Έντυπη Έκδοση

Μαύρο βαθύ, σχεδόν γκρίζο συννεφιάς

**Γιάννης Αντιόχου

Εισπνοές

εκδόσεις Ικαρος, σ. 52, 10 ευρώ

...Ιχνη ίχνη ίχνη / Σημάδια θανάτου / Μαύρες γραβάτες και περιβραχιόνια / Μαύρα μαντήλια και μάλλινες κάλτσες / Μαύρες ντάμες / Μαύροι βαλέδες και βασιλιάδες / Μαύρα αραβικά ψηφία / Σκέπτεσαι... (σ. 21-22).

Σκέφτομαι συχνά διαβάζοντας πεισιθάνατους στίχους ότι -όπως με τα παλιά φωτογραφικά φιλμ- θα μπορούσα να διαβάσω το «αρνητικό» του ποιήματος, αντικαθιστώντας το μαύρο με το άσπρο και τη θλίψη με τη χαρά. Μόνο που για να γίνει αυτό δεν πρέπει το φιλμ να είναι «υποφωτισμένο» ή «υπερφωτισμένο». Η «θανατολαγνεία» και η αλγολαγνεία περισσεύουν σε αυτή την ποιητική συλλογή, διανθισμένη με leit motiv του είδους «να (μην) πονά / να (μην) πονά / να (μην) πονά» ή «σνιφ...σνιφ...σνιφ» (ασθματική αναπνοή, ίσως) ή «γουρ γουρ γουρ» (η ομιλία ενός μαύρου περιστεριού -«αλλιώς το Αγιο Πνεύμα», σ. 16). Καταλαβαίνετε, λοιπόν, γιατί μιλάω για το «αρνητικό» ενός «υποφωτισμένου» φωτογραφικού φιλμ, όταν το γνωστό άσπρο περιστέρι από την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος μετατρέπεται -ποιητική αδεία- σε μαύρο;

Τότε αρρώστησες βαριά / Λευκάνθηκε το δέρμα σου / Οι φλέβες γράφτηκαν στο σώμα αράχνες της μούχλας / Κι όπως γίνεται στα όνειρα / Μέσα από τα μαλλιά σου τινάχτηκε μια μαύρη φτερούγα / Το κρανίο σου σκίστηκε στα δυο σαν τ' αυγό της κλώσσας / Κι έσκασε μαυροπούλι του μυαλού / Πετάρισε μια δυο μέσα στην κάμαρα / Και κράζοντας / Τη σκοτείνιασε καλά... (σ. 13).

Ο Γιάννης Αντιόχου, σύμφωνα πάντα με το Δελτίο Τύπου, «είναι ποιητής, μεταφραστής. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1969. Μεγάλωσε και ζει στον Πειραιά. Είναι κάτοχος ΜΒΑ και MSc της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, με εξειδίκευση στις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας».

«Εθισμένο σώμα» (σ. 30), δύσκολη εισπνοή ή άπνοια (σσ. 16, 28, 31, 34, 35, 39, 41, 43, 50 και στον τίτλο του βιβλίου: «εισπνοές»), μαύροι άγγελοι (σ. 32) και μαύρο περιστέρι του Αγίου Πνεύματος (σ. 16), ο πόνος, ο σωματικός, ο αναπόδραστος (σσ. 16, 20, 29, 30 κ.ά.), η ηρωίνη («μισάνοιξε της ηρωίνης το βλέμμα», σ. 20), αράχνες, ποντίκια, φίδια και το «Μέγα Τρωκτικό», δράκοι «τ' ονείρου με πολύχρωμα φτερά / κι άλλα νηκτά κι εξωτικά / πτηνά / ή βάφοντας μαύρα σαν / νεκρά / θνησιγενή τα ποιήματα / κι άλλα / πολλά / του ανθρώπου / συναισθήματα» (σ. 41). Και όλ' αυτά διανθισμένα με εκτεταμένες παραπομπές στον Λαπαθιώτη, στον Καζαντζάκη, στον Καρούζο, στον Τ. S. Eliot, στον Καβάφη, στον Arthur Rimbaud, στον Thomas Ligotti, στον Ezra Pound, στον Thelonious Monk κ.ά. Είναι τόσο εκτεταμένα αυτά τα παραθέματα, που συνθέτουν ένα άλλο «σώμα», παρένθετο στο κυρίως «ποιητικό σώμα» του βιβλίου.

