράγας, τον Κάφκα, τον Κούντερα, τον Χάβελ, αλλά κανείς δεν ξέρει τι την οδήγησε στην αυτοεξορία. Ο Γκαρσέν σκίζει σταδιακά τον πέπλο, αντιπαραβάλλοντας τη δύναμη και την αίγλη της με τη σκληρότητα του χαρακτήρα της και με τις νεανικές αμαρτίες που κουβαλά, χωρίς εντούτοις να προχωρεί σ' ένα βαθύτερο ψυχογράφημά της. Προτιμά να εστιάσει στο αυτομαστίγωμα του αφηγητή της ιστορίας του, να δώσει μια γεύση από τον «λαμπερό» κόσμο των σταρ του θεάματος και της γραφής, να ζωντανέψει το κλίμα φεστιβάλ όπως των Καννών και της Ντοβίλ, και να μιλήσει για τη σεξουαλική ελευθεριότητα που ανθεί σ' αυτά τα περιβάλλοντα και για την σεξουαλική εκμετάλλευση που αποτελεί την κρυφή της όψη.

Από τους σημαντικότερους λογοτεχνικούς κριτικούς της Γαλλίας, αρχισυντάκτης των πολιτιστικών σελίδων του «Νουβέλ Ομπσερβατέρ» και παραγωγός της πιο γνωστής ραδιοφωνικής εκπομπής για το βιβλίο που μεταδίδεται από τον κρατικό France Inter («Η μάσκα και η πένα»), ο 55χρονος Γκαρσέν έχει αποσπάσει κάμποσα βραβεία για τα μυθιστορήματά του, αλλά δεν είναι λίγοι εκείνοι που αποδίδουν τη σχεδόν καθολική αποδοχή του έργου του από κριτικούς και ομοτέχνους, από ομοτέχνους και συναδέλφους, με τις θέσεις-κλειδιά που ο ίδιος διατηρεί. Πέρα από τις «Δύο αδελφές...», από τις ίδιες εκδόσεις κυκλοφορεί ένα βιβλίο του ακόμη, το «Ηταν κάθε μέρα σε πόλεμο», με ήρωα έναν από τους πρωταγωνιστές της Γαλλικής Επανάστασης.

Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ

«Νίκος Καζαντζάκης: Παραμορφώσεις, παραλείψεις, μυθοποιήσεις»

ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ

(εκδ. Γκοβόστη)

ΤΟ ΕΡΓΟ και η προσωπικότητα του Νίκου Καζαντζάκη, δεκαετίες τώρα, δεν έχουν πάψει ν' απασχολούν τους μελετητές και το αναγνωστικό κοινό. Πνεύμα ανήσυχο και πληθωρικό, ο κρητικός δημιουργός καλλιέργησε όλα τα είδη του λόγου -θεάτρο, μυθιστόρημα, ποίηση, δοκίμιο, δημοσιογραφία, ταξιδιωτικές εντυπώσεις- έχοντας έρθει σ' επαφή μ' όλα τα ιδεολογικά και καλλιτεχνικά ρεύματα που σημάδεψαν τον περασμένο αιώνα κι αφομοιώνοντας τα πιο ετερόκλητα στοιχεία στην τέχνη του. Για κανέναν ίσως έλληνα λογοτέχνη δεν έχει χυθεί τόσο μελάνι ως τώρα και δεν έχουν εκφραστεί τόσο πολλές κι αντικρουόμενες απόψεις όσο γι' αυτόν. Ο Καζαντζάκης αγαπήθηκε αλλά και πολεμήθηκε, υμνήθηκε αλλά κι αμφισβητήθηκε, παραμένοντας ωστόσο -όπως κι ο Καβάφης στην ποίηση- ο πλέον διάσημος και πολυδιαβασμένος συγγραφέας μας στο εξωτερικό.

Στον συγγραφέα του «Ζορμπά» και του «Τελευταίου πειρασμού» είναι αφιερωμένος κι ο ογκώδης τόμος που μόλις κυκλοφόρησε από τον «Γκοβόστη», με την επιμέλεια της Ερης Σταυροπούλου και του Θανάση Αγάθου, στον οποίο περιλαμβάνονται τα πρακτικά του συνεδρίου που οργάνωσε το τμήμα φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών το 2007, με αφορμή τα πενήντα χρόνια από τον θάνατό του.

