Έντυπη Έκδοση

Ελλάδα

Blogs in Print

  • Η Ακολουθόγατα

    Γράφει ο Old Boy: http://oldboy.blogspot.com Περπατάμε στη γειτονιά με τον μικρό. Είναι καλή γειτονιά, ταξικά προστατευμένη από τοξικούς μετανάστες. Μπορούμε άρα να κάνουμε βόλτα ανάμεσα σε Ελληνες σαν εμάς, χωρίς το φόβο πως θα μας πειράξει κανείς. Παρατηρούμε μια ασπρόμαυρη γάτα που έχει φαγούρα και τρίβεται σε κολόνες και τοίχους.

     Κάνουμε να φύγουμε, αλλά αρχίζει να μας παίρνει από πίσω. Του ζητώ να της βρει ένα όνομα. Τη βαφτίζει «Ακολουθόγατα» κι αυτή συνεχίζει να μας ακολουθεί. Αρχίζω να του λέω πως έρχεται σπίτι μαζί μας. Η Ακολουθόγατα παίρνει θάρρος και προπορεύεται, ξεπερνώντας τρόπον τινά και την ίδια της την ονοματοδοσία. Οταν με μια κίνηση ντίβας την κάνει για έναν κήπο, στέκομαστε και την κοιτάμε, περιμένοντας μήπως και επανέλθει. Εκείνη φεύγει μακριά. Νιώθω μια υποψία τσιμπήματος στην καρδιά. Ετσι είμαι εγώ: δεν σταματώ να με εκπλήσσω. Να έπεσα θύμα του ίδιου μου του στόρι τέλινγκ; Να έχει τόση δύναμη και η παραμικρή αφήγηση; Να είναι αυτό το προαιώνιο μυστικό των ιστοριών; Οτι μας βάζουν ακαριαία σ' ένα παράλληλο σύμπαν, όπου αφ' ενός αναστέλλεται η δυσπιστία και αφ' ετέρου το τέλος θέλουμε να είναι καλό; Ή μήπως δεν έχει να κάνει με τη δύναμη της ιστορίας, αλλά με το ότι είμαστε έτσι φτιαγμένοι, που δεν δεχόμαστε να μας εγκαταλείπει κανένας -ακόμη και μια αδέσποτη γάτα-, που η ιδέα πως κάποιος είναι ανεξάρτητος και αυτάρκης μάς ακυρώνει;

    Οπως και να 'χει, προχωράμε. Καθόμαστε σε ένα παγκάκι, κυρίαρχοι στον τόπο μας. Στην ηλικία του ζούσα στην Κυψέλη. Σ' εκείνη την παλιά καλή Κυψέλη, τη βγαλμένη από ποίημα. Στην πλατεία Κυψέλης είχε και σιντριβάνι. Κι ένα περίπτερο όπου έπαιρνα γλειφιτζούρια «Κότζακ». Εκτοτε μεγάλωσα, είδα καλάθια του Γκάλη στον Πανελλήνιο, παραστάσεις του Βογιατζή στην Κυκλάδων, μπήκα στα -όλος ο κόσμος είναι μια γειτονιά- σόσιαλ μίντια, έγινα τμήμα της κουλτούρας τους, έπεσα στο τριπάκι της υστερίας τους, απέκτησα κι ένα γιο και κάθομαι τώρα μαζί του σ' ένα παγκάκι καλής συνοικίας. Εγώ δεν τον φωνάζω με το υποκοριστικό του, αλλά οι συμμαθητές του στο προνήπιο, ναι: Ακης. Ο,τι κι αν λέει ο Ρωμαίος στην Ιουλιέτα για το όνομα του ρόδου, όπως κι αν μυρίζει το ρόδο, τα ονόματα παίζουν ρόλο - αν μη τι άλλο, συνειρμικό.

    Σκέφτομαι λοιπόν πως του κάθε μεγάλου Ακη έχει προηγηθεί ο εαυτός του ως παιδί, πως κανείς Ακης δεν ξεκινά τη διαδρομή του με κακές προθέσεις, πως η αλλαγή του κάθε Ακη είναι μια μακρά διαδικασία τριβής με τη ζωή και την κοινωνική πραγματικότητα. Σκέφτομαι επίσης πως κάθε μεγάλος Ακης έχει δύο ηθικά στάτους: το στάτους όπου απολαμβάνει το λάιφ στάιλ των μιζών και το στάτους της φυλάκισης. Δεν είναι παραδοξολογία αν πούμε πως ο κάθε Ακης με τη σύλληψή του δικαιώνεται: στη ζυγαριά του δικαίου και του αδίκου, από εκεί που ήταν ο άδικος, γίνεται τώρα ο αδικημένος, όχι ακριβώς ως εξιλαστήριο θύμα, αλλά ως κάποιος που πληρώνει, ενώ τόσοι άλλοι δεν πλήρωσαν ποτέ. Ετσι ποτέ μου δεν κατάλαβα γιατί όταν όλα τελειώνουν, ελάχιστοι είναι εκείνοι που παίρνουν την ευκαιρία να πουν, ναι, έκανα όσα με κατηγορείτε, ναι, έφταιξα. Γιατί σπανίζει τόσο η αξιοπρέπεια της παραδοχής; Δεν μπορούν να το δουν λυτρωτικά, πως το ψέμα τους πια αποκαλύφθηκε, πως πια γι' αυτό που είναι ένοχοι θα τιμωρηθούν, πως άρα πια ηθικά παύουν να χρωστάνε;

