Έντυπη Έκδοση

Το ψέμα, η αλήθεια του

Φανταστείτε ότι ο Τζ. Μ. Κουτσί έχει πεθάνει. Και ότι ένας νεαρός Αγγλος που αναλαμβάνει να γράψει τη βιογραφία του παίρνει συνεντεύξεις από πέντε άτομα που τον γνώριζαν καλά. Με αφορμή αυτή τη μακάβρια υπόθεση, ξετυλίγεται το βιβλίο του ίδιου του Τζ. Μ. Κουτσί «Θέρος: Σκηνές από την αγροτική ζωή», που θα κυκλοφορήσει αύριο στα ελληνικά, από τις εκδόσεις «Μεταίχμιο» σε μετάφραση Αθηνάς Δημητριάδου.

Ενας ιδιόμορφος «επικήδειος», γεμάτος χιούμορ, ειρωνεία και εκπλήξεις, αυτή η μυθιστορηματική αυτοβιογραφία τού νοτιοαφρικανού νομπελίστα (που χαίρει άκρας υγείας και ζει στην Αυστραλία) γίνεται αφορμή να γνωρίσουμε καλύτερα την εποχή της νιότης του. Ο συγγραφέας αναπλάθει τη ζωή του με κριτική ματιά, υφαίνοντας την πραγματικότητα με τη φαντασία και παράλληλα αποκαλύπτει τις επώδυνες ηθικές συγκρούσεις που μαίνονται μέσα του. Τι σημαίνει, δηλαδή, να προσπαθείς να δημιουργήσεις και να χτίσεις σχέσεις με τους άλλους, σε έναν τόπο με έντονες κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις, όπως ήταν η Νότια Αφρική του απαρτχάιντ.

Στο μυθιστόρημα, που ήταν υποψήφιο για Μπούκερ το 2009, συναντάμε τον Τζον Κουτσί, 30χρονο τη δεκαετία του '70, να γυρίζει, έπειτα από σπουδές στην Αμερική, στο Κέιπ Τάουν, όπου διδάσκει περιστασιακά στο πανεπιστήμιο. Παρακολουθούμε τις πρώτες του συγγραφικές απόπειρες, το ενδιφέρον του για τη διδασκαλία, τις ερωτικές του ανησυχίες, ενώ σκιαγραφούνται και οι απόψεις του για το καθεστώς στη Νότια Αφρική.

Αλλωστε, το βιβλίο αρχίζει με ένα δημοσίευμα των «Sunday Times» της 21ης Αυγούστου 1972, που περιγράφει τη μυστηριώδη δολοφονία επτά μαύρων από κουκουλοφόρους. Είναι λευκοί «αφρικάνερ» ή έγχρωμοι οι δολοφόνοι; Πρόκειται για προβοκάτσια ή για ξεκαθάρισμα φατριών; Η κατάσταση είναι συγκεχυμένη, αποτελεί όμως ένα φαινόμενο που δεν εκπλήσσει και κάνει τον Κουτσί να νιώθει «βρόμικος».

Ο νομπελίστας βάζει τον φανταστικό βιογράφο του να αντλεί πληροφορίες από διάφορα πρόσωπα. Την Τζούλια, μια παντρεμένη που είχε μια σύντομη ερωτική περιπέτεια με τον Κουτσί, την αγαπημένη του ξαδέρφη Μαργκό. Ακόμα και με μια βραζιλιάνα χορεύτρια που ο άντρας της δολοφονήθηκε και η οποία του εμπιστεύεται την κόρη της για μαθήματα αγγλικών, αλλά ο νεαρός συγγραφέας καταλήγει να της στέλνει ποιητικά ραβασάκια...

Ο νεαρός Κουτσί σκιαγραφείται ως ένας άντρας με γένια και μαλλιά, κλεισμένος στον εαυτό του, «κοινωνικά απροσάρμοστος», ψυχρός διανοούμενος. Αποξενωμένος από τον πατέρα του, αδέξιος στις ερωτικές του περιπέτειες, νιώθει αμφιβολίες για τα γραπτά του.

Αινιγματικός και ιδιόμορφος; Αυτός δεν ήταν που στην τελετή των Νόμπελ το 2003 δεν έδωσε την καθιερωμένη διάλεξη, αλλά διάβασε μια ιστορία για τον Ροβινσώνα Κρούσο; Αλλά και καλεσμένος στο πανεπιστήμιο του Πρίνστον προτίμησε να δώσει διαλέξεις για τα δικαιώματα των ζώων. Αλλωστε αρκετά από τα κείμενά του ερμηνεύονται σαν σύγχρονες παραβολές, υπονοώντας ότι η αλληγορία είναι ο καλύτερος τρόπος να εξετάσει κανείς καίρια προβλήματα.

