Έντυπη Έκδοση

Θωπεύοντας τη φαινομενολογική σκέψη στον 21ο αιώνα

Jean-Luc Marion

Επιπροσθέτως

Φαινομενολογία και Θεολογία

εισ.-μτφρ.: Γιώργος Γρηγορίου

εκδόσεις Πόλις, σ. 328, ευρώ 18

Ο Ζαν-Λυκ Μαριόν είναι ο επιφανέστερος σήμερα εκπρόσωπος της γαλλικής φαινομενολογικής σχολής και θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους γάλλους φιλοσόφους της εποχής μας. Γεννήθηκε το 1946 και είναι μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Σορβόνης, όπου διαδέχτηκε τον Emmanuel Levinas, και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου, όπου διαδέχτηκε τον Paul Ricoeur. Επίσης, είναι διευθυντής του Κέντρου Καρτεσιανών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Σορβόνης και πρόεδρος του Ινστιτούτου Φιλοσοφικών Σπουδών «Enrico Casteli». Τα ενδιαφέροντά του περιστρέφονται γύρω από την ιστορία της φιλοσοφίας και πιο συγκεκριμένα γύρω από την καρτεσιανή σκέψη. Επιπλέον, ασχολείται με τη θεολογία, την οποία αντιμετωπίζει ως προνομιακό συνομιλητή της φιλοσοφίας και αναγκαίο ορίζοντά της κάθε φορά που αυτή εκθέτει τον εαυτό της στα όριά της. Βλέπει, τέλος, τη φαινομενογία ως τη μη δογματική εκείνη μέθοδο που περιγράφει τα φαινόμενα και αποπειράται συγχρόνως να αναδείξει όσα παραμένουν αφανή, παρά την ορθολογικότητά τους. Ο ίδιος εντάσσει τον εαυτό του στην κλασική σχολή της φαινομενολογίας, αλλά πιστεύει ότι διευρύνει τη δίοδο που άνοιξε ο Husserl και συνέχισε ο Heidegger. Το ανά χείρας βιβλίο δίνει στους αναγνώστες την αφορμή να εξετάσουμε τη συνεισφορά του στον τομέα αυτόν της φιλοσοφίας και να δούμε πώς ο ίδιος αντιλαμβάνεται τη σχέση του με τη θεολογία.

Το βιβλίο είναι η συνέχιση και η ολοκλήρωση μιας τριλογίας, όπου ο Μαριόν επωμίζεται και εξετάζει τη θέση ότι η μοναδική προσέγγιση που επιτρέπει την πραγμάτωση του χουσερλιανού στόχου για επιστροφή «στα ίδια τα πράγματα», είναι εκείνη που ξεκινάει από τη δωρεά του φαινομένου. Τα βιβλία αυτά φέρουν τους τίτλους Reduction et donation, recherches sur Husserl, Heidegger et la phenomenologie και Etant donne. Το πρώτο κυκλοφόρησε το 1989, ενώ το δεύτερο με διαφορά εννέα χρόνων, το 1997.

Η κριτική προσέγγιση του Μαριόν στις δύο αυτές πραγματείες σχετίζεται με τη φαινομενολογική αναγωγή, την κίνηση δηλαδή από τη φυσική στη φαινομενολογική στάση, που προτάσσει τον περιορισμό της αποβλεπτικότητάς μας από όλα ανεξαιρέτως τα πράγματα στον κόσμο σε μια στόχευση που επικεντρώνεται αυστηρώς και μόνο στην ίδια την αποβλεπτική μας ζωή με τα σύστοιχα αντικείμενα της και τον σύστοιχο κόσμο της.

Ο Μαριόν ισχυρίζεται ότι τόσο ο Χούσερλ όσο και ο Χάιντεγκερ απέτυχαν να αναπτύξουν μια φαινομενολογία της επιστροφής στα ίδια τα πράγματα, γιατί ενώ κάθε μορφή συγκρότησης από ένα υποκείμενο προϋποθέτει την εμφάνιση του φαινομένου, στην πράξη τα συγκροτημένα αντικείμενα όντα και αντικείμενα του κόσμου μας δεν είναι παρά επελεύσεις του ανάγοντος υποκειμένου.

