Έντυπη Έκδοση

Πείνα για διάκριση στο τραγούδι, οδηγεί σε έμπνευση

Δεν θα πρωτοτυπήσω γράφοντας το πόσο σοβαρό είναι εδώ και άπειρα χρόνια το επισιτιστικό πρόβλημα για τον άνθρωπο, ακόμα και σήμερα σε μια προχωρημένη εποχή, όπου παρ' όλο που ο φυσικός πλούτος δίνει τη δυνατότητα σε πολλές χώρες να λύσουν το επισιτιστικό τους, αυτές συνήθως με άδικες συμφωνίες για το συμφέρον του πληθυσμού τους επιτείνουν το πρόβλημα και υπάρχουν χώρες που τροφοδοτούν την παγκόσμια αγορά με πετρέλαιο, διαμάντια, ουράνιο και άλλες εμπορεύσιμες ύλες κι όμως, οι κάτοικοί τους ζούνε στα όρια της φτώχειας και κάθε δραματική τους αντίδραση πνίγεται συνήθως στο αίμα από αυτούς που ελέγχουν την κατάσταση.

Η σημερινή διεθνής οικονομική κατάσταση έχει επιτείνει ακόμα περισσότερο το πρόβλημα και χώρες που ποτέ δεν θα μπορούσε κανείς να φανταστεί ότι οι κάτοικοί τους θα είχαν επισιτιστικό πρόβλημα, όπως οι Ην. Πολιτείες, έχουν δημιουργήσει στρατιές από ανέργους που καθημερινά αναζητούν κυριολεκτικά ένα πιάτο φαΐ στα συσσίτια που προσφέρει το κοινωνικό κράτος, σε μια υποκριτική για πολλούς προσφορά του.

Το αίσθημα της πείνας δεν είναι άγνωστο σε κανέναν άνθρωπο, η διαφορά είναι το πόσο μόνιμο είναι αυτό στον καθένα από τους συνανθρώπους μας κι αν ξεφεύγει απλώς από τα όρια, επειδή για διάφορους λόγους καθυστερήσαμε το φαγητό μας και όχι επειδή αδυνατούμε να το προμηθευτούμε.

Στα τραγούδια συνήθως οι στίχοι αναφέρονται στην εύθυμη πλευρά της πείνας, δηλαδή αυτή που είναι περιστασιακή και δεν οφείλεται σε βιοποριστικούς λόγους.

Οι Duran Duran πεινούσαν σαν λύκοι στο Hungry Like The Wolf, αλλά το αντικείμενο της πείνας τους ήταν ο έρωτας, όπως και για τον Paul Revere και τους Raiders στο Hungry, που αναζητούσαν την καλή πλούσια ζωή, χωρίς βέβαια να έχουν στο μυαλό τους την πραγματική πείνα, όπως ο Bob Marley στο Them belly full (but we hungry), σε ένα από τα πολλά τραγούδια του με κοινωνικά μηνύματα, που παρά την πείνα προέτρεπε τους μουσικόφιλους να ξεχάσουν τα προβλήματά τους και να χορέψουν.

Τον Διονύσιο Σολωμό μελοποίησε το 1977 ο Γιάννης Μαρκόπουλος στους Ελεύθερους πολιορκημένους, όπου ο Νίκος Ξυλούρης τραγουδούσε:

Ακρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει.

Λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί κι η μάνα το ζηλεύει.

Τα μάτια η πείνα εμαύρισε στα μάτια η μάνα μνέει

στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει.

«Ερμο τουφέκι σκοτεινό, τι σ' έχω 'γώ στο χέρι;

Οπού συ μου 'γινες βαρύ κι ο Αγαρηνός το ξέρει».

Το 1996 στο άλμπουμ Παράρτημα ο Διονύσης Σαββόπουλος μας θυμίζει στο Τραγούδι ας πούμε του Οδυσσεβάχ αρκετές μορφές καταστροφών, με ανάμεσά τους βέβαια και την πείνα:

Το τραγούδι ας πούμε του Οδυσσεβάχ που φορτώνει κόσμο για την Ιθαγδάτη.

