Έντυπη Έκδοση

Παράδοξα

  • Η Επανάσταση στην Ντίσνεϋλαντ (3)

    Στα προηγούμενα αφοσιώθηκα στην ανάλυση των δεσμών που γεφυρώνουν τα φαινόμενα τύπου Ντίσνεϋλαντ με την ηθική παρακμή του πολιτισμού της Δύσης, προσπαθώντας να δείξω ότι εκείνο που μεσολάβησε από τον Μίκυ μέχρι τον πρόεδρο Μπους τον νεώτερο ήταν η επιστροφή μιας κακοχωνεμένης παιδικότητας, η οποία αποκτούσε πλέον εκτελεστικές αρμοδιότητες.

    Εγκαινιαζόταν λοιπόν κυριολεκτικά, εκείνη την εποχή, ένας αφηρημένος χώρος ψυχαγωγίας που λειτουργούσε σαν «γενικό κλίμα» αλλά και σαν ιδεολογικός και προπαγανδιστικός βραχίονας της επιτάχυνσης των εξελίξεων στους τομείς παραγωγής και πληροφόρησης, κάτι που θα οδηγούσε μια μέρα την ανθρωπότητα στο να παρακολουθήσει τον πόλεμο του Ιράκ σε ζωντανή μετάδοση ή, αν θέλετε, με όρους βιντεοπαιγνιδιού. Θα παρακολουθούσε επίσης τις απόπειρες σωτηρίας ειδών υπό εξαφάνισιν σαν σε ριάλιτυ σόου, όπου η πανίδα εξέπεμπε τον επιθανάτιο ρόγχο της προσκεκλημένη σε τηλεοπτικές ασκήσεις οίκτου με θέα τις σαβάνες της Αφρικής ως ζωολογικούς κήπους. Αρα, δεν ήταν καθόλου ντροπή να προσποιείσαι ότι παραμένεις αιχμάλωτος σ' αυτήν την άσχημη και κάπως χυδαία ανωριμότητα, σ' αυτή την απατηλά παρήγορη παιδικότητα της φτηνής υπεκφυγής που ενσάρκωναν τα εμπορεύματα μιας χρήσης και οι κτηνώδεις απλουστεύσεις μιας τηλεόρασης της οποίας ο ύψιστος φιλοσοφικός λόγος γνωμοδοτούσε με τα χείλη της Οπρα.

    Τέτοιο υπήρξε το υπονοούμενο κωμικών ή γελοίων τελετουργικών όπως οι υποκλίσεις του δημάρχου Νέας Υόρκης με στολή μαζορέτας ή η απονομή χάρης στη γαλοπούλα από τον Πρόεδρο, την Πρωτοχρονιά. Η θλίψη που περιβάλλει αυτά τα απομυθοποιητικά έθιμα προέρχεται απ' την αίσθηση ότι τα τελευταία θα διατηρούσαν ίσως κάποιο νόημα σε κοινωνίες οι οποίες δεν θα είχαν προ πολλού απομυθοποιήσει τα πάντα εκτός απ' το εμπόρευμα και κατά συνέπεια θα είχαν θετικά κίνητρα για να προκαλέσουν στην καρδιά της αγοράς σύντομες στιγμές αλήθειας, συγχωρητέες εξομολογήσεις γύρω απ' τα κατά συνθήκη ψεύδη που έδιναν συνοχή στους κοινωνικούς ιστούς. Εκεί θα ίσχυε, μάλιστα, ένα αγαθό κίνητρο για να γιορτάζονται επέτειοι αφιερωμένες στο αγοράκι του Αντερσεν, που είχε κάνει ένα βήμα μπροστά ώστε να φωνάξει ότι ο βασιλιάς ήταν γυμνός. Αλλά, εάν, στην Αμερική, οι επέτειοι έμοιαζαν ανέκαθεν γελοίες, συνέβαινε διότι ο βασιλιάς είχε εξαρχής ανεβεί στον θρόνο επειδή ήταν γυμνός.

