Έντυπη Έκδοση

Ο ΑΠΟΗΧΟΣ ΤΗΣ ΠΑΛΙΑΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΣΥΝΟΙΚΙΑΣ, ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΜΥΘΟΣ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΩΝ ΝΕΟΤΕΡΩΝ, ΑΚΟΥΓΕΤΑΙ ΑΚΟΜΗ

Ενα μαγικό ζυμάρι φουσκώνει στην Κυψέλη

«Φτου και βγαίνω», ακούστηκε μέσα στο σκοτάδι μια παιδική φωνή. Ακολούθησε ποδοβολητό. Απίστευτο. Παιδιά παίζουν κρυφτό, βράδυ, στους δρόμους της Αθήνας. Και μάλιστα στη «χαβούζα του κέντρου». Με αυτόν το χαρακτηρισμό αναφέρονται πολλοί στην πάλαι ποτέ αστική συνοικία της Κυψέλης.

Παλιά τη διέσχιζαν δύο ρέματα -οι σημερινές οδοί Βελβενδού και Φαιδριάδων. Εσμιγαν στην πλατεία Κανάρη και κυλούσαν στη Φωκίωνος Νέγρη. Τις τελευταίες δεκαετίες τη συνθέτουν δύο αντιθέσεις: η νομιμότητα και η παρανομία. «Το ζήτημα της εγκληματικότητας πάει πακέτο με το ρατσισμό», λέει ο Πέτρος Κωνσταντίνου, 55 ετών, κάτοικος της περιοχής τα τελευταία 30 χρόνια.

Η Κυψέλη έχασε ένα μεγάλο κομμάτι μεταναστών τα τελευταία χρόνια. Τα προβλήματα ωστόσο παραμένουν εκεί. Και δεν είναι μόνο το ξέπλυμα βρόμικου χρήματος στα μπαρ των μεταναστών, που σφραγίζονται από το δήμο και ανοίγουν ξανά, ή το εμπόριο ναρκωτικών, που ανθεί στους παράδρομους. Είναι «το ένα από τα τρία τρόλεϊ που καταργήθηκε, με αποτέλεσμα να γεμίζουν ασφυκτικά τα λεωφορεία». Είναι οι διπλοβάρδιες στα σχολεία. Είναι τα καταστήματα της Φωκίωνος Νέγρη, που κλείνουν το ένα μετά το άλλο. Μαζί τους σβήνουν και τα φώτα. «Υπάρχουν πολυκατοικίες ολόκληρες χωρίς ρεύμα», λέει ο Πέτρος. «Ας μας απασχολούν όχι μόνο όσα συμβαίνουν στους δρόμους, αλλά και μέσα στα σπίτια μας».

Οι τρεις φίλες

Η Μαρία, 15 ετών, πηγαίνει τρεις φορές την εβδομάδα με τα πόδια στον Πανελλήνιο. «Οχι μόνη, με τις φίλες μου. Πάντα είμαστε δύο ή τρεις». Οι φίλες της είναι μια Φιλιππινέζα και μια Νιγηριανή. Δεύτερη γενιά μεταναστών, που μεγαλώνει σε μια ανθυγιεινή γειτονιά, η οποία δεν ενδείκνυται για παιδιά. «Τα παιδιά των χαμηλών κοινωνικών τάξεων παίζουν στους δρόμους. Τα άλλα παίζουν στους παιδότοπους και τα γήπεδα», λέει ο Πέτρος. «Είναι επικίνδυνα;» ρωτάμε τη Μαίρη και τον Ηλία. Κατοικούν σε έναν παράλληλο δρόμο της Φωκίωνος Νέγρη. «Σαφώς και είναι επικίνδυνα. Οχι πιο επικίνδυνα από τον Αγιο Παντελεήμονα, τα Πατήσια, τη Νέα Φιλαδέλφεια, το Μενίδι, το Περιστέρι. Απλώς εμείς δεν έχουμε Μετρό. Το Μετρό φέρνει φως και ζωή, αναβαθμίζει την κοινωνική ζωή», λέει ο Ηλίας. «Δεν σε σφάζουν όμως περπατώντας. Γιατί, ανοίγοντας τις ειδήσεις, νομίζεις ότι εδώ μας μαχαιρώνουν κάθε μία ώρα. Ναι, έχουμε προβλήματα· όχι, δεν διαλυθήκαμε ακόμα. Αυτό να γράψεις», λέει η Μαίρη.

