Έντυπη Έκδοση

Η τρέλα ως αντίδοτο αγωνίας

Αντρές Τραπιέγιο

Οταν πέθανε ο Δον Κιχώτης

μτφρ.: Χριστίνα Θεοδωροπούλου

εκδόσεις Μεταίχμιο, σ. 408, ευρώ 19

Αυτό ήταν το μεγάλο νέο, αυτή ήταν η ευτυχέστερη εξέλιξη που, το δίχως άλλο, έκανε τους φίλους, την ανιψιά και την οικονόμο να χαρούν αφάνταστα: ο Δον Κιχώτης είχε ξαναβρεί τα λογικά του. Απεναντίας, την ίδια ώρα, αυτή η βελτίωση φάνηκε σε κάποιους άλλους, όπως ο Σάντσο και ο σπουδαστής Καρράσκο, ύποπτη και τους γέμισε ζοφερές σκέψεις, γιατί άρχισαν να αντιλαμβάνονται ότι ο κύρης και φίλος τους, όπως επιβεβαίωνε ο γιατρός, πέθαινε χωρίς σωτηρία, και σκέφτηκαν πως ίσως πέθαινε επειδή είχε έρθει στα σύγκαλά του, ενώ ως τρελός είχε επιβιώσει σε τόσες απρόσμενες και άνισες επιθέσεις (σσ. 16-17).

Ο Αντρές Τραπιέγιο, που γεννήθηκε το 1953, στη Μανθανέδα δε Τορίο της επαρχίας τής Λεόν στη βόρεια Ισπανία, είναι συγγραφέας, ποιητής και δοκιμιογράφος κι έχει εκδώσει μέχρι σήμερα περισσότερα από 50 βιβλία. Εχοντας κερδίσει το Διεθνές Βραβείο Μυθιστορήματος Plaza & Janes για το μυθιστόρημά του El buque fantasma το 1992 και το Βραβείο Nadal για το μυθιστόρημά του Los amigos del crimen perfecto το 2003, δημοσιεύει από το 1990 τα ημερολόγιά του με τίτλο Salόn de pasos perdidos, που αριθμούν ήδη 15 τόμους.

Στο μυθιστόρημά του με τίτλο Οταν πέθανε ο Δον Κιχώτης, στην εξαίρετη, λειτουργική μετάφραση της Χριστίνας Θεοδωροπούλου, ο Τραπιέγιο ερευνά το θέμα της ανθρώπινης ελευθερίας μέσα από την τρέλα, θεωρώντας ότι ο τρελός απολαμβάνει τη μέγιστη δυνατή ελευθερία. Προβληματίζεται για έννοιες όπως η κοινωνική δικαιοσύνη, η καταπίεση των αδυνάτων, η ανάγκη του ανθρώπου να υπερνικήσει τον Χρόνο και τον Θάνατο, επιβιώνοντας μέσα από το έργο και τα ανδραγαθήματά του. Το κοινωνικό του όραμα κινείται μεταξύ χριστιανικού ιδεαλισμού και σοσιαλισμού. Ο Σάντσο Πάντσα διατείνεται (στη σ. 370) μιλώντας στον Σαμψών Καρράσκο ότι: «...ο Δον Κιχώτης ήταν τρελός, εμείς όμως δεν είμαστε, ούτε εσείς ούτε εγώ. Εκείνος, σαν τρελός, έκανε πράγματα που ίσως προορίζονταν μόνο για τους γνωστικούς, γιατί τούτο τον κόσμο δεν πρέπει να τον διορθώνουν οι τρέλες του ενός, μα οι φρονιμάδες των πολλών. Οταν ξεκίνησε, εκείνος ήταν ένας, ενώ εσείς κι εγώ είμαστε ήδη δύο. Το μόνο που χρειάζεται είναι να βγεις στον κόσμο, να περιπλανηθείς και να κοιτάξεις να δεις ποια είναι τα περίφημα στραβά που 'λεγε το αφεντικό μου, γιατί κοιτάζοντάς τα και μόνο πολλά ισιώνουν από μόνα τους· αυτό πάει να πει ότι δεν ίσιωναν νωρίτερα από έλλειψη φροντίδας και προσοχής, κι ότι το να βοηθάς τα ορφανά, τους αναγκεμένους, τους φτωχούς, τις χήρες, τους κακοπαθημένους και τις αναξιοπαθούσες κόρες το καταφέρνεις τις περισσότερες φορές όταν είσαι στο πλευρό τους. Ετσι γίνεται φανερό πως σ' ένα κοτέτσι δεν χρειάζεται παρά να είναι κανείς εκεί για να μην το τσακίσει η αλεπού, και να 'ναι κανείς ξύπνιος δίπλα στα γιδοπρόβατα για να μην τολμήσει να τους επιτεθεί ο λύκος».

