Έντυπη Έκδοση

Τα κείμενα του Νάσου Βαγενά

Αναγνώσεις και παραναγνώσεις

Νάσος Βαγενάς 

Κινούμενος στόχος

κριτικά κείμενα

εκδόσεις Πόλις, σ. 268, ευρώ 16

Τα κείμενα του Νάσου Βαγενά με τον τίτλο Κινούμενος στόχος (κριτικά άρθρα δημοσιευμένα σε διάφορα έντυπα, που συγκεντρώθηκαν σ' έναν τόμο ώστε να γίνουν οικόσιτα και να πάψουν να κυκλοφορούν αδέσποτα) θα μπορούσαν να φέρουν τον υπότιτλο Παραναγνώσεις, δηλαδή εμπρόθετες ή ανεπίγνωστες πλαστογραφήσεις του λογοτεχνικού φαινομένου: εμπρόθετες στην περίπτωση που ένα αθεμελίωτο σύστημα ιδεών εκ-βιάζει το αντικείμενο για να χωρέσει στο εμβαδόν του, το ρυμουλκεί στανικά στο ιδίωμά του, το συρρικνώνει, τέλος, για να προσαρμοστεί στην ορθοπεδική του συσκευή. Ανεπίγνωστες, όταν μια διάχυτη εντύπωση διαιωνίζεται και παγιώνεται σε αυταπόδεικτη αλήθεια. Αυτή τη διαστρέβλωση, που δεν είναι καθόλου τυχαία, ασήμαντη ή σποραδική, αλλά παίρνει ενίοτε τη μορφή ιδεολογήματος, «ψευδούς συνειδήσεως», μιας πλασματικής, ωστόσο βαθιά ριζωμένης πεποίθησης στον κόσμο της κριτικής, προσπαθεί να διασκεδάσει ο Νάσος Βαγενάς.

Για παράδειγμα, η σχέση του Διονυσίου Λογγίνου με τη λογοτεχνική κριτική δεν υπήρξε καθόλου χαλαρή, αλλά γενεαλογείται από την εποχή που ο Φραγκίσκος Πόρτος (εμβληματική μορφή της διασποράς, καθηγητής των ελληνικών γραμμάτων στη Γενεύη, με τον οποίο αλληλογραφεί συστηματικά ο Crusius) εκδίδει το Περί ύψους (1559), διακρίνοντάς το από το αντίστοιχο του Ερμογένους και υπογραμμίζοντας την αυτονομία του απέναντι στην Ποιητική του Αριστοτέλη. Πυκνές αναφορές (με σχόλια, υποδείξεις και εφαρμογές) στο σημαντικό αυτό κείμενο βρίσκουμε επίσης στον Νικόλαο Μαυροκορδάτο και αργότερα στον Μοισιόδακα, ενώ οι λόγιοι του 19ου αιώνα τρέφουν μεγάλο θαυμασμό για τον συγγραφέα τού Περί ύψους, χαρακτηρίζοντάς τον «μέγα κριτήν του λόγου» «πολυμαθέστατον και κριτικώτατον», δαιμόνιον και σοφόν», «περιώνυμον». Ακόμη και μια διάλεξη του Κάλβου στο Λονδίνο είναι λογγίνεια, ενώ, για να περάσουμε στις σύγχρονες εκβλαστήσεις της παρανάγνωσης, ο Γιώργος Σεφέρης, που θεωρήθηκε, κρίθηκε και αποδοκιμάστηκε για τον εμπειρισμό του και τις θεωρητικές του προκαταλήψεις, είναι επηρεασμένος βαθιά από την ποιητική του Λογγίνου. Δεν είναι μόνον, όπως πολύ σωστά ισχυρίζεται ο Βαγενάς, η «συνέμπτωσις», δηλαδή η ταύτιση ρήματος και πάθους (σημαίνοντος και σημαινομένου) που συνάδει με τη σεφερική συγχώνευση της ευαισθησίας με το ποιητικό ρήμα, ούτε η αποτυχημένη κράση τους που γεννάει αρνητικά αισθητικά αποτελέσματα, όπως τον στόμφο ή το ψεύτισμα, αλλά και ο λογγίνειος ορισμός του ύψους ώς «μεγαλοφροσύνης απήχημα», ο οποίος διαπερνά πέρα ώς πέρα την ποιητική ηθική του Σεφέρη.