Ο Γιάννης Αντιόχου είναι πιστός και συνεπής στο ποιητικό του όραμα. Και μόνο προς το τέλος αφήνει να φανεί αχνά το στοιχείο της ειρωνείας και ο μακάβριος (αυτο)σαρκασμός: «...Ο ένας να πεθάνει / Του έχει γράψει / Το σπίτι με το φάντασμά του / Ο άλλος έψαξε ώρα πολλή τι να χαρίσει·/ Συνθέτοντας την ωδή του / Του χάρισε το copyright / All rights reserved λοιπόν / Αλλά... νεκρός; / Ναι νεκρός [...] Προφίλ αυτός κι η μύτη του εισπνέει [...] Και πέθανες; / Πώς; / Και φάντασμα; / Ποιος; / Ποιος; / Αυτός κι αυτός» (σσ. 49-52). Η ασθματική, απελπισμένη, θα έλεγα, μονολογικότητα των δύο τελευταίων ποιημάτων είναι μάλλον έκδηλη.

**Ανδρέας Κ. Παπανικολάου

Η Ηδύλη, μ-συνάψεις-1

έκδοση της εταιρείας «Κοινός Τόπος Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου. Εταιρεία Ιστορικών, Επιστημολογικών & Φιλοσοφικών Μελετών», σ. 43, 5 ευρώ

Και βγάζω, που λες, απ' τη μέσα μεριά του πορτοφολιού την ασπρόμαυρη μαθητική φωτογραφία και αποχαιρετώ, πάλι απ' την αρχή, αυτήν εδώ την Ηδύλη των ανεπίδοτων ερώτων μου κι όλων μου των ανοίξεων και των Επιταφίων που 'φυγαν σαν τον μυστικό θίασο του Καβάφη, στο Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον... (σ. 42).

Νοσταλγική ματιά στην εφηβική ηλικία από ένα «γράμμα», με ημερομηνία 3 Μαΐου 2005, που έστειλε στον νευροεπιστήμονα και συγγραφέα Ανδρέα Παπανικολάου ο πρώτος μηχανικός στο εμπορικό ναυτικό και «επίδοξος Καβαδίας» (σ. 7) Αλέξης Κ. Παπαδάκης. Πρόκειται άραγε για πραγματικό πρόσωπο ή μήπως είναι ένα προσωπείο πίσω από το οποίο ομιλεί και γράφει ο καθηγητής και διευθυντής του Κέντρου Κλινικών Νευροεπιστημών της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Τέξας στο Χιούστον των ΗΠΑ; Στον πρόλογο λέει: «...Γραμμένο Τρίτη του Πάσχα του 2005, ανήκει σε μια συλλογή αυτοβιογραφικών αφηγήσεων που ο Αλέξης ετοιμάζει εδώ και κάτι χρόνια για να τη στείλει, λέει, σε κάποιον γνωστό μας εκδότη. Γνωρίζοντας όμως τον Αλέξη αρκετά καλά, πολύ φοβάμαι ότι η συλλογή ποτέ, τελικά, δεν θα "ετοιμαστεί", γι' αυτό του απέσπασα τη συγκατάθεση να δημοσιεύσω αυτό τουλάχιστον το γράμμα» (σ. 7). Κεντρικό πρόσωπο και πόλος έλξεως του εφηβικού ερωτισμού, η εξιδανικευμένη Ηδύλη, που αρραβωνιάζεται έναν αξιωματικό του ΝΑΤΟ και αφήνει στα κρύα του λουτρού τον 13χρονο αφηγητή, ο οποίος βρίσκει παρηγοριά, μέχρι τα γεράματα, σε μια κλεμμένη φωτογραφία του σκοτεινού αντικειμένου του πόθου του. Ειδυλλιακή ματιά στα πασχαλιάτικα έθιμα της ελληνικής επαρχίας, νοσταλγία για τη χαμένη νιότη κι αποδοχή της θνητότητας και της παρακμής όλων των υλικών σωμάτων. Αλλά κάνει σήμερα μια τέτοια λιακάδα κι έχουν πάρει ένα τόσο όμορφο μπλε τα νερά που ξεχνιέμαι, και νομίζω πως δεν είμαι πια στη γέφυρα του γκαζάδικου, αλλά πάνω στον Προφήτη-Ηλία, το εκκλησάκι που πηγαίναμε σαν σήμερα, Τρίτη του Πάσχα, όλο το χωριό κι ότι κοιτάω από κει πάνω τη δικιά μας τη θάλασσα (σ. 43). Φαίνεται ότι η αθεράπευτη μελαγχολία και ο πεισιθάνατος ρομαντισμός είναι ασύμβατα με το αιγαιοπελαγίτικο τοπίο. Ενα βιβλίο για «αιώνιους εφήβους».**Μαρία Ροδοπούλου

