Έντυπη Έκδοση

3-19 ΙΟΥΝΙΟΥ: 25η ΕΚΘΕΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ, ΠΑΣΑΛΙΜΑΝΙ. 30ό ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΒΙΒΛΙΟΥ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Λυτρωτική αναζήτηση

Εργο του Δημήτρη Λαλέτα Εργο του Δημήτρη Λαλέτα Βασίλης Αλεξάκης

Η πρώτη λέξη

εκδόσεις Εξάντας, σ. 424, ευρώ 22

Οκτώ μήνες μετά τη γαλλική έκδοση κυκλοφόρησε το καινούριο μυθιστόρημα του Βασίλη Αλεξάκη και στα ελληνικά. Παρά τα σαράντα και πλέον χρόνια που κατοικεί στο Παρίσι, γράφει ο ίδιος τα βιβλία του και στις δύο γλώσσες, χωρίς να καταφεύγει στη βοήθεια μεταφραστή. Αλλοτε προηγείται η γαλλική έκδοση και άλλοτε η ελληνική. Με την ίδια σειρά διατείνεται και ότι τα γράφει. Ποια γλώσσα προτάσσει, όπως εξομολογείται, εξαρτάται από το βιβλίο, το θέμα, τους ήρωες και τον τόπο δράσης. Το πρόσφατο είναι το τρίτο μυθιστόρημά του, με κύριο συνθετικό στοιχείο, ή τουλάχιστον αφορμή, και πάλι τη γλώσσα. Το πρώτο ήταν, το 1995, η Μητρική γλώσσα και είχε γραφεί πρώτα στα ελληνικά. Ενώ το δεύτερο, το 2003, Οι ξένες λέξεις, είχε γραφεί πρώτα στα γαλλικά. Και στις δύο περιπτώσεις, η γλώσσα πρώτης γραφής ήταν αναμενόμενη ήδη από τον τίτλο. Γιατί, όμως, το πρόσφατο να γραφεί πρώτα στα γαλλικά, όταν οι βασικοί ήρωες είναι Ελληνες, η αφήγηση μοιράζεται ανάμεσα σε Αθήνα και Παρίσι, όσο για το θέμα, την πρώτη λέξη, δεν είναι ούτε ελληνική ούτε γαλλική; Μια πιθανή απάντηση δίνει το ίδιο το μυθιστόρημα. Οπως διαβάζουμε, οι Ελληνες εθνικιστές διεκδικούν την πρώτη, από αρθρώσεως ανθρώπινης ομιλίας, λέξη. Είναι γνωστή τοις πάσι η απέχθεια του συγγραφέα για τους εθνικιστές και ιδίως για τους Ελληνες του είδους. Οπότε, και μόνον ως αντίλογο στην εθνική τους έπαρση, θα μπορούσε να είχε γράψει το μυθιστόρημά του πρώτα στα γαλλικά. Οπως και να έχει, ο Αλεξάκης είναι ένας δίγλωσσος συγγραφέας, που συμπεριφέρεται σαν ένας συνεπής στις υποχρεώσεις του δίγαμος, φροντίζοντας εξίσου αμφότερες. Αυτό το διασφαλίζει, αποφεύγοντας τις ιδιωματικές κακοτοπιές, με ένα στρωτό ύφος και αβίαστο τον προφορικό λόγο στους παρατιθέμενους διαλόγους και τις συνήθως εκτενείς συζητήσεις. Αυτή τη φορά ο Αλεξάκης κατόρθωσε να γράψει, με πρόσχημα τις λέξεις, ένα αισιόδοξο μυθιστόρημα γύρω από ένα δυσάρεστο θέμα, όπως είναι μια βαριά αρρώστια που καταλήγει στον θάνατο. Είναι το δεύτερο μυθιστόρημα της πρόσφατης εκδοτικής σοδειάς, μετά το «Μαλλί λαγού» του Γιάννη Μακριδάκη, που εστιάζει στην τελευταία επιθυμία ενός νεκρού. Μόνο που σε αυτό ο νεκρός είναι ένας διανοούμενος και η τελευταία επιθυμία του παρασύρει τον εκτελεστή της σε μια διανοητική περιπέτεια. Κανένα, ωστόσο, από τα μυθιστορήματα του Αλεξάκη, ούτε καν τα τρία, στα οποία παθιάζεται με τις λέξεις, δεν είναι εγκεφαλικό εγχείρημα. Πρόθεσή του φαίνεται να είναι το εγκυκλοπαιδικό πλάτεμα του αναγνωστικού ορίζοντα μέσα από ένα συναισθηματικά φορτισμένο μυθιστορηματικό σύμπαν. Συνήθως πλάθει τον αφηγητή ως ένα alter ego του, ενώ, σε ορισμένα, όπως στις Ξένες λέξεις, αυτοβιογραφείται. Κατ' εξαίρεση, στο πρόσφατο, εμπιστεύεται τον ρόλο του αφηγητή σε μια γυναίκα, δανείζοντας ορισμένα από τα δικά του χαρακτηριστικά στο νεκρό.