Οι αντιλήψεις αυτές βγαίνουν καθαρά από την απροκατάληπτη ανάγνωση του Μονόλογου πάνω στην ποίηση, του Ερωτόκριτου, αλλά θα πρόσθετα εγώ και από τη μελέτη του Σεφέρη για τους Νέους της Σιδώνος (ακόμη λίγα για τον Αλεξανδρινό), όπου η αποτυχία του ποιήματος οφείλεται στη δυσαρμονία ανάμεσα σ' ένα υψηλό συναίσθημα ή μια αδρή διανοητική σύλληψη («το περί τας νοήσεις αδρεπήβολον») και στον ρηχό αισθητισμό που κορδακίζεται απέναντί τους. Και αν ο Σεφέρης διαθέτει, σε πείσμα μιας αποχαλινωμένης και στριγγής πολεμικής, που θέλει να αποψιλώσει τον ποιητή από τον θεωρητικό του οπλισμό, μια συγκροτημένη ποιητική, ο Ροΐδης είναι λιγότερο ένας λογοτεχνικός κριτικός που έχει πλήρη εποπτεία της λογοτεχνικής παραγωγής και γνώση των κειμενικών κριτηρίων για την αποτίμησή της, και περισσότερο ένας πολιτισμικός κριτικός (μέσα στο πλαίσιο του εριστικού σκεπτικισμού και της γλωσσικής φιληδονίας του), που «ασκούσε κριτική για τα φαινόμενα όχι μόνο της εποχής του, αλλά και μιας ευρείας διαχρονίας που έφτανε ώς την αρχαία εποχή». Εννοείται πως μ' αυτό το πνεύμα οι διαγνώσεις και οι αξιολογήσεις του δεν ήταν πάντα πρωτότυπες, αλλά κοινοί τόποι.

Προσεκτική, λοιπόν, ανάγνωση με τη βιβλιογραφική ανασκαφή και τον εντοπισμό των πηγών απέναντι στην ξαστοχημένη παρανάγνωση, ιδού η μέθοδος (την οποία συνόψισε επιγραμματικά ο Leo Spitzer στη φράση «να διαβάζεις, να διαβάζεις και πάλι να διαβάζεις») του Νάσου Βαγενά. Θα υπέθετε εύλογα κανείς πως η εξαντλητική αυτή αναδίφηση και έρευνα οδηγεί στον σχολαστικισμό (στο «μειρακιώδες» κατά τον Λογγίνο) και τη στειρότητα. Τίποτα πιο αβάσιμο. Αντιθέτως, η ποιητική και δοκιμιακή του ιδιοσυγκρασία μεταβάλλει, για παράδειγμα, ένα φιλολογικό εύρημα σε ένα ευφυές, παιγνιώδες και παραδοξολογικό σχόλιο. Ετσι ο Αργης, ένας μέτριος ή ασήμαντος ποιητής, που δεν μνημονεύεται σε καμιά ιστορία της λογοτεχνίας, από τον οποίο όμως κατάγεται «επιδρασικά» το σονέτο του Καρυωτάκη Λυκαβηττός, δεν θα υπήρχε χωρίς τον δημιουργό των Νηπενθών. Με άλλα λόγια, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Αργης οφείλει σήμερα την ύπαρξή του στον Καρυωτάκη. Οπως θα 'λεγε ο Μπόρχες, «ο κάθε συγγραφέας δημιουργεί τους προγόνους του».