Το καράβι που οδηγάει κι η πατρίδα που ζητάει

κάποτε θα γίνουν ένα κι όλα ετούτα είναι γραμμένα,

πείνα, πόλεμοι, σεισμοί κι όλοι οι ωκεανοί

φουσκωμένοι να 'ρχονται στη μικρή του την καρένα.

Με τη θάλασσα έχει να κάνει και το Τραγούδι των πειρατών σε ποίηση Bertolt Brecht, με τη Μαρία Φαραντούρη:

Από ποτά ξεφρενιασμένοι, λουσμένοι από τις αστραπές

Και από δαιμόνους φιλημένοι στων καραβιών τις κορυφές

σαν σκελετοί ηλιοδαρμένοι, αρρώστια, μπόχα, πυρετοί,

μα τραγουδάνε πεινασμένοι όσοι απόμειναν ορθοί:

«Ανέμοι πάρτε μας μακριά, σ' ορίζοντες αστραφτερούς

πνίχτε και κάφτε τους θεούς, θεός για μας η θάλασσα»

Το 2010 ο Θάνος Ανεστόπουλος, από τα ιδρυτικά μέλη του συγκροτήματος Διάφανα Κρίνα, διασκεύασε ένα ιταλικό ποίημα, γραμμένο μάλλον από τον αναρχικό Belgrado Pedrini, με τον αρχικό τίτλο Οι σκλάβοι, που στη συνέχεια έγινε Η γαλέρα:

Είμαστε τσούρμο αναιμικό σε μια φριχτή γαλέρα που πάνω της ο θάνατος

με πείνα αργά θερίζει.

Ποτέ διαυγή ορίζοντα η αυγή δεν έχει δείξει στο βρόμικο κατάστρωμα

πάντα η φρουρά ουρλιάζει.

Τις μέρες μας τις κλέβουνε σε βρομερά σανίδια κι είμαστε δούλοι ασθενικοί

δεμένοι με αλυσίδα.

Φεγγάρι πάνω απ' τη θάλασσα στον ουρανό τ' αστέρια μα πάνω από τα φώτα μας

πένθιμο πέπλο πέφτει.

Αγέλες δούλων ξέσαρκων κωπηλατούν βογκώντας την αλυσίδα σου αν δεν σπας

πάνω στο κουπί πεθαίνεις.

Το λοιπόν, σκλάβε, που βογκάς κουπί θα τραβάς αιώνια.

Κάλλιο στο κύμα θάνατος στη θάλασσα που αφρίζει

κουπί θα τραβάμε ίσαμε το πλοίο στα βράχια να πέσει.

Στο άλμπουμ της με λαϊκά παραδοσιακά τραγούδια απ' όλο τον κόσμο, το 1978, η Βίκυ Μοσχολιού, σε ελληνικούς στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου, τραγουδούσε το Πέφτει η Μαδρίτη: Ξένος δεν είσαι όταν έρχεται η μπόρα

η μαύρη ώρα κι εσένα θα βρει γι' αυτό άγρυπνος στάσου, πολέμα, στοχάσου

πως φταις που πληθαίνουν του κόσμου οι σταυροί.

Πάει το Σαντιάγο στη νύχτα βουλιάζει, Νερούδα κι Αλιέντε σκιά τούς σκεπάζει

κι εσύ νιώθεις ξένος, γελάς χορτασμένος και λες «τι με νοιάζει για τους Χιλιανούς».

Πάει το Σαντιάγο και στην Αργεντίνα Βιδέλα και φιέστες και αίμα και πείνα

κι εσύ νιώθεις ξένος, στην μπάλα χαμένος δεν σκέφτεσαι διόλου τους Αργεντινούς.

Ελάχιστα τραγούδια έχει γράψει ο Γιώργος Νταλάρας, ένα από αυτά, με τίτλο Τα τραγούδια που 'χω γράψει, ερμήνευσε το 2008, σε στίχους του Μάνου Ελευθερίου, ο Χρήστος Θηβαίος: Τα τραγούδια που 'χω γράψει τα φοβάμαι

μήπως βγούνε κάποια μέρα αληθινά, μήπως έρθουν μια στιγμή που περπατάμε

και το σώμα ξεσκεπάσουν, που πεινά.