Στο «Νίκος Καζαντζάκης: Παραμορφώσεις, παραλείψεις, μυθοποιήσεις», μια σειρά από ειδικούς και συγγραφείς επιχειρούν να κρίνουν με νηφαλιότητα την πνευματική κληρονομιά του, εξετάζουν τις όποιες παραμορφωτικές αναγνώσεις των κειμένων του, επισημαίνουν παραλείψεις της κριτικής, που περιορίστηκε κυρίως στη συζήτηση των ιδεών του και όχι στην καλλιτεχνική αποτίμηση της δημιουργίας του, φιλοδοξώντας όλοι να συμβάλουν σε μια όσο το δυνατόν πιο αντικειμενική θεώρηση της ζωής και του έργου του. Ανάμεσά τους, οι πανεπιστημιακοί Πίτερ Μπίεν, Χρίστος Αλεξίου, Γιώργος Κεχαγιόγλου, Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Δημήτρης Παπανικολάου καθώς και οι Μανόλης Πρατικάκης, Δημήτρης Καλοκύρης, Ρέα Γαλανάκη και η βαφτισιμιά του Καζαντζάκη, Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ.

Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΤΗΣ ΓΑΣΤΡΟΝΟΜΙΑΣ

ΤΟΥ ΕΠΙΚΟΥΡΟΥ

«Comedo Ergo Sum - Δέκα διάλογοι για

το πνεύμα του φαγητού»

(εκδ. Νόβολι)

Ο ΕΝΑΣ είναι ο Πλήνιος, ένας ενθουσιώδης κοσμοπολίτης που δεν απολαμβάνει απλώς το φαγητό αλλά θεωρεί ότι η γαστρονομία είναι πρώτα από όλα τέχνη. Ο άλλος είναι ο Πύρρων, ένας ψύχραιμος στοχαστής, που εκτιμά την καλή κουζίνα, μένει εκστασιασμένος μπροστά σε ένα όμορφο πιάτο, αλλά δεν θεωρεί κανένα φαγητό αντίστοιχο ενός έργου τέχνης. Οι δύο παλιοί φίλοι περιπλανιούνται στη σύγχρονη Αθήνα και ανταλλάσσουν απόψεις φιλοσοφώντας πάνω από ένα πιάτο, στο βιβλίο του δικού μας Επίκουρου με τίτλο «Comedo Ergo Sum- Δέκα διάλογοι για το πνεύμα του φαγητού» (εκδόσεις Νόβολι).

Οι δέκα διάλογοι του βιβλίου στήνονται όλοι στο τραπέζι, όπως αρμόζει σε μια φιλοσοφική λογομαχία. Στα πιάτα παρελαύνουν από την ταπεινή ρεβυθάδα μέχρι τις υπερβολές της μοριακής γαστρονομίας και οι δύο φίλοι κονταρομαχούν για την τέχνη, το φαγητό και τη ζωή. Ο Επίκουρος, κριτικός εστιατορίων και φιλόσοφος της γεύσης, γνωρίζει καλά ότι η υψηλή γαστρονομία μπορεί να κρύβεται τόσο στα πολυτελή άντρα όπως το «El Bulli» του Φεράν Αντριά όσο και στα κουτούκια, χαμένα μέσα στα στενά της Κεντρική Αγοράς.

Ο Πλήνιος και ο Πύρρων λατρεύουν το φαγητό αλλά είναι πάνω από όλα ρέκτες του φιλοσοφικού διαλόγου. Ενα απλό ρυζότο με άγρια μανιτάρια είναι η αφορμή για μια εξαντλητική συζήτηση περί υποκειμενισμού στη γεύση. Ενα ποτήρι φημισμένου ιταλικού κρασιού προκαλεί μιαν ανταλλαγή απόψεων για την ταυτότητα του έργου τέχνης και το νόημα της αισθητικής. Η επίσκεψη σε ένα φημισμένο, ως το καλύτερο του κόσμου, εστιατόριο της αγγλικής υπαίθρου πυροδοτεί ένα διάλογο για την κομψότητα και την αρμονία που πρεσβεύει η μοριακή γαστρονομία. Τα «πειραγμένα» πιάτα της ελληνικής κουζίνας δημιουργούν την κατάλληλη ατμόσφαιρα για να ξεκαθαρίσουν οι δύο συνδαιτυμόνες τους λογαριασμούς τους με την εθνική ταυτότητα και τη γαστρονομική παράδοση. Ενα πιάτο ρεβύθια είναι μόνο η αφορμή για μια καυστική λογομαχία περί αισθητικών απολάυσεων. Μια βόλτα στο πιο γνωστό ελληνικό εστιατόριο στο Μανχάταν της Νέας Υόρκης ξαναφέρνει κυριολεκτικά στο τραπέζι το ζήτημα της εθνικότητας της γεύσης. Τέλος, οι δύο φίλοι καταλήγουν σε μια πλατεία του Παγκρατίου όπου ξεσπάνε σε μια τελική λογομαχία για τη μαγειρική ως τέχνη και το φαγητό ως πνευματική και αισθητική εμπειρία.