«Σημεία όπως το τετράγωνο από την Αγία Ζώνη και κάτω είναι επικίνδυνα», τονίζει ο Πέτρος. Αν δεν είσαι από δω, οι κάτοικοι σε προειδοποιούν ότι «εκεί δεν περπατάς το βράδυ αν είσαι κοπέλα». «Παλιότερα, μας έκλεβαν τους σταυρούς. Κόντευαν να μας πνίξουν καθώς πηγαίναμε στην εκκλησία. Τώρα, σταμάτησαν. Εφυγαν πολλοί. Σταματήσαμε κι εμείς να τους φοράμε», λέει η κυρία Χρυσούλα. Καθ' όλη τη διάρκεια της μέρας, πωλείται «μαύρη πρέζα».

«Ερωτας» στην Κανάρη

Πιο φτηνά πωλείται ο έρωτας με Αφρικανές πάνω από την πλατεία Κανάρη. «Εχουν μεταφέρει όλους τους οίκους ανοχής στον περιφερειακό του Πολυγώνου, γι' αυτό βλέπεις ότι πολλές βγαίνουν στις γωνίες». Ξεπούλημα ανθρώπων. Μια Αφρικανή κοστίζει όσο μια παραγγελία με τσίπουρα και εκλεκτούς μεζέδες στο καφενείο του «Τραβόλτα»: «5 ευρώ όλα». «Ελα να πιούμε και να θυμηθούμε», λέει η Μαρίκα, ηθοποιός στο επάγγελμα - «ήταν κάποτε η ωραία της Κυψέλης», ψιθυρίζουν οι υπόλοιποι θαμώνες. «Τραβόλτα είναι το ψευδώνυμό μου», λέει ο Γιάννης Αθανασόπουλος. Τον φώναζαν έτσι λόγω των χορευτικών του δεξιοτήτων. Ιδιοκτήτης του καφενείου από το 1987, το άφησε 7 χρόνια και ξανάνοιξε φέτος. «Είναι δύσκολα τα πράγματα. Το άνοιξα για να μαζευόμαστε οι παλιοί και να τα λέμε».

Συζητήσεις για τα νεοκλασικά που δόθηκαν με αντιπαροχή, για τις ασχήμιες που φόρτωσε πάνω στον πεζόδρομο κάθε δημοτική αρχή. Για την πολυκατοικία του Λαναρά (χτίστηκε το 1938), για τη Δημοτική Αγορά, που είναι μικρογραφία της Βαρβακείου και αναρωτιούνται αν θα την κάνει ΚΕΠ ο δήμος, θυμούνται τα Καλουτάκια, τις βραδιές του Φρανκ Σινάτρα στο αγαπημένο του μπαρ στη Φωκίωνος, οι παλαιότεροι αναπολούν «τις κοπελούδες που έπαιρναν νερό με τις στάμνες», προπολεμικά. Στην καρδιά και τις αναμνήσεις όλων κατέχει εξέχουσα θέση το ιστορικό ζαχαροπλαστείο «Select». Ανάμεσα στους σημερινούς θαμώνες του η δεύτερη και η τρίτη γενιά μεταναστών. Αλβανοί, Γεωργιανοί και Αφρικανοί. Οι μετανάστες που ζουν με τις οικογένειές τους στην Κυψέλη στηρίζουν την τοπική οικονομία και οργανώνουν την κοινωνική ζωή. Πηγαίνουν με τα παιδιά τους στα θερινά σινεμά και τα θέατρα που την περικυκλώνουν.