Θα 'θελα να 'μουν βασιλιάς τραγουδούσε το 2000 ο Μανώλης Φάμελλος με τους Ποδηλάτες του, κάνοντας μια επιλογή που μάλλον δεν είναι ικανή από μόνη της να λύσει τα καθημερινά προβλήματα: Είναι πολλά αυτά που θα 'θελα αγάπη μου

μα απειροελάχιστα αυτά που σου ζητώ

γιατί θα μου 'φτανε αν μέσα στο χάλι μου είχα εσένα λίγο εδώ.

Και ας μην ήμουν βασιλιάς και ας την έβγαζα με ούζο και ρετσίνα

τις Κυριακές κάπου να τρώγαμε φτηνά και μεσοβδόμαδα ας μας έτρωγε η πείνα

τότε θα ήμουνα πανευτυχής αστέρι μου και ας κρυβόμουνα απ' τον σπιτονοικοκύρη

άστεγος θα 'μενα δίχως νερό και τροφή για το δικό σου το χατίρι.

Τον λιθουανό ποιητή Μιλόζ αναφέρει η ποιήτρια Ρίτα Παππά στο ποίημα Υπόγειο, που μελοποιήθηκε το 1985, ένα χρόνο μετά τον θάνατό της, για το άλμπουμ των Χάρη & Πάνου Κατσιμίχα Ζεστά ποτά:

Σου 'φερε ο Μιλόζ φέτος την άνοιξη.

Την πείνα σου ποιος άλλος μπορούσε να νοιαστεί;

Φουρτούνιασε τη γειτονιά το φιλντισένιο αμάξι του.

Γίνου όμορφη, γίνου όμορφη, στα περιβόλια θα σε δείξει.

Μαμά γερνάω τραγουδούσε το 1988 η Τάνια Τσανακλίδου, σε στίχους της Λίνας Νικολακοπούλου και μουσική του Σταμάτη Κραουνάκη. Οι τότε 30άρες γυναίκες ούτε στα πιο τρελά όνειρά τους δεν μπορούσαν να φανταστούν τα προβλήματα που θα είχαν σήμερα, έπειτα από 23 χρόνια, λίγο πριν από την υποτιθέμενη συνταξιοδότησή τους με τα τότε δεδομένα: Τα ρούχα που δεν έμαθα να πλένω

τα βάζω στη σακούλα και σ' τα φέρνω.

Ρωτάς για την καριέρα μου, τη νύχτα και τη μέρα μου

κι εγώ να σου μιλάω καταφέρνω.

Μαμά, πεινάω μαμά, φοβάμαι μαμά, γερνάω, μαμά.

Και τρέμω να 'μαι αυτό που χρόνια ανησυχείς:

ωραία, νέα κι ατυχής.

Ας ελπίσουμε κι ας ευχηθούμε η πείνα να είναι αντικείμενο μουσικής μόνο έμπνευσης για τους κατοίκους της χώρας μας.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Μουσική
Σχετικά θέματα: Από τις 4:00 στις 6:00
Η λαμπερή πλευρά της μουσικής
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Από τις 4:00 στις 6:00
Πείνα για διάκριση στο τραγούδι, οδηγεί σε έμπνευση
Η λαμπερή πλευρά της μουσικής
Εικαστικά
Μαντάμ Χίτλερ
Κινηματογράφος
Η λογοτεχνία στα 35 m.m.
Λογοτεχνία
Η γυναίκα με τα μαύρα
Αφιέρωμα στον ποιητή Γιάννη Βαρβέρη
Μια νέα, επίκαιρη, ανάγνωση του Θουκυδίδη
Παλιοί λογαριασμοί
Ο Δημήτρης Μητρόπουλος και το Ωδείο Αθηνών
Δύο ατμοσφαιρικές ιστορίες μυστηρίου και αυτογνωσίας
Πάνος Κουτρουμπούσης, ο μυθογράφος
Το άκαρπο ειδίκευμα
Ο υιός του Χρήστου και της Μερόπης Αρχοντώνη
Θωπεύοντας τη φαινομενολογική σκέψη στον 21ο αιώνα
Η ώρα του παιδιού
Ο μύθος της υπόγειας σπηλιάς
Συνέντευξη:Διαμαντής Καράβολας
Το νέο βήμα των εκδόσεων Φαρφουλάς
Άλλες ειδήσεις
Η συνάντηση
Χιλιάδες νότες βαθέος Νότου