Πρόκειται για έναν Αθηναίο, καθηγητή Συγκριτικής Φιλολογίας στη Σορβόνη, που ενδιαφέρεται για τις γλώσσες, τις τοπικές διαλέκτους και γενικά την ιστορία της ανθρώπινης λαλιάς. Αυτό αποτελεί ερασιτεχνική ενασχόληση. Τη χρησιμοποιεί όμως και ως άλλοθι για ταξίδια ανά τον κόσμο, τα οποία τον ενθουσιάζουν. Στο Παρίσι πήγε 24 ετών, τον πρώτο χρόνο της δικτατορίας των συνταγματαρχών, κι εκεί έμεινε μέχρι τέλους. Πέθανε το βράδυ της Πρωτοχρονιάς του 2008, στα 65 του. Ουσιαστικά επρόκειτο για προαναγγελθέντα θάνατο, αφού, έναν χρόνο πριν, είχε βάλει «μπαλονάκι» και στα μέσα Δεκεμβρίου είχε έλθει το έμφραγμα. Μόνο που εκείνος αγνόησε τις προειδοποιήσεις, ανεβαίνοντας μέχρι και στην Κοδιλιέρα των Ανδεων. Τα Χριστούγεννα, πάντως, φάνηκε να συνέρχεται και τα πέρασε με την οικογένειά του και την αδελφή του, που ζούσε στην Αθήνα. Αυτός ήταν ο μόνος κοντινός του άνθρωπος. Απόμακρη η σύζυγος, καθώς σε έναν γάμο οι διαφορές γίνονται με τα χρόνια περισσότερο αισθητές και οι ερωτικές αταξίες καταλήγουν μέρος της έγγαμης συμβίωσης. Ακόμη πιο απόμακρη η 28χρονη κόρη, που του μιλάει στα γαλλικά και αναζητεί στον εραστή πατρικό υποκατάστατο.

Με άλλα λόγια, περιγράφεται μια οικογενειακή κατάσταση σχεδόν τυπική στις ημέρες μας και ένας μεσήλικας σε μια χαρακτηριστική φάση της ζωής του, όταν το μεν πνεύμα είναι ακμαίο και διψά για νέες περιπέτειες, αλλά το σώμα ασθενεί. Εκείνα τα τελευταία Χριστούγεννα, που οι γύρω του πίστευαν ότι απολαμβάνει το γεύμα και την κουβέντα, εκείνος αποχαιρετούσε τις μικρές απολαύσεις και, την ίδια στιγμή, ήλπιζε. Κι αυτή, μια τυπική ανθρώπινη κατάσταση, που ο Αλεξάκης αποτυπώνει με ενάργεια. Σε αυτήν την αμφίθυμη διάθεση, ο ήρωάς του εξέφρασε, εν τη ρύμη του λόγου, την επιθυμία να μάθαινε, προτού πεθάνει, ποια είναι η πρώτη λέξη που ξεστόμισε ο άνθρωπος. Η αδελφή του πήρε την επιθυμία του τοις μετρητοίς και μετά τον θάνατό του ξεκίνησε να βρει αυτήν την πρώτη λέξη για να του την πει και να ησυχάσει η ψυχή του.