Πεπεισμένος ότι το φαγητό είναι κάτι παραπάνω από μια απλή διαδικασία λήψης τροφής, ο Επίκουρος στο βιβλίο του προσπαθεί μέσα από τα επιχειρήματα των δύο ηρώων του να εναντιωθεί σε όλα τα κλισέ περξί γαστρονομίας και να μιλήσει για την τέχνη της μαγειρικής και την υψηλή απόλαυση που προκαλεί ένα νόστιμο και καλοστημένο πιάτο. Σε αυτόν τον αγώνα επιστρατεύει τον Νίτσε και τον Χάιντεγκερ, παραβάλλει την ιστορία της τέχνης και τα πρωτοποριακά κινήματα που τη σημάδεψαν και παράλληλα δίνει στη γαστρονομία τη θέση που της αξίζει στους σύγχρονους καιρούς. Η χρήση των διαλόγων γίνεται με τρόπο που η ειρωνεία συναντάει τον καίριο σχολιασμό και οι παλιές προκαταλήψεις συγκρούονται με τις ρηξικέλευθες προτάσεις. Και μέσα από όλα αυτά ο Επίκουρος γράφει ένα φιλοσοφικό δοκίμιο για την αισθητική και το πνεύμα του φαγητού.

Δ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ

ΝΕΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ

ΑΜΑΛΙΑ ΒΑΝ ΓΚΕΝΤ

«Τουρκικά ρήγματα- Μια χώρα σε αναζήτηση ταυτότητας»

(Γ. Τσιλίκη, εκδ. Παπαζήση)

Δημοσιογραφική μαρτυρία των κοινωνικών και πολιτικών εξελίξεων των τελευταίων τριών δεκαετιών που, στην αυγή του 21ου αιώνα, προκάλεσαν δραστικές αλλαγές στην κρατική τάξη πραγμάτων και στον αυτοπροσδιορισμό της Τουρκίας. Η συγγραφέας ανατέμνει την πολύπλοκη, πολύχρωμη και γεμάτη αντιφάσεις τουρκική κοινωνία δείχνοντας πόσο διαφορετική είναι από εκείνη που οραματίστηκε ο Ατατούρκ, εστιάζει στο ότι μεγάλο μέρος του λαού της αυτοπροσδιορίζονται ως μουσουλμάνοι, αναφέρεται διεξοδικά στο κουρδικό και το αρμενικό ζήτημα καθώς και στη στάση της χώρας απέναντι στις μειονότητες των Εβραίων και των Ελλήνων-Ρωμιών, αναλύει την εξωτερική πολιτική του Νταβούτογλου, κι εξετάζει τις προοπτικές αλλά και τις αδυναμίες της τουρκοευρωπαϊκής προσέγγισης.

ΠΡΟΣΠΕΡ ΜΕΡΙΜΕ

«Νουβέλες»

(εκδ. Πάπυρος)

Τρεις από τις πιο γνωστές νουβέλες του γάλλου συγγραφέα (1803-1870) με κοινό το στοιχείο του ερωτισμού και του «άλλου», που πάθιαζε τον ίδιο και ως άνθρωπο και ως δημιουργό: η «Αφροδίτη της Ιλ» (όπου η ανακάλυψη ενός αρχαίου αγάλματος της ομώνυμης θεάς αναστατώνει τη ζωή μιας οικογένειας στα ανατολικά Πυρηναία, απελευθερώνοντας δυνάμεις της φαντασίας και της σεξουαλικότητας), ο «Ματέο Φαλκόνε» (μια σπουδή στα ήθη της Κορσικής) και το «Ταμάνγκο» (με το δουλεμπόριο των μαύρων στο επίκεντρό του).

Η επιστημονική επιμέλεια της έκδοσης και το επίμετρο είναι της Τατιάνας Τσαλίκη-Μηλιώνη. Τις μεταφράσεις υπογράφουν μεταπτυχιακοί φοιτητές του τμήματος μεταφρασεολογίας του Καποδιστριακού.