Ο ιδιοφυής ισπανός συγγραφέας, γράφοντας ένα άλλο κείμενο κάτω από το κείμενο της μονοδιάστατης ιστορίας που αφηγείται σε τρίτο πρόσωπο, διαλογίζεται πάνω στα όρια μεταξύ πραγματικότητας και μυθοπλασίας. Λέει ο Σάντσο Πάντσα στη σ. 380: «... Δεν προσέξατε ότι η πραγματική κατάσταση του Δον Κιχώτη, όταν πέθαινε, ήταν ίδια μ' αυτού του κυρίου Θερβάντες και ότι ο θάνατος του Δον Κιχώτη πρέπει να ήταν όπως ο δικός του;» Και του απαντάει ο σπουδαστής: «Ετσι μου φάνηκε κι εμένα, κι αυτό είναι η απόδειξη ότι, μέχρις ενός σημείου, όταν είναι ζωντανά, δεν υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στα πράγματα που συμβαίνουν στο χαρτί και στην πραγματικότητα, αν ξέρει κανείς να τα εξιστορεί χωρίς να τα παραφουσκώνει».

Η ανάγκη των «ηρώων» και των «αντι-ηρώων» αυτού του ιστορικού μυθιστορήματος για Αθανασία είναι εμφανής σε πολλά σημεία του κειμένου, άλλοτε ως ματαιοδοξία και απατεωνιά, κι άλλοτε ως ειλικρινής ανάγκη της ανθρώπινης ψυχής. Λέει ο Σάντσο Πάντσα στον σπουδαστή Σαμψών Καρράσκο: «... Γιατί μπορεί να 'χουμε τη ζωή μας, όμως η ζωή κάποτε τελειώνει. Μόνον η άλμη της φήμης μπορεί να συντηρήσει τη ζωή ένα εκατομμύριο χρόνια...» (σ. 361). Αντιθέτως, ο σπουδαστής είναι περισσότερο προσγειωμένος από τον αιθεροβάμονα υπηρέτη τού Δον Κιχώτη και σύντροφό του στις περιπέτειες: «Ο Δον Κιχώτης ξεκίνησε από τη στενωπό των όπλων για να κατακτήσει το απόρθητο κάστρο της Δόξας. Εγώ, Σάντσο, δεν θέλω ούτε να βαδίσω σ' αυτόν τον δρόμο ούτε με απασχολεί η Δόξα. Στο χωριό μου έχω αφήσει τη γυναίκα μου και περιμένουμε παιδί. Θα ήταν μεγάλη ατιμία να τους εγκαταλείψω τώρα στην τύχη τους, για να γυρεύω μακριά αυτό που έχω δίπλα μου, δηλαδή την ευτυχία. Θα ζήσω τη ζωή μου και θα πεθάνω, και ίσως για ένα διάστημα τα παιδιά μου και τα εγγόνια μου να με θυμούνται με αγάπη κι αφοσίωση, κι ύστερα ο άστατος χρόνος θα τα σβήσει όλα» (σ. 374).

Το στοιχείο της ειρωνείας και η σαρκαστική ματιά του Τραπιέγιο πάνω στα πρόσωπα και πράγματα του ιστορικού αυτού μυθιστορήματος είναι ένα από τα βασικά «ατού» του. Μετά τον «πρόωρο» θάνατο του Δον Κιχώτη, που «πάσχει από πλήξη, θλίψη και στενοχώριες, κυρίως όμως από μελαγχολία και πιστεύω» (σ. 14), σύμφωνα με τη διάγνωση ενός από τους δύο τοπικούς γιατρούς, ο υπηρέτης του, ο Σάντσο Πάντσα, «τρελαίνεται» κι αποφασίζει να τον μιμηθεί. Ας δούμε πώς αντιμετωπίζουν η γυναίκα του και η κόρη του αυτή τη «συμφορά», να γίνει ο φτωχός άνθρωπος ένας τεμπέλης, γραμματιζούμενος αερολόγος, και πώς ο συγγραφέας σαρκάζει και αυτοσαρκάζεται: «"Αχ, μάνα, τι έγινε εδώ πέρα; Πού είναι ο πατέρας;"», ρώτησε θορυβημένη η κοπέλα, γνωρίζοντας πώς ήταν τα πράγματα στο σπίτι και τις τελευταίες μανίες του πατέρα της, τον οποίο δεν τον είχε ξαναδεί να κάνει τίποτα από τότε που πέθανε ο Δον Κιχώτης. «"Ο πατέρας σου κόλλησε την τρέλα του αφεντικού του, που να καίγεται στην Κόλαση, και πριν από λίγο μου είπε ότι σκέφτεται να επιδοθεί στη σχόλη και το κουβεντολόι, σαν ιδαλγός, και να μπλέξει με δεν ξέρω τι σπουδές, ποιος, αυτός που ποτέ δεν ξεχώριζε σ' όλη του τη ζωή ένα καλημέρα από ένα αμήν, θέλει τώρα να γίνει γραμματικός"». Η Σαντσίκα δεν ήξερε τι σήμαινε η λέξη γραμματική, αλλά στ' αυτιά της ακούστηκε σαν καρκίνος και, θορυβημένη από το κλάμα της μητέρας της, άρχισε κι εκείνη να κλαίει πικρά» (σ. 242).

