Έντυπη Έκδοση

Τέχνες & Πολιτισμός

Μεθοριακά

  • Στα σκοτεινά...

    Οσες παρακλήσεις κι αν κάνω, δεν γαληνεύει ο καιρός, ούτε ο τόπος. Πώς να γαληνέψει, θα μου πείτε, με τόσους τελώνες; Οπου σταθώ πλειστηριασμούς και κατασχέσεις ακούω, όποιον συναντήσω στην αγορά τρέχει σε ταμεία με δυο-τρία μπιλιέτα στο ένα χέρι κι ένα μασούρι χάρτινα ευρώ στο άλλο.

    Εβρεχε κιόλας την περασμένη εβδομάδα των συναλλαγών, στρατός από ομπρελίνα στην πόλη και μια μυρωδιά κλουβίτη αναδυόταν από τις σχάρες της αποχέτευσης. Χοροπηδούσα κι εγώ στη βροχή, ανέβαινα και κατέβαινα πεζοδρόμια, έσερνα τα μποτάκια στα ποδηλατοδρόμια, πηδούσα τα ποταμάκια του δρόμου, αφουγκραζόμουν τον ήχο του νερού που σούρωνε στις μπουκωμένες σχάρες του δικτύου ομβρίων.

    Είχε αποσβεστεί στο μεταξύ στη συνείδηση πωλητών και αγοραστών το «χαρμόσυνο» άνοιγμα των μαγαζιών κυριακάτικα... Ενας τόπος ανάσκελα, μια χώρα κρεμασμένη ανάποδα, όπως κι αν το δει κανείς, που της ζητούν να χειροκροτήσει τις ποινές της -κιόλας- κατά παραγγελίαν. Γεμίσαμε, μπουκώσαμε πια από «Διαδρομιστές» και «προσοδ-ουργούς», όπως έγραφε ο μακαρίτης ο Αθανάσιος Κανελλόπουλος ο Ηλείος, σε δοκίμιό του για τα «Παθογενή Σύνδρομα στο Δημοσιονομικό σύστημα της Αρχαίας Αθήνας».

    Την Πέμπτη καθάρισε ο καιρός, το σκότος διαδέχθηκε ένας μεγαλειώδης ήλιος που έλουσε τον κήπο και το σπίτι... Την Πέμπτη που μπουκάρανε τα ΜΑΤ στην ΕΡΤ! Τέλος δεν έχει αυτή η διαδρομή έτσι όπως κανοναρχεί πάνω στα καθημερινά και στα πολιτικά μας! Ενα σκηνικό «στα σκοτεινά... μέσα στο φως!!!» Κατάπια την οργή και τη μελαγχολία μου και κάθισα να τελειώσω το κείμενο που οφείλω στη στήλη. Αλλα λογάριαζα να γράψω μέχρι την Τετάρτη, άλλα μου βγαίνουν τώρα...

    Ηθελα να γράψω για τα μαγαζιά που θα ανοίγουνε τις Κυριακές, κι όσα θυμόμουν από τη μικρή αγορά της γενέθλιας πόλης, στα χρόνια του '60. Το αυστηρό ωράριο λειτουργίας τότε ελεγχόταν από τον... χωροφύλαξ και τον... πόλισμαν - όπως έλεγε η γειτόνισσα. Είχαμε βγει για ψώνια με τη μαμά κάποια φορά, χρειαζόμασταν ύφασμα για φουστανάκια κι ένα δικό της μαντό, εν όψει της Λαμπρής που πλησίαζε. Χαζέψαμε βιτρίνες, κουβεντιάσαμε με καταστηματάρχες, παζαρέψαμε κι η ώρα πέρασε... Εμενε ακόμα ένα μαγαζάκι, που είχε μια όμορφη βιτρίνα με τόπια τσελβόλ και ζορζέτα, τυλιγμένα σε κούκλα, ένα σύμπλεγμα ίδιο με εκείνο του Λαοκόοντα με τα φίδια! Οταν επιχειρήσαμε είσοδο στο μαγαζί για να προβάρουμε χρώματα και σχέδια βρεθήκαμε μπροστά στο όργανον, που μας σταμάτησε με μιαν απότομη κίνηση του χεριού: «Μέσα κανείς!!! Αύριο τώρα», μας είπε κοφτά με σοβαρό ύφος... Φύγαμε... Υφάσματα αγοράσαμε την άλλη μέρα... Τα ράψαμε, τα χαρήκαμε, ακόμα πρέπει να υπάρχουν κομμάτια από το μαντό, τα φουστανάκια όμως χωνέψανε από χρόνια. Εκείνο, όμως, που έμεινε από τη βόλτα μας στα μαγαζιά είναι η ατάκα του πόλισμαν... «Μέσα κανείς!!!».