    Μου ζητά να τον πάρω αγκαλιά. Με έκπληξη βλέπω τον ήλιο να χρυσίζει ένα μικρό του δάκρυ, που έχει σταθεί κάτω από το μάτι. Τον ρωτάω τι έπαθε. «Τίποτα, καμιά φορά ο ήλιος μού βάζει δάκρυα στα μάτια». Θέλει να γυρίσουμε σπίτι. Εκεί λέει στη μαμά του πως έχει λερωθεί και θέλει να αλλάξει. Δεν είχε λερωθεί στην πραγματικότητα. Ετσι νόμιζε όμως. Και το δάκρυ ήταν δάκρυ ενοχής και πληγωμένης αξιοπρέπειας. Δεν θέλω να υμνήσω κάθε είδους ενοχή, κάθε άλλο. Απλά αναρωτιέμαι γιατί μεγαλώνοντας το δάκρυ γίνεται τόσο πιο επιλεκτικό, αν δηλαδή δακρύζουμε τόσο πιο δύσκολα επειδή βρίσκουμε τρόπο να δικαιολογούμε την κάθε μας πράξη, επειδή σχετικοποιούμε τόσο υπέρμετρα το πότε φερόμαστε με αξιοπρέπεια και πότε όχι, το πότε είμαστε ένοχοι και πότε όχι.

  • Ο όχλος του Διαδικτύου

    Γράφει το βυτίο: http://tovytio. wordpress.com Με αφορμή τα όσα έγιναν με τη Δημουλά, γίναμε μάρτυρες μιας κατάστασης που τείνει να επαναλαμβάνεται. Κάποιος καλλιτέχνης, συγγραφέας ή πολιτικός γράφει ή λέει κάτι και αυτό αναπαράγεται στα κοινωνικά δίκτυα.

    Οι διάφοροι ανώνυμοι, ψευδώνυμοι και επώνυμοι του Διαδικτύου κριτικάρουν σοβαρά, βρίζουν ή κοροϊδεύουν τη δήλωση. Μετά τον πρώτο μικροχαμό, αναλαμβάνουν δημοσιογράφοι και, συνήθως, ομότεχνοι του όποιου έκανε την αμφιλεγόμενη δήλωση να νουθετήσουν, κουνώντας το δάχτυλο, τον όχλο των social media.

    Διαδικτυακό λιντσάρισμα, υπερβολές, λαϊκισμός, bullying, υστερία, φασισμός, έλλειψη ανοχής στη διαφορετική άποψη. Αυτές είναι μερικές από τις κατηγορίες που αποδίδονται στους χρήστες των κοινωνικών δικτύων.

    Αναρωτιέμαι τι θα σκέφτονταν οι επικριτές του όχλου αν έμπαιναν σε ένα καφενείο την ώρα που η τηλεόραση παίζει ειδήσεις και παρατηρούσαν τις βρισιές, τα σιχτίρια και τις μούντζες επί δικαίους και αδίκους. Μια απ' τις (πολλές) λειτουργίες του Facebook ή του Twitter είναι και αυτή η φαντασιακή επανασύσταση του καφενείου. Μεταξύ σοβαρού και αστείου, σχολιάζει ο καθένας, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο υπερβολικά, όπως άλλωστε αρμόζει σε μια παρέα που γλεντάει ή απλά σκοτώνει το χρόνο της. Το χιούμορ του καφενείου δεν είναι πάντα πετυχημένο ούτε τα πειράγματα πάντοτε δίκαια ή καλοσυνάτα.

    Ισως η παραπάνω να είναι μια υπερβολικά επιεικής αντιμετώπιση του διαδικτυακού όχλου, αλλά απ' την άλλη δυσκολεύομαι να καταλάβω την εμμονή στην υστερική μετριοπάθεια, τη σοβαροφάνεια και τον καθωσπρεπισμό που δείχνουν διάφοροι συγγραφείς και δημοσιογράφοι.