Το βιβλίο των νεκρών. Ο όγδοος ορίζοντας

σειρά Σκιές

εκδόσεις Συμπαντικές Διαδρομές, σ. 62, 10 ευρώ

Η Κόλαση του Δάντη, ο Ιερώνυμος Μπος, ο Οιδίποδας του Σοφοκλή λίγο πριν βγάλει τα μάτια του, η Μήδεια του Ευριπίδη, πολύ μετά τον φόνο των παιδιών της, συναντιούνται σε αυτό το μυητικό ταξίδι αυτογνωσίας προς τα εσωτερικά πεδία του μύχιου Εγώ, εκεί που ο σπινθήρας του Θείου περιμένει να τον ανακαλύψουμε. Και η αποκάλυψη δεν αργεί: Το μόνο που χρειάζεται / είναι τα θνητά σου μάτια να αποποιηθείς / και να κάνεις το ταξίδι εντός σου / μόνος και γυμνός όπως εγεννήθεις, // με ένα μόνο πόνο και ένα κλάμα δυνατό / ν' ανακαλύψεις τον Ανθρωπο, / αυτόν τον χαμένο ορίζοντα (σ. 61). Η Μαρία Ροδοπούλου, που «γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα με τον σύντροφό της και τα δυο τους παιδιά», τελείωσε το 1987 το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών κι από τότε εργάζεται ως αναλύτρια-προγραμματίστρια εμπορικών επιχειρήσεων. Οπως γράφει στο «αυτί» του βιβλίου, «είναι λάτρης της θεατρικής ποίησης και της σκοτεινής πλευράς των παρασκηνιακών δρώμενων. Αγαπημένος της δραματουργός, ο Σοφοκλής». Η δραματικότητα, με εμφανή τα στοιχεία της ειρωνείας και του αυτοσαρκασμού, είναι προφανής σε αυτή την πρώτη της ατομική ποιητική δημιουργία, αφού ο λόγος διαρθρώνεται ως ένα ich-drama, όπου το ομιλούν πρόσωπο συνδιαλέγεται με διάφορες εκφάνσεις του «εγώ» του, επιχειρώντας να καταδυθεί στα βάθη του ατομικού και του συλλογικού ασυνείδητου, προκειμένου να γνωρίσει τον εαυτό του. Σουρεαλισμός και παράλογο, εφιαλτικές εικόνες, βγαλμένες θαρρείς από την «Αποκάλυψη» του Ιωάννη, η Θιβετιανή και Αιγυπτιακή Βίβλος των Νεκρών, και η απεγνωσμένη προσπάθεια της ψυχής να ξεπλύνει τις ενοχές και τις αμαρτίες που της φόρτωσε η πορεία της στην Υλη, αφού μόνον Εκείνος, ο Ενας και Μοναδικός είναι αναμάρτητος. Το Ερεβος απαλύνεται από μια μεσογειακή, αιγαιοπελαγίτικη -θα έλεγα- μεταφυσική στα μέτρα του ανθρώπου. «Πάντων μέτρον άνθρωπος» φαίνεται να πρεσβεύει η «εσωτερίστρια» ποιήτρια. Ενα βιβλίο για όσους δεν έχουν ακόμα βρει όλες τις λύσεις στα υπαρξιακά τους ερωτήματα.