    Πενήντα χρόνια μετά, έχουμε άλλες αγορές κι άλλα συνθήματα! Η κυρίαρχη ατάκα προστάζει «Μέσα όλοι...» ή και «όλοι... μέσα». «Μπάτε» με το στανιό αγοράστε, για να «ευτυχείτε»! Κάτι, δηλαδή, σαν «shopping therapy», που φορέθηκε την εποχή των παχυλών πορτοφολίων και των ισχυρών... χαρτοφυλακίων... Μπορεί και να υπονοεί, «μπάτε σκύλοι αλέστε», κατά μίαν εκδοχή, πλην δεν ομολογείται.

    Ανοησίες με πατέντα, ιδεολογήματα αχρεία, που επικαλούνται συγκρίσεις με καθεστώτα πρωτευουσών της Εσπερίας... Αλλά ποιος να μπει σήμερα στα μαγαζάκια και Κυριακές και με τι να ψωνίσει; Αλιτήριοι οι εκδίδοντες διατακτικές του είδους... Αγορές, οι τελώνες τους, αλά μπρατσέτα με Φαρισαίους και Γραμματείς που κάθονται πάνω στον άμοιρο σβέρκο μας...

    Με την ίδια λογική και η εισβολή στην ΕΡΤ, αχάραγο. Νύχτα έγινε η δουλειά από κρανοφόρους με κέφια... που έβαλαν χειροπέδες αντί για λουκέτο στην πόρτα.

    Τι να λογαριάσεις λοιπόν για το έρεβος; Μετράς και προετοιμάζεσαι... Προσώρας η γειτονιά ψωνίζει τις καθημερινές μόνο τα χρειαζούμενα και πληρώνει σε... φράγκα. Στο μπακάλικό μας μια ταμπέλα γράφει «Εις την υπηρεσίαν των πελατών από του 1890»... Ο μπακάλης μετράει τα λεφτά σε φράγκα... (τι φράγκα - τι ευρώ) Αντιστοίχως οι πελάτες τα μετατρέπουν σε δραχμές... Αλλα μέτρα, άλλα σταθμά εδώ στην εξοχή, που παραμένει κολλημένη σε πρωθύστερες αξίες, ισοτιμίες, υπεραξίες, ιδέες. Ποιος λογαριάζει όμως έτσι σήμερα... αγορές που έγιναν αγοραπωλησίες;

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Hollywood
Hollywood
Εθνική Λυρική Σκηνή
Θρίαμβος του έρωτα
Εικαστικά
Εικαστικά
Θέατρο
Στου θεάτρου το ουζερί
Θέατρο
Μουσική
Αιχμάλωτοι της αισιοδοξίας
Μουσική
Σινεμά
Σινεμά
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΑΝΤΖΑΣ θεατρικός σκηνοθέτης
Συνεντεύξεις
«Η βία της ανεργίας και οι νεωκόροι της αγοράς»
Φωτογραφία
Παγκοσμιοποίηση της δυστυχίας