    Αν θέλω να είμαι ειλικρινής, θα πρέπει να ομολογήσω ότι πιστεύω πως το πρόβλημα δεν είναι η σφοδρότητα της επίθεσης, αλλά η επίθεση αυτή καθευτή. Οι μόνιμοι θαμώνες των τηλεοπτικών πάνελ και των σαλονιών των εφημερίδων βρίσκονται τον τελευταίο καιρό αντιμέτωποι με μια καινούργια κατάσταση. Το μικρόφωνο δεν ανοίγει μόνο για τις δικές τους ατάκες. Οι «επώνυμοι» σχολιάζονται ποικιλοτρόπως και όχι πάντοτε με κομψότητα στα κοινωνικά δίκτυα.

    Ομως αναρωτιέμαι πώς γίνεται να επικεντρώνεις την προσοχή και την ευαισθησία σου σε αυτό το θέμα. Για παράδειγμα, δεν μπορώ να συλλάβω ότι γράφονται άρθρα επί άρθρων για το bullying ή το «ηλεκτρονικό λιντσάρισμα» της ποιήτριας την ώρα που ζούμε στη χώρα που ο ίδιος ο υπουργός διαπόμπευε για μήνες, παρέα με τους τηλεοπτικούς συνδαιτυμόνες του, γυναίκες αδύναμες και άρρωστες. Τότε, δεν επρόκειτο για φασισμό και τραμπουκισμό, αλλά για υγειονομική βόμβα και ρεάλ πολιτίκ. Τώρα, συγγραφείς και δημοσιογράφοι εξανίστανται για την τύχη που επιφύλασσε ο όχλος σε μια ποιήτρια που, αν μη τι άλλο, δεν είναι άρρωστη και απροστάτευτη, αλλά έχει επί χρόνια δημόσιο βήμα και χώρο να μιλήσει η ίδια για τον εαυτό της.

    Κάτι ανάλογο συμβαίνει όταν κατηγορείται για λαϊκισμό η πλέμπα του Διαδικτύου στη χώρα όπου υπουργός του ΠΑΣΟΚ είπε το «μαζί τα φάγαμε» και συνέχισε να κυβερνά, στη χώρα όπου ο πρωθυπουργός, σύμφωνα με το MEGA, μίλησε με τον Θεό.

    Το μέτρο και την ισορροπία δεν θα έπρεπε να τα αναζητούν οι άνθρωποι αυτοί στον όχλο του Διαδικτύου, που άλλοτε κάνει την πλάκα του, άλλοτε απλά ξεσπαθώνει και άλλοτε (μάλιστα, αρκετά συχνά) κάνει σπουδαία πράγματα. Το μέτρο και την ισορροπία ας την αναζητήσουν στις επί χρόνια παρουσίες τους στα τηλεοπτικά πάνελ, στα εκλογικά βράδια στα κανάλια, όταν κάθονταν όλοι μαζί δίπλα σε όσους σήμερα διώκονται ποινικά ή κρύβονται σε μακρινές και εξωτικές χώρες. Το μέτρο και την ισορροπία ας τα αναζητήσουν στον Σταύρο Θεοδωράκη τη στιγμή που γελάει όταν ο Βορίδης αυτοαποκαλείται ακτιβιστής της Δεξιάς ή τη στιγμή που ο ίδιος δημοσιογράφος παίρνει συνέντευξη πίνοντας απ' την κούπα με το λογότυπο της Χρυσής Αυγής.

    Οπως και να 'χει όμως, θέλοντας και μη, μέχρι τουλάχιστον να κλείσει το Internet ή να ρυθμιστεί ασφυκτικά στα πρότυπα άλλων καθεστώτων, οι μονόλογοι (και μαζί το a priori τεράστιο κύρος του δημόσιου προσώπου) έχουν τελειώσει. Το καφενείο έχει πρόσβαση στα μικρόφωνα και τώρα ακούγονται τα πάντα. Από άθλιες βρισιές μέχρι εμπεριστατωμένες κριτικές και υπέροχα ποιήματα. Ευτυχώς, θα συμπλήρωνα.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Ελλάδα
Άλλα θέματα στην κατηγορία Ελλάδα της έντυπης έκδοσης
ΟΛΜΕ
Μετωπική ΟΛΜΕ-κυβέρνησης
Υπουργείο Υγείας
Χωρίς εξετάσεις οι ασθενείς με AIDS
Εκπαίδευση
Πόσο μετράει μία μονάδα στις Πανελλαδικές
ΑΔΣ
Χολωμένοι από την επιλογή Ράικου, οι οικονομικοί εισαγγελείς... τα βροντούν
Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη
Ο Δένδιας σχεδιάζει την απαγόρευση μικρών διαδηλώσεων
Σκουριές
Σκουριές: και πάλι χημικά και δακρυγόνα κατά κατοίκων
Δήμος Αθηναίων
Υπογράφτηκε «Συμμαχία Υγείας» μεταξύ Καμίνη και πανεπιστημιακών
Ποίηση
Σώζεται άθικτη η συνοικία της ψυχής
Αθήνα
Ενα μαγικό ζυμάρι φουσκώνει στην Κυψέλη