**Μαρκ Ντουγκέν

Μια συνηθισμένη εκτέλεση

μτφρ.: Μαρίλια Κοσμοπούλου

εκδόσεις Κέδρος, σ. 400, 18 ευρώ

Πώς συνδέονται η Ολγα Ατλίνα, με το κληρονομικό χάρισμα του «μαγνητισμού» στα χέρια, προσωπική εναλλακτική θεραπεύτρια του Στάλιν, και η βύθιση του ρωσικού υποβρυχίου Kursk; Απλούστατα, ένα από τα θύματα της ανόσιας βύθισης ήταν ο εγγονός της Εβραίας γιατρίνας Ολγας, ο Βάνια Ατλμάν, στην πρώτη και τελευταία του αποστολή. Και οι δύο, ακούσιοι ήρωες, μπλεγμένοι στα γρανάζια ενός μηχανισμού, που θυσίασε εκατομμύρια ανύποπτα -ή υποψιασμένα- ανθρώπινα όντα στον βωμό της Ιστορίας. Ο Μαρκ Ντουγκέν, γάλλος συγγραφέας και σεναριογράφος, που γεννήθηκε στη Σενεγάλη, σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στην Γκρενόμπλ και απέσπασε δεκαοχτώ (!) λογοτεχνικά βραβεία με το πρώτο του μυθιστόρημα (La chambre des officiers - Το γραφείο των αξιωματικών), μας δίνει, σε αυτό το πέμπτο του πεζογράφημα, μια μυθιστορηματική μαρτυρία ιστορικών γεγονότων, που σημάδεψαν την πορεία της κομμουνιστικής Ρωσίας, ενώ δεν παραλείπει να απεικονίσει με καίριες, γοργές πινελιές και τη σύγχρονη εποχή αυτής της πλούσιας σε πολιτισμό, σε ανθρώπινους και υλικούς πόρους, χώρας του Βορρά.

**Stathis Α. Kapogiannopoulos

The Odyssey of Human Quests. Myth - Philosophy - Science

Diavlos Publications, p. 240, 21 ευρώ

Ο Στάθης Καπογιαννόπουλος, που γεννήθηκε το 1948 στην Αθήνα, είναι πολιτικός μηχανικός (αποφοίτησε από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο το 1971). Εφοδιασμένος με βαριά τεχνολογική και φιλοσοφική αρματωσιά, καταβυθίστηκε για χρόνια στις σύγχρονες θεωρίες Φυσικής, με χρηστικό εργαλείο του τα ανώτερα μαθηματικά, και διερεύνησε τη σχέση τής μυθολογίας με τη φιλοσοφία και την επιστήμη. Αποτέλεσμα των πολυετών αναζητήσεών του είναι δύο βιβλία στην ελληνική γλώσσα: «Νοοτροπίες & προοπτικές στο κατώφλι τού 21ου αιώνα» (1994) και «Η Οδύσσεια των ανθρώπινων ερωτημάτων» (εκδόσεις Δίαυλος, 2004). Το δεύτερο βιβλίο του, αφού μεταφράστηκε, συμπληρώθηκε και βελτιώθηκε, κυκλοφορεί τώρα στην αγγλική γλώσσα. Ο ανήσυχος αυτός στοχαστής, αναφέροντας ακροθιγώς ή υπονοώντας σύγχρονες θεωρίες για το Big Bang, τις υπερ-χορδές, το περίφημο «σωματίδιο του Θεού» που αναζητούν τώρα οι επιστήμονες στο CERN, καταλήγει ότι ο άνθρωπος (ως ον που άνω-θρώσκει) δεν θα μπορέσει ποτέ να βρει μια Ολιστική θεωρία ερμηνείας των πάντων, αφού κάτι τέτοιο θα ήταν ασύλληπτο από το ανθρώπινο μυαλό. Πιστεύει, εν ολίγοις, ότι ο άνθρωπος δεν έχει εγκαταλείψει ακόμα τα σπήλαια των προκαταλήψεων και των δεισιδαιμονιών που τον κατατρύχουν. Θεωρεί ότι η σύγχρονη Επιστήμη και η Μυθολογία-Θεολογία δεν απέχουν πολύ, αφού στηρίζονται σε αναπόδεικτα -εν πολλοίς- αξιώματα. Προτείνει την άμεση κινητοποίηση των επιστημόνων και επισημαίνει την ανάγκη διαφοροποίησης του τρόπου διδασκαλίας της Επιστήμης, προκειμένου να αποτραπεί η επικείμενη οικολογική καταστροφή του πλανήτη μας από την καταχρηστική χρήση της Τεχνολογίας. Προβλέπει ότι η αλαζονική ανθρώπινη Δύναμη θα προκαλέσει την εξαφάνιση, όχι μόνο του δικού μας είδους, αλλά και όλων των άλλων ειδών που μοιράζονται μαζί μας τη Γη. Μέσα στην όλη ενεργητική απαισιοδοξία του, και βασιζόμενος στους Προσωκρατικούς, μοιάζει σα να επαναλαμβάνει, με σύγχρονα λόγια, το σωκρατικό «γνώθι σαυτόν», αλλά και το «εν οίδα ότι ουδέν οίδα», κι αυτό τον καθιστά -αν μη φιλόσοφο- τουλάχιστον τίμιο στοχαστή σε κοινωνική εγρήγορση.

