Έντυπη Έκδοση

Σαν μπαλάντες των αισθήσεων, της πόλης και της αμαρτίας

Απόστολος Θηβαίος

Οδός Πόλεως, αριθμός 28

εκδόσεις: Χάρη Τζο Πάτση, σ. 79, ευρώ 13

Η αγάπη και ο έρωτας, η εκμηδένιση της μιας ύπαρξης μέσα στην άλλη. Η αδράνεια των σωμάτων και των ψυχών που στη γαλήνη τους θυσιάζονται ναρκωμένα σε οτιδήποτε δηώνει την τρισμακάριστη αταραξία τους. Η πόλη τη νύχτα, τότε που και ο πιο αφλεγής άνθρωπος δίχως καμία σπίθα εσωτερική τυλίγεται πάραυτα σε αύρα μυστηρίου. Γίνεται γοητευτικός. Η γυναίκα. Ο άντρας που βλέπει και την αναζητεί. Εκείνη χάνεται σαν ιριδίζουσα οπτασία στις εκλάμψεις μιας νυχτερινής λάμπας στον δρόμο που τρεμοσβήνει πάνω στη θωριά της. Εικόνες που διατρέχουν την ατμοσφαιρική και υποβλητική σκηνοθεσία των πράξεων στην ποίηση του νέου ποιητή Απόστολου Θηβαίου. Ο χώρος μέσα στον οποίο ανασαίνει το όραμα του δημιουργού.

Τα σπουργίτια και τα πουλιά που ξυπνάνε στο λυκαυγές πριν ακόμη το φως απλωθεί μέσα στ' ανθρώπινα δωμάτια. Η φωνή ενός μέθυσου γέροντα που ακόμη τραγουδάει και ξέρεις στ' άκουσμά της ότι είναι η φωνή της ίδιας της ζωής. Ψυχές που ουρλιάζουν όπως οι εξατμίσεις των μηχανών και που ανήκουν στους ανθρώπους που οδηγούν τις μηχανές στο ανέλπιδό τους κυνηγητό της αμαρτίας. Η φωνή ενός Πιερ, άραγε κάποια ηχώ του ονόματος του Πιερ Πάολο Παζολίνι, που αποφαίνεται πως «στο άγγιγμα ξεφτίζει ο έρωτας, αγόρι μου». Ηχοι, χρησμοί, ευχές και προσευχές που αξιώνουν αυτή την ποίηση με τα χαρίσματα ενός αστικού μυστικισμού. Ο Απόστολος Θηβαίος κρατάει τον μαγεμένο αυλό της σύνθεσης των ποιημάτων του. Αυτός δίνει το αρχικό ανάκρουσμα για ν' ακουστούν οι ήχοι μες στην πόλη κι αλχημικά να μεταμορφωθούν σε «πισσαρισμένα», όπως του αρέσει να γράφει, διαμάντια.

Η πόλη, η Αθήνα, μια αόρατη πόλη, είναι από τα πιο όμορφα κατασκευάσματα στην ποίηση του Απόστολου Θηβαίου. Γεμάτη πόρνες, ομοφυλόφιλους, αστέγους, μοναξιά, αγόρια, άνηβους νέους και νέες, ξεπεσμένους βασιλιάδες και αυλικούς, συναπαντήματα ιστορικών περιόδων και υγρές φιλήδονες σάρκες ή αποστερημένες την ερωτική επαφή, εξυφαίνεται απ' τον ποιητή σαν πόλη της αμαρτίας, που όμως ο ίδιος φροντίζει να καθαγιάσει ή εξαγνίσει μιλώντας γι' αυτού του είδους τη ζωή. Μία ζωή που έστω και βουβά, μα πάντοτε με εσωτερικά ουρλιαχτά, τραγουδάει ακόμη στους δρόμους όταν ανάψουν οι φανοστάτες. Οταν οι αδιόρατοι δρόμοι τού καθενός μας ξεχωριστά συνδέονται μεταξύ τους στον ασκητικό ανήφορο του πεπρωμένου. Η πόλη του ποιητή είναι μια πόλη που πορεύεται προς τη δύση της. Γνωρίζει την τελευταία έκλαμψη ζωτικότητας πριν από το αμετάκλητο κάλεσμα της λήθης του θανάτου της. Ενός εκ των πολλών θανάτων που κάθε μια ανάσταση ζητάει σαν απαίτηση. Πεθαίνει ο άνθρωπος σαν πόλη. Αυτό είναι τελικά. Η πόλη του Απόστολου Θηβαίου είναι ο άνθρωπος και ο άνθρωπος η πόλη του.