Καθώς ο Χούσερλ άνοιξε με τη φαινομενολογία του ένα δρόμο πέραν της μεταφυσικής, μέσω της αναγωγής των αντικειμένων στο υπερβατολογικό Εγώ (πρωταρχική αντικειμενικότητα), και ο Χάιντεγκερ επαναπροσδιόρισε τα όντα στο Dasein, ο Μαριόν έτσι διερωτάται για τη δυνατότητα μιας αναγωγής πέρα από την αντικειμενικότητα και τον ορίζοντα τού είναι, σε μια προοπτική ή έσχατη μορφή αναγωγής που θα πραγματώνεται «ως δωρεά-ανώνυμη, και που έχει να κάνει με τα πράγματα του καθαρού δοσμένου», που με αυτόν τον τρόπο καθιστά δυνατή την αντικειμενικότητα και την οντικότητα. Με άλλα λόγια, θεωρεί ότι η φαινομενικότητα κάθε φαινομένου δεν είναι αποτέλεσμα μιας αιτίας, αλλά πραγματοποίειται με και μέσα στη δωρεά του στην εποπτεία. Το αξίωμά του είναι: «όση αναγωγή τόση δωρεά». Πώς όμως καταδεικνύει το αξίωμα αυτό μέσα στα ίδια τα πράγματα;

Στο Etant donne συγκροτεί μια νέα κατηγορία φαινομένων, μια κατηγορία σε αντιπαλότητα προς τα κοινά φαινόμενα, αυτή των κορεσμένων φαινομένων. Τα φαινόμενα τούτα έχουν κορεστεί από δωρητική εποπτεία και άρα ξεπερνούν κάθε περατό εννόημα ή ορίζοντα που το υποκείμενο θα ήθελε να τους επιβάλει. Οπως ο ίδιος λέει, στα κορεσμένα αυτά φαινόμενα «η εποπτεία κατακλύζει πάντοτε την προσμονή της απόβλεψης», «η δωρεά όχι μόνο περιβάλλει εξ ολοκλήρου τη φανέρωση, αλλά ξεπερνώντας την, τροποποιεί τα κοινά της χαρακτηριστικά», και ως εκ τούτου ονομάζονται παράδοξα γιατί συμβαίνουν «παρά την εμφάνιση», γιατί «η ορατότητα της εμφάνισης αναδύεται... κόντρα στο ρεύμα της απόβλεψης».

Η κατηγορία των κορεσμένων φαινομένων υπερβαίνει τις τέσσερις θεμελιώδεις αρχές τού καθαρού νου, όπως αυτές εκτίθενται στην Κριτική του Καθαρού Λόγου, τις αρχές (κατηγορίες) της ποσότητας (ενότητα, πολλότητα, ολότητα), της ποιότητας (πραγματικότητα, άρνηση, περιορισμός), της σχέσης (ενύπαρξη και αυθύπαρξη, αιτιότητα και εξάρτηση, κοινωνία ή αλληλεπίδραση ανάμεσα στο ποιούν και το πάσχον) και της τροπικότητας (δυνατότητα - μη δυνατότητα, υπάρχειν - μη υπάρχειν, αναγκαιότητα - τυχαιότητα). Ετσι, το κορεσμένο φαινόμενο είναι αστόχευτο κατά την ποσότητα, ανυπόφορο κατά την ποιότητα, απόλυτο κατά τη σχέση και ακοίταχτο κατά την τροπικότητα.

Πρώτον, είναι αστόχευτο γιατί είναι μια «στιγμία σύνθεση», δεν μπορεί δηλαδή να είναι στόχασμα στηριγμένο στη διαδοχική σύνθεση των κατ' ιδίαν μερών του, αλλά κάτι περισσότερο εν' εαυτώ. Ο φιλόσοφος αναφέρει ως παραδείγματα τα φαινόμενα της έκπληξης, της κυβιστικής ζωγραφικής και του ιστορικού συμβάντος.

Δεύτερον, είναι ανυπόφορο γιατί «η ένταση της πραγματικής εποπτείας ξεπερνά όλες τις εννοιακές προσλήψεις της αντίληψης» και ως εκ τούτου «η αντίληψη δεν μπορεί, όχι μόνο να προκαταλάβει πλέον αυτό που πρόκειται να δεχτεί από την εποπτεία, αλλά κυρίως δεν είναι δυνατόν να υποφέρει τα πιο υψηλά μεγέθη της». Ως παράδειγμα εδώ φέρει το είδωλο, τον πίνακα της ζωγραφικής ή το έργο τέχνης εν γένει.

Τρίτον, εμφανίζεται ως απόλυτο κατά την κατηγορία της σχέσης, γιατί δεν υποκύπτει στις αναλογίες της εμπειρίας, και άρα εντελώς ανυπόθετο, αφού δεν εξαρτάται από οιονδήποτε ορίζοντα ή σχεσιακή εμπειρία. Ο Μαριόν εδώ χρησιμοποιεί το παράδειγμα της σάρκας, της οποίας τα παθήματα παραπέμπουν μόνο στον εαυτό της -γιατί πάσχει πρωτίστως εν εαυτή και αφ' εαυτή-, κι έτσι, αντίθετα με το ιστορικό συμβάν, «δεν δείχνεται παρά μόνο αυτοδιδόμενη».