«Σου έδινε την εντύπωση ότι ήταν εκτός τόπου, κάτι σαν πουλί, σαν ένα από εκείνα τα πουλιά που δεν μπορούν να πετάξουν ή σαν αφηρημένος επιστήμονας που ξεστράτισε από το εργαστήρι του». Ετσι τον περιγράφει στο μυθιστόρημα η περιστασιακή ερωμένη του Τζούλια. Εάν δεν έγραφε, πάθαινε κατάθλιψη και «η ικανότητά του στην παραγωγή ιδεών ήταν υπερανεπτυγμένη σε βάρος του ζωώδους εαυτού του. Ο Τζον ήταν Homo Sapiens, ή και Homo Sapiens Sapiens». Οσο για την ερωτική τους ζωή; Συνήθιζε να βάζει μουσική στην κρεβατοκάμαρα: Ηταν «ο άνθρωπος που μπέρδευε την ερωμένη του με ένα βιολί».

Για τον συνάδελφό του Μάρτιν, ο Κουτσί ήταν: «Επαρκέστατος ακαδημαϊκός αλλά όχι αξιόλογος δάσκαλος. Ισως αν δίδασκε σανσκριτικά να ήταν αλλιώς τα πράγματα, σανσκριτικά ή κάποιο άλλο μάθημα, όπου οι συνθήκες σου επιτρέπουν να είσαι λίγο στεγνός και συγκρατημένος».

Σύμφωνα δε με τη φίλη του Σοφί: «Πίστευε ότι η πολιτική έβγαζε στην επιφάνεια ό,τι χειρότερο έχουν μέσα τους οι άνθρωποι (...). Προσδοκούσε την ημέρα που κράτος και πολιτική θα έφθιναν». Μάλιστα έτρεφε μια ουτοπία: «Επιθυμούσε διακαώς να έρθει εκείνη η ημέρα που όλοι οι άνθρωποι στη Νότια Αφρική δεν θα χρησιμοποιούσαν πια κανέναν προσδιορισμό για την εαυτό τους, ούτε το Αφρικανοί ούτε το Ευρωπαίοι, ούτε το λευκοί ούτε το μαύροι, ούτε οτιδήποτε άλλο, όταν οι ιστορίες των οικογενειών θα ήταν πια τόσο περίπλοκες και ανακατεμένες, ώστε οι άνθρωποι θα ήταν εθνολογικά δυσδιάκριτοι, δηλαδή (...) μιγάδες. Το αποκαλούσε βραζιλιάνικο μέλλον».

Μην περιμένετε ότι αυτή η μυθιστορηματική βιογραφία διαφωτίζει ιδιαίτερα την προσωπικότητα του Κουτσί. Ο νομπελίστας ενδιαφέρεται για το υφολογικό μέρος του βιβλίου και εξακολουθεί να προστατεύει την προσωπική του ζωή, διατηρώντας το προφίλ του διανοούμενου. Δίνει όμως το μήνυμα πόσο δύσκολο είναι να ζήσεις μια φυσιολογική ζωή σε έναν τόπο όπου όλα καταρρέουν: οι ιδεολογίες, τα οράματα, η δικαιοσύνη, η ανθρωπιά. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία
Σχετικά θέματα: Βιβλίο
Αυτός ο άψογος, άψυχος ήχος
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Συνέντευξη: Ντέιβιντ Φίντσερ
«Μ' αρέσουν οι ήρωες που αμαρτάνουν»
Μουσική
Διασκεδάζουν και το διασκεδάζουν
Κινηματογράφος
Πανόραμα εξπρές
Ο ανήσυχος «Αμερικανός»
Η Μαρλέν, η Γκρέτα κι εγώ
Συνέντευξη: Γιάννης Οικονομίδης
«Μικροαστός; Αυτή κι αν είναι τιμωρία»
Θέατρο
Κατάχρηση εξουσίας
Πρώτος ρόλος στο «τρίτο φύλο»
Το βιβλίο πάει θέατρο
Εκθεση
Ηρωες από το παρελθόν
Συνέντευξη: Μουρατχάν Μουνγκάν
«Το δικό σας τσαντόρ είναι το λάιφσταϊλ»
Βιβλιοθήκες
Βιβλιοθήκες: πολλές αράχνες, λίγο φως
Δεν χωράνε, δεν χωράνε
Συνέντευξη: Μάρω Δούκα
«Πατριωτικός δωσιλογισμός υπάρχει και σήμερα»
Βιβλίο
Αυτός ο άψογος, άψυχος ήχος
Το ψέμα, η αλήθεια του