ΣΠΥΡΟΣ ΚΑΣΙΜΗΣ

«Διαφυγή»

(εκδ. Γαβριηλίδης)

Εξήντα χρόνια αφιερωμένος σε μια ποίηση διαποτισμένη από το μοτίβο της νοσταλγίας της αθωότητας, μια ποίηση «συγκρατημένου λυρισμού» και «πειθαρχημένης λύπης» όπως την έχει χαρακτηρίσει η κριτική, ο γνωστός δημοσιογράφος επιστρέφει με μια συλλογή δομημένη σε τέσσερις ενότητες, όπου συναντά κανείς στίχους όπως οι παρακάτω: «Θα ήθελα να βρεθώ κι εγώ/ μετά το βουητό του μεσημεριού/ στον έρημο δρόμο/ με τα παιδιά και τα σκυλιά μαζί/ και τη χαρά του παιχνιδιού, να σπάσω/ τη θανατερή σιωπή («Διαδήλωση»)

ΜΑΪΚΛ ΚΡΑΪΤΟΝ

«Στις θάλασσες των πειρατών»

(μετ. Γ. Μπαρουξής, εκδ. Bell)

Ισπανικό γαλιόνι φορτωμένο με χρυσάφι, αράζει εν έτει 1665 σ' ένα φυλαγμένο σαν φρούριο λιμάνι, κοντά στην πρωτεύουσα της Τζαμάικα, το κακόφημο Πορτ Ρουαγιάλ. Κι ένας βρετανός καπετάνιος στρατολογεί τους πιο σκληρούς κι αποφασισμένους άντρες για να καταλάβει το πλοίο και το πολύτιμο φορτίο του, αφού προηγουμένως διασχίσει την πυκνή ζούγκλα, αντιμέτωπος με τα όπλα των Ισπανών... Περιπέτεια γεμάτη πανούργους κουρσάρους, σκληροτράχηλους θαλασσοπόρους, παράτολμους μισθοφόρους και κρυμμένους θησαυρούς, το πιο πρόσφατο μυθιστόρημα του διάσημου συγγραφέα του «Τζουράσικ Παρκ».

ΡΕΪΜΟΝΤ ΣΜΟΥΛΙΑΝ

«Ο γρίφος της

Σεχραζάντ»

(μετ. Α. Μελάς,

εκδ. Τραυλός)

Μαθηματικός με ειδίκευση στη μαθηματική λογική, πιανίστας σε επίπεδο κοντσέρτου, φιλόσοφος με ενδιαφέρον για τις ανατολικές θρησκείες και για ένα μεγάλο διάστημα επαγγελματίας μάγος- ταχυδακτυλουργός, ο 92χρονος συγγραφέας, στο τρίτο βιβλίο του που κυκλοφορεί στα ελληνικά, παραθέτει 225 γρίφους κλιμακούμενης δυσκολίας, πρωτότυπες σπαζοκεφαλιές, «κόλπα» λογικής και «παιχνίδια» με αριθμούς, που δεν αποτελούν παρά μεταμφιέσεις σημαντικών αποτελεσμάτων της επιστημονικής του ειδικότητας. Εισαγωγή: Γιώργος Λ. Ευαγγελόπουλος.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Στη στήλη
Ατζέντα
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Λογοτεχνία
Ο καπιταλισμός είναι γυμνός
Σκληρές αλήθειες
Ο γύρος του κόσμου σε 300 σελίδες
Το σταλινικό όνειρο της διάχυσης του πλούτου
Η επόμενη μέρα
Η σκλαβιά της ελεύθερης αγοράς
Εικαστικά
Ο φίλος μου ο Πικάσο
Κινηματογράφος
Ξένες ταινίες, ελληνικά διλήμματα
Ο Σοσιαλισμός κατά Γκοντάρ
Το Χόλιγουντ κολλάει ένσημα
Υπουργείο Πολιτισμού
ΥΠΠΟΤ: Χάρτης για λιγότερη γραφειοκρατία
Θέατρο
Ιλαροτραγωδία με αιχμές
«Κλυταιμνήστρα» με γόβες και αδιάβροχο
Περιβάλλον
Η πασαρέλα
Συνέντευξη: Χόφες Σέχτερ
«Η τέχνη δημιουργεί ενώ η πολιτική μιλάει»
Χορός
Ποιούς θα δούμε στην Καλαμάτα
Μουσική
Μουσικά γενέθλια στη Σάνη
Συνέντευξη: Δήμητρα Γαλάνη
«Καιρός να ενηλικιωθούμε»
Οπερα
Οι άγνωστες ντίβες