Τέλος, είναι ένα φαινόμενο ακοίταχτο γιατί δεν εκφράζει καμία σχέση προς τη γνωστική ικανότητα όπως συμβαίνει με τις καντιανές κατηγορίες του τρόπου.

Αυτές, ισχυρίζεται ο Μαριόν, προκαλούν την αλλοτρίωση του φαινομένου επειδή αυτό στερείται «φαινομενικής αυτονομίας εφ' όσον αρνείται, σύμφωνα με τις κατηγορίες της τροπικότητας, να δοθεί σ' αυτόν που θα έρθει να το δει» και έτσι «αφήνεται να συγκροτηθεί από εκείνον που προηγείται αυτού και το προβλέπει. Τι όμως συμβαίνει όταν ένα φαινόμενο δεν συναρτάται με τη δύναμη της γνωστικής ικανότητας του Εγώ; Ο Καντ θα έλεγε ότι ένα τέτοιο φαινόμενο δεν θα εμφανιζόταν καν». Ο Μαριόν όμως αντιτάσσει: η αδυνατότητα αντικειμενοποίησης δεν συνεπάγεται την αδυναμία οποιασδήποτε εμφάνισης, γιατί ένα κορεσμένο φαινόμενο μπορεί να είναι ορατό, αλλά να μην κοιτάζεται -να μην αποτελεί αντικείμενο παρατήρησης- όταν επιβάλλεται στο βλέμμα με την πλησμονή της εποπτείας, και, άρα, όταν δεν ανάγεται στους όρους της εμπειρίας. Σε αυτή την περίπτωση δεν είναι το Εγώ που συγκροτεί το φαινόμενο, αλλά το Εγώ που αισθάνεται ότι συγκροτείται απ' αυτό. Αυτό τον τελευταίο τύπο ο Μαριόν θα τον ονομάσει εικόνα που «δεν προσφέρει κανένα θέαμα στο βλέμμα ούτε και ανέχεται το βλέμμα κανενός θεατή, αλλά τουναντίον, με τη σειρά της απευθύνει το δικό της βλέμμα επάνω σ' όποιον την αντιμετωπίζει», ενώ «ο παρατηρών παίρνει τη θέση του παρατηρούμενου». Είναι «το βλέμμα του άλλου», που «δεν σου δίνεται για να το δεις, αλλά για να το αντέξεις».

Εδώ εγείρεται το κρίσιμο ερώτημα: Μπορεί το κορεσμένο φαινόμενο, μέσω των τεσσάρων τύπων του, να αγγίξει ένα maximum; Το ερώτημα αυτό συμφύεται με την υπόθεση του Θεού. Επαναθέτοντάς το μορφοποιείται ως: Μπορεί η φαινομενικότητα να φτάσει σε αυτό το σημείο ή είναι δυνατή μια τέτοια φαινομενικότητα; Η αναζήτηση του ερωτήματος αυτού, ισχυρίζεται ο Μαριόν, προϋποθέτει ότι: το έσχατον τούτο είναι ένα φαινόμενο και, δεύτερον, ότι παραμένει ως τέτοιο η τελευταία δυνατότητα. Ο Μαριόν πιστεύει ότι αυτοί οι δύο όροι πληρούνται στο φαινόμενο της αποκάλυψης, γιατί σε αυτό ενυπάρχουν οι τέσσερις προαναφερθέντες τύποι: η αποκάλυψη δίνεται ως ιστορικό συμβάν, ως είδωλο, ως σάρκα και ως εικόνα (πρόσωπο). Κατά συνέπεια υπάρχει σαν ένας δεύτερος βαθμός κορεσμού και σαν το παράδοξο μιας δυνατότητας και μόνον ως τέτοιας. Συνοπτικά, ο γάλλος φιλόσοφος πιστεύει και τεκμηριώνει την άποψη ότι στη μορφή του Χριστού βρίσκουμε τους τέσσερις τύπους του κορεσμένου φαινομένου και την έντασή του.

Είναι σε αυτό το σημείο που ολοκληρώνεται η μακρά πορεία του Μαριόν από την πρώτη πραγματεία στη δεύτερη. Δεν είναι όμως τυχαίο ότι τέσσερα χρόνια αργότερα, το 2001, εκδίδεται το εξίσου σημαντικό πόνημα Επιπροσθέτως. Για να εξυγιάνει και να διευρύνει σε αυτό τις θέσεις που είχε ήδη αναπτύξει στα δύο προηγούμενα βιβλία του πάνω στην έννοια του κορεσμένου φαινομένου του δοσμένου της δωρεάς, και της αποκάλυψης. Η κρισιμότητα έγκειται πάντα στην εξής στόχευση: Να απαλλαγεί η φαινομενολογική σκέψη από τα προβλήματα που εγείρουν στον στοχασμό οι έννοιες της κενής και της πεπληρωμένης απόβλεψης (Παρουσία και Απουσία), επανακαθορίζοντας το υποκείμενο ως τον μάρτυρα της δωρεάς (παραδομένος-adonne).