Οι άνθρωποι των ποιημάτων, άνθρωποι περιπαθείς, μυστικά μέλη ενός τάγματος της λατρείας της σάρκας. Μίας σάρκας ευλογημένης να μη σταματά σε κανένα εφήμερο αίσθημα που της δίνει μια απλή απτική επαφή. Πάντοτε συνεχίζει στον πυρήνα της ύπαρξης. Αλληλεπιδρά με ό,τι συνθέτει τις στρώσεις της κατάκοπης οντότητας για να φτάσει στο τέλος στον ίδιο σταθερό προορισμό. Σ' ένα σπέρμα-ανάμνηση του Θείου που θα δώσει ευλογημένη αρμονία στον διψασμένο «οδοιπόρο» της ζωής. Εραστές που υψώνουν τα χέρια στον Θεό και προσεύχονται με τη δύναμη του προφήτη. Σείονται τα ουρανοθέμελα στις ανάσες που αρθρώνουν τις λέξεις. «Απόψε ο ναός που φέρει το όνομα κάποιου παλιού σου εραστή, καπνιά και ευλογία θα ανασύρει από τα ψηλά τα παράθυρα, καθώς θα θεριεύει η πιο ακριβή και παρθένα πίστη. Εκείνη που κάμει την ανάσα σου ανάσα ολάκερου του κόσμου», μας γράφει ο Θηβαίος στο ποίημα με τίτλο «Ανθρώπινοι ναοί». Ανθρωποι όλων των κλίσεων και αποκλίσεων περιμένουν τη νύχτα για να ξεκινήσουν σαν νυκτόβια πλάσματα το τελετουργικό ψάξιμο του αντίδοτου στη βαθιά μοναξιά. Οταν η περιπλάνηση τελειώνει δεν είναι απαραίτητο να έχουν ευοδωθεί οι στόχοι της.

Μοναξιά, νύχτα, σιωπηλές φωνές, παρελθόν και παρόν προσωποποιούνται με μοναδική δεξιοτεχνία για να γίνουν επάλληλα πέπλα που θα ζεστάνουν τα τραύματα και τις παγωμένες ορέξεις των ανθρώπων. Τα πάντα μοιάζουν να συμμετέχουν στην ποίηση του Απόστολου Θηβαίου ψυχωμένα λες ακριβώς για να δείξουν τη σπαρακτική μοναξιά του ανθρώπου στους αιώνες. Την ψευδαίσθηση πως εκείνος είναι ο μόνος άψυχος και πως αν θέλει να λυτρωθεί πρέπει σαν κάποιος μάγος να φτιάξει την ψυχή του με πρώτη ύλη όλα τα ερεβώδη συστατικά της πλανεύτρας νύχτας. Ο αναγνώστης των ποιημάτων θα γίνει μέτοχος του ταξιδιού στην αυτογνωσία. Δεν είναι μόνος του. Στα ποιήματα συναντά σαν φωνές ή σκιές τους δασκάλους και οδηγούς του δημιουργού και συνθέτη των ωραίων αυτών τραγουδιών. Συναντά τον Καβάφη, τον Ασλάνογλου, τον Χριστιανόπουλο, τον Λαπαθιώτη, τον Λειβαδίτη...

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Η Ιστορία και η έννοια της αλήθειας
Μικρές ή και μεγάλες ταξιδιωτικές απολαύσεις
Ομορφη, δεν μπορώ να πάρω τα μάτια μου
Χοροί λύτρωσης και παραφροσύνης
Η υπόσχεση της μοναξιάς
Λάσπη αγγέλου στους δρόμους και στα δώματα
Η τρέλα ως αντίδοτο αγωνίας
Τοιχογραφία ασίγαστης μνήμης
Από τον Νίτσε στον Νίκο Εγγονόπουλο με ενδιάμεσο σταθμό τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης
Ερωτικά μοτίβα και πάθη
Αράχνες και δέκα ζωές
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Η Ιστορία και η έννοια της αλήθειας
Μικρές ή και μεγάλες ταξιδιωτικές απολαύσεις
Ομορφη, δεν μπορώ να πάρω τα μάτια μου
Χοροί λύτρωσης και παραφροσύνης
Η υπόσχεση της μοναξιάς
Λάσπη αγγέλου στους δρόμους και στα δώματα
Σαν μπαλάντες των αισθήσεων, της πόλης και της αμαρτίας
Η τρέλα ως αντίδοτο αγωνίας
Τοιχογραφία ασίγαστης μνήμης
Από τον Νίτσε στον Νίκο Εγγονόπουλο με ενδιάμεσο σταθμό τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης
Ερωτικά μοτίβα και πάθη
Αράχνες και δέκα ζωές
Από τις 4:00 στις 6:00
Γερνάνε ποτέ οι σκιές;
Εχει σαν Θεό το ροκ εντ ρολ
Άλλες ειδήσεις
Κεριά στο μεσημέρι στη Σταδίου
In Memoriam: Πίτερ Ορλόφσκι (1933-2010)
Μια δημόσια επιστολή
Η 24η Εκθεση Βιβλίου στον Πειραιά, αφορμή για πνευματική ευωχία και αισθητική γιορτή
Εν τη ρίμα του λόγου / Ναζίμ Χικμέτ