Το δεύτερο αφηγηματικό του πλεονέκτημα και σημαντικό πεζογραφικό προσόν εντοπίζεται στις εκπληκτικής ενάργειας περιγραφές των πρωτευόντων και δευτερευόντων προσώπων (π.χ. στις σελίδες 15, 16, 40, 383, κ.ά). Με οικονομία λόγου, ψυχογραφούνται, και τοποθετούνται στον συμβατικό χώρο και χρόνο, αλλά και διευκρινίζονται οι μεταξύ τους σχέσεις και αλληλεπιδράσεις σε μια διαρκώς εμπλουτιζόμενη «έκθεση» (exposition). Ακόμα και η περιγραφή της μυρωδιάς που αναδίδει το ετοιμοθάνατο σώμα του Δον Κιχώτη (σ. 27) , με τη χρήση ασύνδετου σχήματος, καταδεικνύει την πεζογραφική δεινότητα του βραβευμένου, πολυγράφου ισπανού λογοτέχνη.

Και για όσους παρασυρθούν από τη γραμμική αφήγηση, προτείνω να δουν αυτό το κείμενο ως ένα μετα-μυθιστόρημα, αφού το «στόρι» είναι το δόλωμα που προορίζεται για τον αναγνώστη, προκειμένου να καταδυθεί σε μία ερεβώδη φιλοσοφική αναζήτηση, προκειμένου να βρει απαντήσεις στα υπαρξιακά ερωτήματα που κυνηγούν αιώνες τώρα τον πολιτισμένο άνθρωπο: το νόημα και η ουσία της Ζωής, το άφευκτο και η υπέρβαση του υλικού θανάτου, ο έρωτας για την Αιωνιότητα, και ο σαρκικός έρωτας, ως εχθρός ή σύμμαχος για τη σωτηρία της ψυχής, και τέλος, η Ποίηση, ως βάλσαμο και μονόδρομος που οδηγεί εις το διηνεκές. Δεν είναι τυχαίο ότι το βιβλίο κλείνει (στη σ. 308) με ένα ποίημα, εγκάρδιο και ειλικρινές στην απλότητά του (για να θυμηθούμε τις απόψεις περί ποιήσεως του Αλσέστ από τον Μισάνθρωπο του Μολιέρου): Λαβωματιές έχεις, καλή μου, / και πονάνε σε / Αχ, να τις είχα εγώ, / αντί για σε.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Η Ιστορία και η έννοια της αλήθειας
Μικρές ή και μεγάλες ταξιδιωτικές απολαύσεις
Ομορφη, δεν μπορώ να πάρω τα μάτια μου
Χοροί λύτρωσης και παραφροσύνης
Η υπόσχεση της μοναξιάς
Λάσπη αγγέλου στους δρόμους και στα δώματα
Σαν μπαλάντες των αισθήσεων, της πόλης και της αμαρτίας
Τοιχογραφία ασίγαστης μνήμης
Από τον Νίτσε στον Νίκο Εγγονόπουλο με ενδιάμεσο σταθμό τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης
Ερωτικά μοτίβα και πάθη
Αράχνες και δέκα ζωές
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Η Ιστορία και η έννοια της αλήθειας
Μικρές ή και μεγάλες ταξιδιωτικές απολαύσεις
Ομορφη, δεν μπορώ να πάρω τα μάτια μου
Χοροί λύτρωσης και παραφροσύνης
Η υπόσχεση της μοναξιάς
Λάσπη αγγέλου στους δρόμους και στα δώματα
Σαν μπαλάντες των αισθήσεων, της πόλης και της αμαρτίας
Η τρέλα ως αντίδοτο αγωνίας
Τοιχογραφία ασίγαστης μνήμης
Από τον Νίτσε στον Νίκο Εγγονόπουλο με ενδιάμεσο σταθμό τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης
Ερωτικά μοτίβα και πάθη
Αράχνες και δέκα ζωές
Από τις 4:00 στις 6:00
Γερνάνε ποτέ οι σκιές;
Εχει σαν Θεό το ροκ εντ ρολ
Άλλες ειδήσεις
Κεριά στο μεσημέρι στη Σταδίου
In Memoriam: Πίτερ Ορλόφσκι (1933-2010)
Μια δημόσια επιστολή
Η 24η Εκθεση Βιβλίου στον Πειραιά, αφορμή για πνευματική ευωχία και αισθητική γιορτή
Εν τη ρίμα του λόγου / Ναζίμ Χικμέτ