Ολόκληρο το μυθιστόρημα έχει τη μορφή του χρονικού ανεύρεσης της πρώτης λέξης. Ετσι το αποκαλεί η αδελφή του, εξομολογούμενη ότι, καθώς το γράφει, έχει την αίσθηση ότι εκείνος οδηγεί το χέρι της. Ετσι κι αλλιώς, είχε ανέκαθεν για θεό της αυτόν τον σοφό αδελφό, που της άνοιγε νέους ορίζοντες. Η ίδια, φύση καλλιτεχνική, με επίδοση στη ζωγραφική, δεν είχε κάνει πανεπιστημιακές σπουδές. Σε αυτήν τη γλωσσολογική αναζήτηση παρουσιάζεται σαν ένας ερασιτέχνης και δη, ετερόφωτος. Διαβάζει τις σημειώσεις και τα βιβλία του, επισκέπτεται ερευνητικά ινστιτούτα και μουσεία, στα οποία εκείνος σύχναζε, κυρίως, συνομιλεί με τους ειδικούς που εκείνος συγχρωτιζόταν. Λειτουργεί, δηλαδή, σαν ένας παθιασμένος με το θέμα του δημοσιογράφος. Το υποτιθέμενο γραπτό της είναι ό,τι ακριβώς χρειάζεται το ευρύ κοινό για να μάθει ποικίλα και περίεργα δεδομένα της Παλαιοντολογίας και της λειτουργίας του εγκεφάλου. Γνωσιολογικά αντικείμενα, ιδιαίτερα ενδιαφέροντα, αφού αποκαλύπτουν στον άνθρωπο τις ρίζες του και τον τρόπο που λειτουργεί ο ίδιος ως οντότητα. Ο Ελληνας αναγνώστης, διαβάζοντας το μυθιστόρημα, ανακαλεί κάποια βιβλία, με τα οποία πρωτομυήθηκε σε αυτά τα θέματα. Για παράδειγμα, η αναφορά στον καθηγητή Νευρολογίας Ζαν Πιερ Σανζέ θυμίζει το βιβλίο του Ο νευρωνικός άνθρωπος, έκδοση προ εικοσιπενταετίας του Λάμπη Ράππα, που είχε στήσει την πρώτη συστηματική σειρά επιστημονικών βιβλίων. Ενώ, όσα παραθέτει για τη γλώσσα των κωφών, έρχονται ως μυθιστορηματικό συμπλήρωμα στο βιβλίο του Ολιβερ Σακς Βλέποντας φωνές. Η γραφή του χρονικού διαρκεί σαράντα ημέρες. Τα δύο αδέλφια δεν πιστεύουν στα θεία, ούτε τρέφουν αγαθά αισθήματα για τους ιερείς. Και μόνο, όμως, η αναφορά της διάρκειας υποβάλλει την εντύπωση ενός χρονικού του μεταθανάτιου «σαρανταήμερου», που ξεκινά με την τηλεφωνική αναγγελία του θανάτου, περιγράφει την κηδεία και την ταφή, για να καταλήξει με την επίσκεψη της αφηγήτριας στο σπίτι των παιδικών τους χρόνων, όπου νοερά συναντιέται με τον αδελφό της. Ενα παρόμοιο «σαρανταήμερο» ξετυλίγεται στη νουβέλα του Χάρη Μαυρομάτη Ο κήπος των νεκρών. Εκεί, όμως, είναι έντονη η μεταφυσική πνοή. Στον Αλεξάκη, η παρουσία των νεκρών και η συνομιλία μαζί τους έρχονται φυσικά, σαν επακόλουθο μιας ακατανίκητης νοσταλγίας. Κατά τα άλλα, σοφά επιλέγει ως αφηγήτρια την αδελφή, που, μάλιστα, ζει σε άλλο τόπο. Αν η σχέση ήταν αμεσότερη, ο πόνος του θανάτου θα ήταν τόσο οξύς, ώστε η συγγραφή ενός παρόμοιου χρονικού δεν θα φαινόταν πειστική. Ενώ έτσι βιώνεται μια απώλεια ζωής, που μοιάζει με βαθύ τραύμα, από εκείνα που αργούν να επουλωθούν.