Το αναιρετικό, όχι από ιδιοτροπία, αλλά από γνώση, πνεύμα του Βαγενά, αντίκρυ στις idees fixes του ριζοσπαστικού και κοσμοπολιτικού δανδισμού, αποκαλύπτεται στο συγκριτολογικό του δοκίμιο για τους Παλαμά - Καβάφη. (Παλαμάς - Καβάφης, διαφορετικοί, αλλά πόσο;) Παρά τις φαινομενικές αλλά και ουσιώδεις διαφορές που χωρίζουν τους δύο ποιητές, υπάρχουν ομοιότητες και συγγένειες. Οι μεγάλες διαφορές αφορούν τη γλώσσα. Λιτότητα, συμπύκνωση, οικονομική διαχείριση στον Καβάφη (παρά τον πλούσιο γραμματικό εικονισμό, τις μορφολογικές και συντακτικές ομοιότητες και αντιθέσεις, τα πολύτροπα δείγματα συνάφειας και διάστασης, όπως έδειξαν οι Γιάκομπσον- Κολακλίδης), γλωσσική χλιδή και λυρική υπέρταση στον Παλαμά. Ειρωνικό ύφος και αισθαντική εσωστρέφεια στον Καβάφη, εξωστρεφής λυρικός παλμός στον Παλαμά. Οι ομοιότητες σχετίζονται με την ιδεολογία του ελληνοκεντρισμού. «Ο Καβάφης», υποστηρίζει ο Βαγενάς, «πιστεύει στην αδιάσπαστη συνέχεια του Ελληνισμού όχι λιγότερο απ' ό,τι ο Παλαμάς, και η πεποίθησή του αυτή μαζί με τη συχνότητα των ελληνικών θεμάτων στην ποιητική του τον κάνουν ποιητή εξίσου ελληνοκεντρικό με τον Παλαμά». Αλλά αν ο Αλεξανδρινός ποιητής απελευθερώθηκε έγκαιρα από το μέτρο, η στιχουργική ανανέωση του Παλαμά δεν είναι μικρή για τα τέλη του 19ου αιώνα. «Η στιχουργική καινοτομία αυτών των έργων -Ιαμβοι και ανάπαιστοι, Τάφος σε ορισμένους φυσικά δεκαπεντασύλλαβους- είναι αναλογικά (για τη δεκαετία κατά την οποία εμφανίζεται) όχι μικρότερη από την απελευθέρωση από το μέτρο που θα επιχειρήσει αργότερα ο Καβάφης, για την οποία έχει προετοιμάσει το έδαφος ο Παλαμάς».

Στο δοκίμιό του για τον Εγγονόπουλο, ο Βαγενάς τεκμηριώνει την εικόνα ενός ποιητή με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, που τον διαφοροποιούν σαφώς από τις αρχές και κυρίως τις λειτουργίες του υπερρεαλισμού και τον προβιβάζουν σε μια τάξη υπέρτερη από εκείνη του ομοτέχνου του, Α. Εμπειρίκου. Από το διεθνές κίνημα και τον καταστατικό του χάρτη, με τους εξατομικευμένους κανόνες του για την αυτόματη γραφή, ο Εγγονόπουλος παίρνει διακριτές αποστάσεις. Η αυτόματη, δηλαδή η εξωλογική ή συνειρμική, αντίδραση, σε ένα αρχικό stimulus δεν είναι προαποφασισμένη, αλλά αμεσίτευτη από την έλλογη διεργασία, έτσι που να διατηρεί ζωντανή την πρώτη ένταση, σε αντίθεση με τον Εμπειρίκο, που η «κατάστρωση» του υπερρεαλιστικού σχεδίου γίνεται ορατή. Γράφει ο Βαγενάς: «Διότι ο αυτοματισμός του διαφέρει από τον αυτοματισμό των άλλων υπερρεαλιστών κατά το ότι η ακολουθία των εικόνων του δεν είναι το αποτέλεσμα μιας προαποφασισμένης αυτοματικότητας, δηλαδή δεν είναι μια έκφραση επιφανείας. Και ακριβώς επειδή είναι μια λειτουργία εσωτερική, η συνειρμικότητα του Εγγονόπουλου απολήγει σε στίχους που έχουν την ισχύ εκείνου που ο Ελιοτ αποκαλεί ποίηση της πρώτης έντασης».