**Εύη Τσέκου

Οταν η Δανάη ονειρεύτηκε τις καλεσμένες της

εκδόσεις Κέδρος, σ. 596, 22 ευρώ

Η ελληνική μυθιστοριογραφία φαίνεται ότι λειτουργεί συχνά-πυκνά τα τελευταία χρόνια ως κολυμβήθρα του Σιλωάμ, όπου όλοι της γης οι ταλαιπωρημένοι αναζητούν εξαγνισμό κι αποκατάσταση. Ο έντεχνος γραπτός λόγος γίνεται έτσι το μέσον επαναπροσδιορισμού του αδικημένου εαυτού στον κόσμο μέσα από το όνειρο και τη φυγή από την «αντικειμενική» πραγματικότητα. Στο χώρο του φαντασιακού το «εγώ» προβαίνει σε νοητικές κατασκευές μιας ιδιωτικής, σουρεαλιστικής πραγματικότητας προκειμένου να αντιμετωπίσει, να εξορκίσει, ή να «βάλει στη θέση τους» τους «άλλους», που σύμφωνα με τη γνωστή ρήση του νομπελίστα Ζαν-Πωλ Σαρτρ «είναι η κόλαση» (από τη «Ναυτία» του).

Η πολυσυζητημένη Εύη Τσέκου, στο πρώτο μυθιστόρημα-ποταμό που εκπόνησε, στήνει ένα ονειρικό σκηνικό, όπου την ηρωίδα της, τη Δανάη, επισκέπτονται, και συζητούν για τον έρωτα, τα διαμάντια, τον πλούτο, την απιστία, την απουσία του εραστή και την ερωτική προδοσία, διάσημες γυναίκες του εικοστού αιώνα, όπως: Ελίζαμπεθ Αρντεν, Πέγκι Γκουγκενχάιμ, Βιρτζίνια Γουλφ, Γκαλά Ελυάρ, Μαρία Κάλλας, Φρίντα Κάλο, Γκρέις Κέλι, Αγκαθα Κρίστι, Ντόρα Μάαρ, Αλμα Μάλερ, Λι Μίλερ, Μέριλιν Μονρόε, Σιμόν ντε Μποβουάρ, Ισιδώρα Ντάνκαν, Μάρλεν Ντίτριχ, Αννα Πάβλοβα, Εύα Πάλμερ, Εντίθ Πιαφ, Ελενα Ρουμπινστάιν, Κοκό Σανέλ, Nelly's, Δωροθέα Τάνινγκ, Ρίτα Χέιγουορθ, Οντρεϊ Χέπμπορν, και οι Δεσποινίδες της Αβινιόν από τον ομώνυμο πίνακα του Πάμπλο Πικάσο.

Δείγμα γραφής (ο λόγος για το αν «τα διαμάντια είναι οι καλύτεροι φίλοι των γυναικών»): Η Μέριλιν τη λοξοκοιτάει, αλλά η Δανάη συνεχίζει απτόητη: «Καταλαβαίνετε τι εννοώ. Δεν μπορεί να λέγεται αυτό σαν να προτιμούν όλες οι γυναίκες αυτή τη μορφή του πλούτου περισσότερο από τα αισθήματα που θα μπορούσε να έχει γι' αυτές ένας άντρας». «Εντάξει, μην το παίρνεις και τόσο σοβαρά», της λέει η Μαρία [Κάλλας], αυτή που ίσως είχε φορέσει τους πιο βαρύτιμους λίθους απ' όλες, αλλά δεν χόρτασε από αντρικά αισθήματα.

