Έντυπη Έκδοση

Στου θεάτρου το ουζερί

Η Ειρήνη Μαργαρίτη, του περίφημου «Unemployed» με ήρωες αληθινούς άνεργους, ανεβάζει το «Blackout» σ' ένα καφενείο. Πρωταγωνιστές ο Χρήστος Σαπουντζής και οι θεατές μπερδεύονται με τους θαμώνες

Πίσω μας, περιμένοντας έναν εσπρέσο και έναν βαρύ ελληνικό -δεν είναι ακόμα η ώρα του τσίπουρου και του μεζέ- μια παρέα συνταξιούχων παίζει πρέφα. Ακριβώς μπροστά μας ένας μόνιμος θαμώνας τρώει ήρεμος μακαρόνια με κιμά. Και στο τραπεζάκι που βρίσκεται κολλημένο στην τζαμαρία της εισόδου, σαν παρατηρητήριο, ένας κύριος, «μαγνητισμένος» απ' την κίνηση της βουερής Εμμανουήλ Μπενάκη, περιμένει κάποιον. Σε χαμηλή ένταση, σαν γλυκό μουρμουρητό, ακούγονται λαϊκά άσματα.

Στο κάπως κρυφό (βρίσκεται εντός Στοάς, πριν τη Φειδίου) ικαριώτικο καφενείο «Χαλαρά», μέσα σε ένα ζωντανό και καθόλου ελεγχόμενο περιβάλλον, ανάμεσα σε αληθινούς πελάτες, δικηγόρους, συνταξιούχους, ανθρώπους μοναχικούς, θα εκτυλίσσεται, από τις 18 του μήνα, το «Blackout», η νέα θεατρική δουλειά της Ειρήνης Μαργαρίτη που γνωρίσαμε από το περίφημο «Unemployed», με ήρωες αληθινούς ανέργους.

Και τώρα υπάρχει το σχόλιο για τη δεινή ελληνική πραγματικότητα. Δεν χαρακτηρίζεται αβασάνιστα «μικρή διαμαρτυρία» η παράξενη θεατρική πρόταση με μοναδικό ηθοποιό τον Χρήστο Σαπουντζή, που θα μπορούσε κανείς να περάσει επίσης για θαμώνα του παραδοσιακού καφενέ που μονολογεί με τον εαυτό του. Θα ζωντανεύει, όμως, συνοδευόμενος από τα φευγάτα μουσικά τοπία των Sancho 003, δύο συνταρακτικά, αν και «χαμηλόφωνα», διηγήματα από τη βραβευμένη (με Κρατικό Βραβείο Διηγήματος το 2011) συλλογή διηγημάτων του Χρήστου Οικονόμου «Κάτι θα γίνει, θα δεις» («Πόλις») που χτυπάει διάνα στο μεδούλι της ανθρώπινης κατάστασης: Το «Μουστακάκι με κάρβουνο» και το «Πλακάτ με σκουπόξυλο».

Στο πρώτο, μια μικρή σπουδή για την ακινησία που επιβάλλει το σκοτάδι, ένα ξαφνικό blackout θυμίζει παλαιότερα blackout στον κεντρικό ήρωα. Στο δεύτερο, ένα εργατικό ατύχημα φέρνει το φίλο του θύματος με πλακάτ λευκό, διαμαρτυρόμενο, έξω από το χώρο του ατυχήματος.

«Οι δύο ιστορίες συνδυάζουν την προσωπική απώλεια με την απώλεια μιας εποχής που όλοι βιώνουμε», εξηγεί για τη σχεδόν αυτόματη επιλογή η σκηνοθέτρια.

«...Με πιάνει φόβος που βλέπω έτσι σκοτεινό τον κόσμο, σα να 'ναι πόλεμος ή κατοχή, σα να 'χει γίνει κάποιο κακό μεγάλο. Κι ύστερα, για λίγο, για μια στιγμή, ο φόβος γίνεται γαλήνη όταν σκέφτομαι πως έξω είναι σκοτάδι και παγωνιά αλλά εγώ είμαι μέσα στα ζεστά, φυλαγμένος, με φως, φαΐ και τσίπουρο, με τον Τάκη να μιλάει, να μιλάει...», θα λέει ο ηθοποιός στο φυσικό «σκηνικό» του καφενέ-τσιπουράδικου, με φόντο τα βάζα με τα βότανα και τα ούζα.