Το χρονικό γράφεται σε Αθήνα και Παρίσι, δίνοντας την ευκαιρία για συγκρίσεις, στις οποίες φανερώνεται, για ακόμη μια φορά, η δυσμενής διάθεση του συγγραφέα απέναντι στην ελληνική πραγματικότητα. Κυρίως, όμως, γράφεται στις κατοικίες του νεκρού, που διατηρούν αισθητή την παρουσία του. Η αφήγηση εστιάζει σε όλα εκείνα τα μικροπράγματα που κάποιος φυλάει σαν πολύτιμα ενθύμια και των οποίων η αξία χάνεται με τον θάνατό του. Παρόμοιες περιγραφές δείχνουν τη συγγραφική ευαισθησία, όπως και οι περιγραφές από κάποιες παρισινές και αθηναϊκές γειτονιές. Στις προσφιλείς του Αλεξάκη, γνωστές από τα προηγούμενα βιβλία του, προστίθεται η γειτονιά της πλατείας της Αγίας Βαρβάρας στην Καλλιθέα, που έχει μετονομαστεί σε πλατεία Κυπρίων Αγωνιστών. Εκεί κοντά, στην Οδό Φιλαρέτου, τοποθετεί το πατρικό του, με το περιβόλι και το παράσπιτο. Ο μυθοποιητικός τρόπος του δεν διαφέρει από τις εξωραϊστικές αφηγήσεις άλλων συγγραφέων, όπως των Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλου και Χ. Μαυρομάτη για τα πατρογονικά τους κτήματα.

Τελικά, η αφήγηση, σε αργό ρυθμό και με συνειρμικά άλματα, επιχειρεί έναν διάπλου του πένθους με πλοηγό την αναζήτηση της πρώτης λέξης του ανθρώπινου είδους, που μένει μέχρι τέλους λανθάνουσα, αφού, ευθύς εξαρχής, το ερώτημα είχε, έτσι κι αλλιώς, ουτοπικό χαρακτήρα. Ο Αλεξάκης έγραψε ένα μυθιστόρημα καλύτερο από το προηγούμενο, το μ.Χ., που τιμήθηκε με το Μεγάλο Βραβείο μυθιστορήματος της Γαλλικής Ακαδημίας. Σε πολλά μπορεί να διαφέρει η Ελλάδα από τη Γαλλία, ωστόσο και στις δύο χώρες τα βραβεία απονέμονται κυρίως με εξωλογοτεχνικά κριτήρια. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Το νερό σαν καφκικό είναι
Μαύρο πετράδι
Ο Δημήτρης Πικιώνης ως συγγραφέας
Κυκλοφορούν επίσης
Ταξίδια σε μέρη μαγικά και ονειρεμένα
Η ομορφιά, η κόλαση, το μπλουζ στο θέρος
Ημερολόγια, εξομολογήσεις, δολοφόνοι
Χειροκροτήματα στην έρημο του χρόνου
Πόλεμοι, επιστήμες και μνήμες
Μάγοι, αυτοκράτορες με κειμήλια του βυθού
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Μουσική
«Αν είσαι φίνος μάγκας πού 'ν' τα μπεγλέρια σου;...»
Ενα γράμμα
Αντικατοπτρισμοί για τον Μάνο Χατζιδάκι
Η τρίτη ανάγνωση
Η Ανάσταση
Κριτική βιβλίου
Λυτρωτική αναζήτηση
Το νερό σαν καφκικό είναι
Μαύρο πετράδι
Ο Δημήτρης Πικιώνης ως συγγραφέας
Κυκλοφορούν επίσης
Ταξίδια σε μέρη μαγικά και ονειρεμένα
Η ομορφιά, η κόλαση, το μπλουζ στο θέρος
Ημερολόγια, εξομολογήσεις, δολοφόνοι
Χειροκροτήματα στην έρημο του χρόνου
Πόλεμοι, επιστήμες και μνήμες
Μάγοι, αυτοκράτορες με κειμήλια του βυθού
Άλλες ειδήσεις
Ηξερε
Γράμμα στον πατέρα
Παρουσίαση βιβλίου