    Ετσι, περίσσευε αρκετή μελαγχολία στην Ντίσνεϋλαντ για τα παιδιά και τους γονείς που τα συνόδευαν, κι οι γονείς διάλεγαν τώρα να ξεχάσουν τη μελαγχολία τους και να συμφιλιωθούν, άρον άρον, με τις γελοιογραφημένες βεβαιότητες της νέας εποχής. Στην αυθυποβολή εύθυμης διάθεσης που προϋπέθετε η περιήγηση στην Ντίσνεϋλαντ βάραινε το γεγονός ότι οι βεβαιότητες αφορούσαν, ολοφάνερα, την υποβάθμιση της ανθρώπινης ζωής σ' ένα είδος εργασίας του ζην, όπου το παιγνίδι είχε ενσωματωθεί στο πλέγμα των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων -χώρια το ότι, στις ΗΠΑ, τα δικαιώματα είναι υποχρεωτικά. Δίχως υπερβολή, το σύνολο των politically correct συμπεριφορών δεν ήταν παρά το θέαμα αυτού του συλλογικού παλιμπαιδισμού, όταν ο ενήλικος κρίθηκε εξ υποθέσεως ακατάλληλος να θεσπίσει όρια στο εσωτερικό της συνείδησής του. Ο βασικός κανόνας, πλέον, υπαγόρευε την εξάλειψη της σκέψης σε όφελος της πράξης, της πρακτικής, της αδιάκοπης προώθησης ενεργητικών αλληλεπιδράσεων πέριξ του «υποχρεούμαι» και «δικαιούμαι» εννοούμενου ως δούναι και λαβείν. Η δε σκηνή των ηρώων του Ντίσνεϋ είχε αναλάβει τη νομιμοποιητική διακωμώδηση του κανόνα, τη διακωμώδηση εκείνου του τύπου κοινωνικής και ψυχολογικής ρηχότητας που γινόταν αντιληπτή ως αξιέπαινη απορρόφηση της σκέψης από τη συμπεριφορά.

    Ομως η διακωμώδηση δεν ήταν διόλου αστεία, εντέλει. Για παράδειγμα, η αίσθηση ότι ο καινούριος κόσμος ναι μεν ήταν περισσότερο άδικος απ' τον προηγούμενο και εξίσου βίαιος, πλην σου επέτρεπε να ξαναγίνεις δέκα ετών και να θαυμάζεις την υπναλέα ηλιθιότητα του Γκούφη, κάθε άλλο παρά ενέπνεε αστεϊσμούς σε μια σκληρή, χαώδη, ανομοιογενή και αλληλοσπαρασσόμενη κοινότητα όπου ο εξοντωτικός ανταγωνισμός των συμφερόντων άγγιζε ώς και τα πλήκτρα των πυρηνικών απειλών, για να μην σχολιάσουμε και την ψυχική έρημο που εκτεινόταν κατά μήκος του δικτύου των ανήθικων φθορισμών της τηλεόρασης, στις φτωχογειτονιές των προαστίων και στα τροχόσπιτα. Εντούτοις, οι Αμερικανοί ουδέποτε ξέφυγαν απ' τη σαγήνη αυτής της μύχιας επιθυμίας παλιμπαιδισμού, κηδεύοντάς την από δεκαετία σε δεκαετία, μέχρι την εποχή που ο Σπίλμπεργκ θα γυρνούσε το Από πού πάνε στο Χόλιγουντ. Ο μύθος των ξεκαρδιστικών προσποιήσεων που υποτίθεται ότι αναχαίτιζαν την κατάθλιψη εξακολουθούσε να σπάει ταμεία.

    Αναλόγως ευπρόσδεκτη, η κακογουστιά του εξωφρενικού παραδείγματος του Λας Βέγκας είχε παρασύρει τουλάχιστον τους πιο εύπιστους στο να δεχτούν ότι η Αμερική ήταν ακριβώς αυτό: ένας τόπος όπου μπορούσες να στήσεις το αντίγραφο της πυραμίδας του Χέοπα σε φυσικό μέγεθος, αρκεί να ορκιζόσουν υπακοή στο δολάριο και στο In God we trust. Οι πιο εύπιστοι ήταν όντως οι πρωτοπόροι, διότι η ευπιστία είχε δοθεί, απλούστατα, απ' τη μοίρα σαν πράσινο φως προς την κοινωνία εκείνη για να επαναθεμελιωθεί στην ιδέα του εύκολου κέρδους και των τυπικών, άνετων, επιφανειακών διεκπεραιώσεων, οπότε ο άνθρωπος θα απαλλασσόταν από το άγχος της αγάπης που χρωστούσε στον τιμωρό Θεό. Επιβλήθηκε λοιπόν αυτόματα η λατρεία ενός μέλλοντος που θα ήταν γεμάτο με γήπεδα του γκολφ και παγωτατζίδικα, με τράπεζες και φαστ φουντ, με ντράιβ ιν και πισίνες, ένας κόσμος όπου οι γραμματείς χαμογελούσαν, οι πλασιέ χαμογελούσαν, οι πρόεδροι χαμογελούσαν και ο Μίκυ επίσης, παρά τη νευραλγική του θέση στο Αστυνομικό Σώμα. Αυτό το όνειρο, υπέρ του οποίου όφειλε κανείς να εγκαταλείψει την πνευματική αμφιβολία γύρω απ' το τι σημαίνει άνθρωπος και πολίτης, δεν θα μπορούσε να βιωθεί σαν πειστικό υποκατάστατο της εθνικής αμερικανικής αισιοδοξίας παρά μόνον εάν η κοινή γνώμη επέστρεφε στην παιδική της ηλικία, απ' όπου ποτέ δεν απομακρύνθηκε. Η Αμερική ξανάγινε η χώρα των παιγνιδιών.