Η Ειρήνη Μαργαρίτη, από την πρώτη στιγμή που αποφάσισε να μεταφέρει στη θεατρική πράξη το πρώτο διήγημα της συλλογής «Το Μουστακάκι», αναζητούσε ένα φυσικό σκηνικό, ένα ουζερί. Εκανε ρεπεράζ, αλλά ο παράγων τύχη στάθηκε καταλύτης: «Το "Χαλαρά" το βρήκα εντελώς τυχαία. Δεν ήξερα καν ότι υπήρχε», λέει. Περνώντας απέξω μια βραδιά ακούει δυνατά μουσική. Γυρνάει.

Και τι βλέπει; «Ενας άνδρας, γύρω στα 40, χόρευε ζεϊμπέκικο. Και λέω από μέσα μου "ζω το αφήγημα του Οικονόμου"». Πλησιάζει περίεργη. Τότε εμφανίζεται η κυρία Στέλλα, άνθρωπος του μαγαζιού, και την καλεί μέσα.

Την κερνά τσίπουρο, λέγοντάς της «τέτοιες εποχές που ζούμε πρέπει να πίνουμε κάτι όλοι μαζί». Ακόμα και άγνωστοι! «Αυτό ακριβώς είναι το διήγημα», προσθέτει η σκηνοθέτρια που έστησε μια παράσταση με τρεις λάμπες και μία κιμωλία!

Το θέατρο το αντιλαμβάνεται άλλωστε κι αυτή και ο Σαπουντζής σαν ένα «μαζί». «Δεν είναι ένας μονόλογος αλλά ένας διάλογος», λένε με μια φωνή. Ο ηθοποιός, μάλιστα, θέλει να πει στους θαμώνες-κοινό: «Εσείς είστε οι αληθινοί ήρωες, εσείς που δίνετε τον αγώνα σας εκεί έξω». Η θεατρική γλώσσα, που γεννήθηκε μέσα από τα διηγήματα, βοηθάει και για κάτι ακόμα: «Να απευθυνθούμε στο συναίσθημα».

Το κείμενο, προσθέτει ο Σαπουντζής, σε ένα εγχείρημα που «ακουμπά στα ζητούμενα μιας νέας θεατρικής αφήγησης», μιλά για πράγματα που «αφορούν τους πάντες ». Οπως και τον ίδιο. «Ζω κι εγώ τη δικιά μου αγωνία. Μου χρωστάνε λεφτά, με αποτέλεσμα να χρωστάω κι εγώ, κινδυνεύοντας να πάω φυλακή. Δεν ξέρω τι ζω. Σε πουλάνε σκηνοθέτες, σε πουλάνε παραγωγοί. Αντάρτικο κάνουμε πια, έτσι όπως έχουν γίνει τα πράγματα με τους μισθούς και την καταπίεση που τρως στο εργασιακό πεδίο. Χίλιες φορές, όμως, να ρισκάρεις με τα λιγοστά που δεν σου περισσεύουν -γιατί είναι δικιά μας η παραγωγή του "Blackout"».

Αλήθεια, ο τίτλος θέλει κάτι να μας πει; «Φυσικά. Ολη η ελληνική κοινωνία σε blackout βρίσκεται. Αν το καταλάβει, θα έχει γίνει ένα πρώτο βήμα για να βγει απ' αυτό και την ακινησία που φέρνει», θεωρεί η σκηνοθέτρια.

* INFO:Το «Blackout» θα εκτυλίσσεται κάθε Κυριακή στις 2 το μεσημέρι και Δευτέρα και Τρίτη στις 20.30. Διάρκεια 70 λεπτά. Τιμή εισιτηρίου: 10 ευρώ (περιλαμβάνει μεζέ, με τσίπουρο ή κρασί). Απαραίτητη κράτηση θέσεων στα 6972-310415 και 6948-592574.

Τα σχόλια έχουν κλείσει για αυτό το άρθρο

Κανένα σχόλιο

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας 0

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Παραστάσεις
Θέατρο
Σχετικά θέματα: Θέατρο
Θέατρο
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Hollywood
Hollywood
Εθνική Λυρική Σκηνή
Θρίαμβος του έρωτα
Εικαστικά
Εικαστικά
Θέατρο
Στου θεάτρου το ουζερί
Θέατρο
Μουσική
Αιχμάλωτοι της αισιοδοξίας
Μουσική
Σινεμά
Σινεμά
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΑΝΤΖΑΣ θεατρικός σκηνοθέτης
Συνεντεύξεις
«Η βία της ανεργίας και οι νεωκόροι της αγοράς»
Φωτογραφία
Παγκοσμιοποίηση της δυστυχίας