Το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου μπορεί να διαβαστεί σαν ένα εγκώμιο του συγγραφέα στην παράδοση της φαινομενολογίας. Ουσιαστικά μέσα σε αυτό δίνεται η ώθηση για τα επόμενα πέντε που ανατέμνουν την κεντρική προβληματική του. Ο Μαριόν έχει την άποψη ότι ούτε ο Αριστοτέλης με την ουσία ούτε η causa των Μεσαιωνικών ή η νόηση του Καρτέσιου και του Καντ μπορούν να προσεγγίσουν τις αλήθειες στις οποίες στοχεύουν. Επίσης όμως διατείνεται ότι η οδός για την πρώτη φιλοσοφία δεν είναι κλεισμένη ή αδιέξοδη, αλλά μας τη δείχνει η φαινομενολογία ως έμπρακτη μαρτυρία του αξιώματος «όση αναγωγή τόση δωρεά». Το ερώτημα συνεπώς είναι: Πώς θα μπορούσε να διασφαλιστεί η προεξάρχουσα θέση της φαινομενολογίας ως πρώτης φιλοσοφίας αν δεν έχει δειχτεί εκ των προτέρων ότι το φαινόμενο διατηρεί αφ' εαυτού το μέτρο της ελευθερίας στη φανέρωσή του; Ο Μαριόν θα πει και θα προσπαθήσει να επικεντρώσει όλη την προσοχή του σε αυτό: το ανθρώπινο υποκείμενο όχι ως κάποιο υπερβατολογικό ή εμπειρικό Εγώ, αλλά ως το παραδομένο ή έκδοτο στο αυτοδιδόμενο φαινόμενο, που μέσω αυτού υποδέχεται τον εαυτό του. Και βάσει της θέσης αυτής θα ολοκληρώσει την έκθεση των κορεσμένων φαινομένων αντιστρέφοντας εκ νέου τις καντιανές κατηγορίες και ακόμα, δοκιμάζοντας ένα άλμα προς τη θεολογία, για να δείξει ότι το φαινόμενο της αποκάλυψης μπορεί να διατηρήσει τη δυνατότητα να δίνεται μέσα σε μια εποπτεία, ως δηλαδή ένα αντικείμενο εν ενεργεία παρόν για εμάς και όχι ως απόβλεψη εν τη απουσία του. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία
Σχετικά θέματα: Λογοτεχνία
Η γυναίκα με τα μαύρα
Αφιέρωμα στον ποιητή Γιάννη Βαρβέρη
Μια νέα, επίκαιρη, ανάγνωση του Θουκυδίδη
Παλιοί λογαριασμοί
Ο Δημήτρης Μητρόπουλος και το Ωδείο Αθηνών
Δύο ατμοσφαιρικές ιστορίες μυστηρίου και αυτογνωσίας
Πάνος Κουτρουμπούσης, ο μυθογράφος
Το άκαρπο ειδίκευμα
Ο υιός του Χρήστου και της Μερόπης Αρχοντώνη
Η ώρα του παιδιού
Ο μύθος της υπόγειας σπηλιάς
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Από τις 4:00 στις 6:00
Πείνα για διάκριση στο τραγούδι, οδηγεί σε έμπνευση
Η λαμπερή πλευρά της μουσικής
Εικαστικά
Μαντάμ Χίτλερ
Κινηματογράφος
Η λογοτεχνία στα 35 m.m.
Λογοτεχνία
Η γυναίκα με τα μαύρα
Αφιέρωμα στον ποιητή Γιάννη Βαρβέρη
Μια νέα, επίκαιρη, ανάγνωση του Θουκυδίδη
Παλιοί λογαριασμοί
Ο Δημήτρης Μητρόπουλος και το Ωδείο Αθηνών
Δύο ατμοσφαιρικές ιστορίες μυστηρίου και αυτογνωσίας
Πάνος Κουτρουμπούσης, ο μυθογράφος
Το άκαρπο ειδίκευμα
Ο υιός του Χρήστου και της Μερόπης Αρχοντώνη
Θωπεύοντας τη φαινομενολογική σκέψη στον 21ο αιώνα
Η ώρα του παιδιού
Ο μύθος της υπόγειας σπηλιάς
Συνέντευξη:Διαμαντής Καράβολας
Το νέο βήμα των εκδόσεων Φαρφουλάς
Άλλες ειδήσεις
Η συνάντηση
Χιλιάδες νότες βαθέος Νότου