Ενα κεφαλαιώδες επίσης θέμα, που θίγει στο μελέτημα αυτό ο Βαγενάς, αφορά τον ελληνοκεντρισμό του Εγγονόπουλου, που αμφισβητήθηκε από τους υποστηρικτές της πολιτικής ορθότητας στο όνομα ενός υποτιθέμενου κοσμοπολιτισμού. Αντίθετα με τη θεωρία αυτή, που στηρίζεται στην παρανάγνωση του Μπολιβάρ, ο ποιητής εγγράφει την ελληνικότητά του σ' ένα ανώτερο σημείο σύγκλισης και εναρμόνισης, όπου οι αντιφάσεις αίρονται και η ελευθερία αναχωνεύει μέσα της την εντοπιότητα, την καθαίρει και τη συμβολοποιεί.

Θα προσυπέγραφα τα περισσότερα κείμενα του Βαγενά με μια μοναδική ένσταση: τη σχέση της σεφερικής Ομίχλης (Fog) με το διήγημα Ερωτας στα χιόνια του Παπαδιαμάντη, που μου φαίνεται υπερβολική. Βέβαια ο Βαγενάς δεν αφήνει κανένα περιθώριο για τυχαία ή συμπτωματική διασταύρωση των δύο κειμένων. Με απόλυτη ακρίβεια αντιπαραθέτει λέξεις ή φράσεις, εικόνες, ειδολογικές κατηγορίες, προοπτικές, σε σημείο να νιώθεις δίπλα σου την «απειλή» της αποδεικτικής αγχόνης (!). Το κλίμα ωστόσο είναι διαφορετικό. Το Fog του ποιητή είναι η τυπική ομίχλη του Λονδίνου, που δεν συμβολίζει όπως η χιών τη μοίρα του μπαρμπα-Γιαννιού, ή αναλογικά του Ανθρώπου στους Νεκρούς του Τζόις. Ο τόνος του είναι σαρκαστικός, η διάθεση δηκτική, ενώ οι στίχοι κάτι θα βρούμε ζήτα, ζήτα και τη θυμάμαι με τον βήχα κατεβάζουν το δράμα στο επίπεδο της γελοιογράφησης. Αντιθέτως, στο διήγημα του Παπαδιαμάντη η δραματική ανάπτυξη του θεματικού πυρήνα αυξάνει την έντασή του, χωρίς άλλες «επισχέσεις» ώς τον θάνατο και τη θρησκευτική κάθαρση.

Συνοψίζω: εξαιρετικές, μοναδικές ίσως, οι μελέτες του Βαγενά αποτελούν κόλαφο για κάθε μορφής παρανάγνωση. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Συναγωγή κειμένων
Το νεο-ελληνικό κράτος, οι «Αγανακτισμένοι» και η πολιτική της ισχύος
Ενα πανόραμα της Ελλάδας
Πέρα απ' το κτιστό
Μαθήματα ιρλανδικής ιστορίας
Οι καταραμένοι
Πόθος που κόβει τα μέλη
«Το ιδανικό βιβλιοπωλείο: ένα σενάριο «βιβλιοφιλικής φαντασίας»»
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Συναγωγή κειμένων
Αναγνώσεις και παραναγνώσεις
Το νεο-ελληνικό κράτος, οι «Αγανακτισμένοι» και η πολιτική της ισχύος
Ενα πανόραμα της Ελλάδας
Πέρα απ' το κτιστό
Μαθήματα ιρλανδικής ιστορίας
Οι καταραμένοι
Πόθος που κόβει τα μέλη
«Το ιδανικό βιβλιοπωλείο: ένα σενάριο «βιβλιοφιλικής φαντασίας»»
Από τις 4:00 στις 6:00
Το μηδέν μόνιμα στην επικαιρότητα
Ενας μεγάλος μουσικός παραγωγός
Η τρίτη ανάγνωση
Το πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ
Λογοτεχνία
Η ίδια μέρα
Συνέντευξη: Καμίλα Λάγκμπεργκ
«Η ενοχή μπορεί να σε τρελάνει»
Συνέντευξη: Λουκία Δέρβη
Εμβαθύνοντας στους χαρακτήρες
Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου
Καταστροφή και δημιουργία
Άλλες ειδήσεις
Μαθήματα γιουκαλίλι
Υγρασία