Σχολείο στα... βόρεια

Τα παιδιά τους είναι μαθητές του 26ου Δημοτικού Σχολείου. «Το 80% των μαθητών είναι ξένοι. Το επίπεδο δεν είναι υψηλό, ωστόσο δεν υπάρχουν προβλήματα συμβίωσης με τους Ελληνες μαθητές». Αρκετοί γονείς πήραν από το σχολείο τα παιδιά τους και τα έστειλαν σε ιδιωτικά των βορείων προαστίων. Οικογένειες αποφάσισαν να μετακομίσουν και νοίκιασαν τα σπίτια τους. «Μας επιτέθηκαν καθώς πηγαίναμε στο αυτοκίνητο, εμένα με πλάκωσαν στο ξύλο. Εμεινα 15 μέρες στο νοσοκομείο», λέει ο κύριος Βασίλης. «Πλέον έχω φοβία και εγώ και η γυναίκα μου, καταργήσαμε το αμάξι και πηγαίνουμε παντού με ταξί, που μας περιμένει κάτω από το σπίτι».

Στο χωνευτήρι πολιτισμών υπάρχουν και οι «ανένταχτοι»: παρέες Αφρικανών μπαινοβγαίνουν σε «καφετέριες» με κλειστές κουρτίνες. Οι κάτοικοι φαντάζονται τα χειρότερα. «Μαγαζιά με φρουτάκια είναι», λέει ο Πέτρος. Από τη Δροσοπούλου ώς την Αγία Ζώνη, άνθρωποι χωρίς στοιχεία, με πλαστά ονόματα, που ρέπουν στην παρανομία. Η δράση τους ευνοείται από δαιδαλώδες νομικό πλαίσιο που ρυθμίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους στη χώρα μας και από την απουσία της Αστυνομίας, η οποία, σύμφωνα με τους κατοίκους, «κάνει μια περαντζάδα και αυτό είναι όλο».

«Είναι στενάχωρο θέαμα. Παλικάρια δυο μέτρα, 20 χρόνων, να κάθονται άπραγοι στα παγκάκια. Εμένα με θλίβει. Αυτό τους σπρώχνει στην παρανομία», λέει η Μάτα Κοκκινάκη. Οργανώνει εκθέσεις φωτογραφίας, παροτρύνοντας τα παιδιά να φωτογραφίσουν τις ομορφιές της γειτονιάς τους.

«Μαζευτήκαμε οι γονείς και ζητήσαμε από το διευθυντή του φροντιστηρίου να αλλάξει το ωράριο ώστε τα παιδιά να γυρίζουν πριν νυχτώσει. Μόλις νυχτώσει στη Δροσοπούλου, δεν κυκλοφορείς», λέει η Τάνια, μητέρα δύο κοριτσιών. «Αφήνεις δυο κορίτσια μόνα να περάσουν από κει; Με τίποτα!» λέει η ίδια. Είναι Ρωσίδα, παντρεμένη με Ελληνα. Σε ένα πεζούλι στη Φωκίωνος Νέγρη μια γραμμή σβήνει το σύνθημα «Εξω οι ξένοι». Πλέον γράφει «Εξω οι ξενέρωτοι φασίστες». Στα στενά πίσω από τη Φωκίωνος, παράθυρα που μοιάζουν φυλακές. «Με έκλεψαν 2 φορές και πέρασα σιδεριά», λέει ο Βασίλης. «Εμένα μου έκλεψαν μέχρι και το γραμματοκιβώτιο», λέει η Μαρίκα. Στα ισόγεια των πολυκατοικιών λειτουργούν τα «μαύρικα». Κλαμπ στα οποία συχνάζουν Αφρικανοί μέχρι το ξημέρωμα. «Τις προάλλες, τους πέταξα έναν κουβά νερό από το μπαλκόνι. "Σόρι, μάνταμ!" μου είπαν. Κι όμως αυτό συμβαίνει σχεδόν κάθε βράδυ. Πίνουν, μεθάνε και κάποιες φορές πλακώνονται στο ξύλο», λέει η κυρία Χρυσούλα.