    Ετσι, τα παιγνίδια και οι λοταρίες, το πλαστικό και ο τζόγος, η παραίσθηση ασυδοσίας που σου έδινε το ελεύθερο να πλουτίζεις, να ταξιδεύεις, να αλλάζεις εμφάνιση, φίλους, κοινωνική τάξη και συνήθειες σε μια νύχτα, αυτό το μίσος για τις ρίζες που αποθηριωνόταν προστατεύοντάς σε απ' την εκδίκηση των αναμνήσεων κι απ' τον πειρασμό ερμηνείας ενός παρελθόντος που περίμενε τη δικαίωσή του ως κοιμητήριο ψυχών και συνάμα κλειδί της μοντέρνας Ιστορίας -όλα τα παραπάνω έγιναν η πρόσοψη που κάλυπτε το απόθεμα εκείνου που δεν ειπώθηκε, δηλαδή της ενοχής για όσα παραγράφηκαν χωρίς να συζητηθούν. Και το απόθεμα αναδυόταν τώρα πίσω απ' τα ξόανα του Μίκυ και της Κλάραμπελ με μιαν ανταύγεια μακάβριας παραδοξότητας.

    Αυτό ήταν πρόδηλο, ξαφνικά, όταν αντίκριζε κανείς το περιβάλλον της Ντίσνεϋλαντ ως γελοία απόπειρα διάψευσης των κοινωνικών ψυχασθενειών της μεσαίας τάξης. Μολονότι απαράλλαχτη από το '60, η Ντίσνεϋλαντ έπαψε δυστυχώς να φαντάζει σαν παιδική χαρά κι έγινε μουσείο κέρινων ομοιωμάτων, έγινε το θέατρο όπου διανέμεται το κοινωνικό συσσίτιο ενός υφέρποντος τρόμου για τη χαώδη απόσταση που χωρίζει τους ενήλικους απ' τα παιδιά τους, σε σύγκριση με τα οποία αδυνατούν να συλλάβουν διαφοροποιούς σημασίες, εφόσον είναι παιδιά οι ίδιοι. Ας θυμίσουμε ότι ο Γουώλτ Ντίσνεϋ υπήρξε από τους πρώτους πελάτες της κρυονικής.

    Το προγεφύρωμα του κιτς στην ευρωπαϊκή ήπειρο σταθεροποιείται σήμερα με την ανανέωση του συμβολαίου μεταξύ της γαλλικής κυβέρνησης και της Ντίσνεϋ, έναντι 2.000.000.000 ευρώ. Για να το πούμε με τρόπο απόλυτο, το γεγονός ότι η Ντίσνεϋ εξαγοράζει εδώ κι εκεί τηλεοπτικά δίκτυα μέσω χρηματιστηρίου είναι της ίδιας τάξης με την απέλαση των Ρομά απ' τον Σαρκοζί. Οι καταυλισμοί των Ρομά είναι το αντίθετο της Λιμνούπολης.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Συνέντευξη: Ντέιβιντ Φίντσερ
«Μ' αρέσουν οι ήρωες που αμαρτάνουν»
Μουσική
Διασκεδάζουν και το διασκεδάζουν
Κινηματογράφος
Πανόραμα εξπρές
Ο ανήσυχος «Αμερικανός»
Η Μαρλέν, η Γκρέτα κι εγώ
Συνέντευξη: Γιάννης Οικονομίδης
«Μικροαστός; Αυτή κι αν είναι τιμωρία»
Θέατρο
Κατάχρηση εξουσίας
Πρώτος ρόλος στο «τρίτο φύλο»
Το βιβλίο πάει θέατρο
Εκθεση
Ηρωες από το παρελθόν
Συνέντευξη: Μουρατχάν Μουνγκάν
«Το δικό σας τσαντόρ είναι το λάιφσταϊλ»
Βιβλιοθήκες
Βιβλιοθήκες: πολλές αράχνες, λίγο φως
Δεν χωράνε, δεν χωράνε
Συνέντευξη: Μάρω Δούκα
«Πατριωτικός δωσιλογισμός υπάρχει και σήμερα»
Βιβλίο
Αυτός ο άψογος, άψυχος ήχος
Το ψέμα, η αλήθεια του