**Ραλλού Γιαννουσοπούλου

Χάρτινες αγάπες

εκδόσεις Οδός Πανός, σ. 64, 9 ευρώ

Το πέμπτο βιβλίο της Ραλλούς Γιαννουσοπούλου, που είναι η δεύτερη ποιητική της συλλογή, επιμελήθηκε ο βραβευμένος ποιητής Τάσος Γαλάτης. Το εξώφυλλο κοσμεί ένας πίνακας του Αλέξη Ακριθάκη. Προηγουμένως είχαν εκδοθεί δύο συλλογές διηγημάτων και μία νουβέλα από τις εκδόσεις «Κέδρος». Οσο περνούν τα χρόνια ο λόγος της γίνεται πιο δραματικός, μεστός νοήματος και λακωνικός, όπως τα ελληνιστικά επιγράμματα: «Τώρα ο ζήλος πέρασε και / τα εφήμερα καθώς μεγάλωσα / με τρομάζουν όλο και περισσότερο» (σελ. 45). Κι αλλού ο αυτοσαρκασμός, η ειρωνεία και η αποδοχή της αναπόφευκτης φθοράς του Κάλλους με το Χρόνο απογειώνονται στο ζενίθ της υπαρξιακής αγωνίας, όπως στο ποίημα «Παραδοχή»: «Κάτι / πήγε στραβά με την κοπή. Δεν θα / κυκλοφορήσω ως χρηματική μονάδα / ούτε ως τσίλικο κι ωραίο με / την αντίστοιχη αξία. Δεν είμαι / ούτε κίβδηλο, είμαι μονάχα / το ναδίρ» (σελ. 57). Οι απρόσμενοι διασκελισμοί συντείνουν στη δραματικότητα του ποιητικού μονολόγου.

Θύμα της Ομορφιάς, πιστή του κινηματογράφου και λάτρις των γατών, ερωτευμένη με τις φωτογραφίες των ανδρών που διανθίζουν τη μοναξιά της κρεβατοκάμαράς της (εξού και ο τίτλος «Χάρτινες αγάπες»), η ποιήτρια υψώνεται πέρα από τη μεμψίμοιρη αναπόληση της χαμένης νιότης σε μια γενναία προσμονή του Θανάτου και εξαγνίζεται από τον βούρκο των ρηχών συναισθημάτων με των αρχαίων τραγικών την κάθαρση. Στυγνή και ωραία μέχρι τέλους, πέρα από συναισθηματικά τερτίπια κι εκφραστικές ευκολίες. «Ενιωθα / να μεταμορφώνομαι σιγά-σιγά / στον λεμβούχο της Αχερουσίας. / Αλήθεια έτσι που φτώχυνα / Πρέπει να παρακαλέσω κάποιο / φίλο να φυλάει και / για μένα ένα κέρμα» (από το ποίημα «Το γήρας», σελ. 28). Κι αλλού: «Ανέτρεψα / τα δεδομένα· δεν με αφορά / η οδυνηρή σου / μακροβιότητα τώρα που θα γίνω / σκιά, στάχτη, πέτρα, μπορεί / άνεμος που χτυπά τα βράδια / το παράθυρό σου βουερά δυσοίωνα / που πάντα αντιπαθούσες» (από το ποίημα «Κακία ίσως», σελ. 60).

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Διηγήματα ωριμότητας
16 χρόνων έγκυος από τον πατέρα της
Φωτοσκιάσεις για έθνη
Κατάθεση ψυχής
Το περί Σολωμού ογκώδες έργο
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Διηγήματα ωριμότητας
16 χρόνων έγκυος από τον πατέρα της
Φωτοσκιάσεις για έθνη
Μαύρο βαθύ, σχεδόν γκρίζο συννεφιάς
Κατάθεση ψυχής
Το περί Σολωμού ογκώδες έργο
Βιβλίο
ΕΠΙΜΕΤΡΟ στην «Επινόηση της πραγματικότητας» του Β. Ραπτόπουλου*
Συνέντευξη
Αιμίλιος Καλιακάτσος
Συνέντευξη: Φώτης Θαλασσινός
Ταξίδι σε τόπους απροσδιόριστους και ζοφερούς
Περιοδικά
Λογοτεχνικά περιοδικά: Θερμοκήπια υπό εξαφάνιση;
Από τις 4:00 στις 6:00
Εργασία, ανεργία και τραγούδι πάνε μαζί
Συνεργάστηκε με τους πάντες...
Άλλες ειδήσεις
Ενδεκάτη η Κραταιή
Να καταστρώνεις χωρίς καπέλο
Το τελευταίο θρόισμα του «γερο-Χαρτ»