Οι δύο Γιώργηδες,  οι «Ιρακινοί», όπως μας τους σύστησαν, κάνουν κόντρες με τα ποδήλατα. «Γιαγιά, μάζεψε το Τσιουάουα, έρχομαι», φωνάζει ο ένας και η ηλικιωμένη Κυψελιώτισσα βάζει τα γέλια Οι δύο Γιώργηδες, οι «Ιρακινοί», όπως μας τους σύστησαν, κάνουν κόντρες με τα ποδήλατα. «Γιαγιά, μάζεψε το Τσιουάουα, έρχομαι», φωνάζει ο ένας και η ηλικιωμένη Κυψελιώτισσα βάζει τα γέλια Οι δύο Γιώργηδες

Ο Διονύσης «τα φυλάει» στην Τενέδου. «Είσαι από δω;». «Ναι, από δω. Αλβανός όμως». Οι δύο Γιώργηδες, οι «Ιρακινοί», όπως μας τους σύστησαν, κάνουν κόντρες με τα ποδήλατα. «Γιαγιά, μάζεψε το Τσιουάουα, έρχομαι», φωνάζει ο ένας και η ηλικιωμένη Κυψελιώτισσα που έβγαλε βόλτα το Τσιουάουα βάζει τα γέλια. Τα καλοκαίρια, μέχρι αργά το βράδυ, η πλατεία Κανάρη μετατρέπεται σε γήπεδο. Απέναντι σε ένα από τα πρώτα σπίτια που χτίστηκαν επί της πλατείας, σύμφωνα με τη θέση του οποίου λέγεται πως κέντραραν τον ανδριάντα του Κανάρη, μένει ο Κώστας με την οικογένειά του. «Αν θα έφευγα ποτέ από την Κυψέλη; Μόνο αν με πάρουν τέσσερις!» λέει ο ίδιος. Με το μηχανάκι του μας ξενάγησε στα ιστορικά μαγαζιά, στις μπουτίκ, στο υπόγειο που έπαιζαν τα «Παιδιά από την Πάτρα». Στο σπίτι της Βέμπο, που, σύμφωνα με τη Μαρίκα, «άνοιγε τις πόρτες στο Πολυτεχνείο και έβαζε μέσα τους φοιτητές». Φεύγοντας από την Κυψέλη, μας ακολουθεί η κουλτούρα της ως απόηχος μιας εποχής που έγινε μύθος στα μάτια των νεοτέρων. «Εχουμε ένα δικό μας, μαγικό ζυμάρι, που φουσκώνει απροσδόκητα στην Κυψέλη», είχε πει πριν από λίγα χρόνια ο Λευτέρης Βογιατζής. Φρουρούσε για χρόνια την παιδεία και την κουλτούρα αυτού του μωσαϊκού αντιθέσεων.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Ελλάδα
Με λέξεις-κλειδιά
Ρεπορτάζ
Αθήνα
Για το ίδιο θέμα
Σώζεται άθικτη η συνοικία της ψυχής
Άλλα θέματα στην κατηγορία Ελλάδα της έντυπης έκδοσης
ΟΛΜΕ
Μετωπική ΟΛΜΕ-κυβέρνησης
Υπουργείο Υγείας
Χωρίς εξετάσεις οι ασθενείς με AIDS
Εκπαίδευση
Πόσο μετράει μία μονάδα στις Πανελλαδικές
ΑΔΣ
Χολωμένοι από την επιλογή Ράικου, οι οικονομικοί εισαγγελείς... τα βροντούν
Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη
Ο Δένδιας σχεδιάζει την απαγόρευση μικρών διαδηλώσεων
Σκουριές
Σκουριές: και πάλι χημικά και δακρυγόνα κατά κατοίκων
Δήμος Αθηναίων
Υπογράφτηκε «Συμμαχία Υγείας» μεταξύ Καμίνη και πανεπιστημιακών
Ποίηση
Σώζεται άθικτη η συνοικία της ψυχής
Αθήνα
Ενα μαγικό ζυμάρι φουσκώνει στην Κυψέλη