Έντυπη Έκδοση

Αν μη τι άλλο

Anne Wiazemsky

Κορίτσι

μτφρ.: Μαρία Γαβαλά

εκδόσεις Πόλις, σ. 236, ευρώ 16,16

Αν μη τι άλλο ήταν «μαγευτικός τύραννος». Η Αν ωστόσο θα τοποθετούσε τον Ρομπέρ μάλλον στο πρώτο παρά στο δεύτερο σκέλος αυτού του λακωνικού πορτρέτου. Η συμμετοχή της Αν Βιαζεμσκί σε μια κινηματογραφική ταινία του γάλλου σκηνοθέτη Ρομπέρ Μπρεσόν εξελίσσεται, έτσι όπως αποτυπώνεται στο βιβλίο της, σε χρονικό μιας ανύποπτα ταχύρρυθμης ενηλικίωσης. Ενα χρονικό που αποδίδει με συνταρακτική λεπταισθησία τα αόρατα νήματα που συνυφαίνουν την έννοια της έλξης. Από την πρώτη της κιόλας συνάντηση με τον εξηντάχρονο διαπρεπή σκηνοθέτη η συγγραφέας, δεκαεφτάχρονο τότε κορίτσι, εμπλέκεται σ' ένα παιχνίδι συσχετισμού ισχύος, τους κανόνες του οποίου όχι μόνον αγνοεί, αλλά και της προκαλούν απερίγραπτη αμηχανία. Αλλωστε η παρτίδα, στην αρχή της τουλάχιστον, ναρκοθετείται από τη συντριπτική πληθωρικότητα του Μπρεσόν. Σε ακραία αντιδιαστολή με την αυτοκυριαρχία του τελευταίου, κυρίως ως προς τις καλλιτεχνικές του επιδιώξεις, η Αν τελεί υπό το κράτος της εφηβείας. Νιώθει άχρωμη και άσχημη, αποξενωμένη από το σώμα της που αλλάζει, θαρρείς, εναντίον της, ενώ συντρίβεται καθημερινά από τη βεβαιότητα ότι τίποτα δεν θα μπορέσει ποτέ να την απαλλάξει από τη μετριότητά της. Ηταν, εν ολίγοις, έτοιμη να υποδεχθεί τον μέντορά της.

Ο Ρομπέρ Μπρεσόν μεγεθύνει πολύ εύκολα την εφηβική δυσθυμία τής Αν σε παραλυτικό τρόμο. Το διάστημα της αναμονής τής απόφασής του σχετικά με τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην ταινία του η Αν σπαράσσεται από την ανασφάλεια· τις στιγμές αυτές είναι περισσότερο από ποτέ κορίτσι. Αργότερα, μέσα στην άλω που ορίζουν οι προβολείς τού πλατό, το θλιβερό αυτό κορίτσι θα δει να αναφύεται από μέσα του η Μαρί, μια ηρωίδα. Η μεταμόρφωσή της γονιμοποιήθηκε χάρη στην αυταρχικότητα και στη φλεγματική προσωπικότητα του Μπρεσόν· μεταμόρφωση εξίσου θαυμαστή με εκείνον που την υποδαύλισε. Ωστόσο από τη στιγμή που λυτρώθηκε από τη μεμψιμοιρία της παιδικότητας, δεν ανήκε παρά στον απολυτρωτή της. Η υποταγή της σε αυτόν ήταν εξαρχής δεδομένη, πρωτίστως όμως αναγκαία για την ίδια. Διότι εκείνος τη «θεωρούσε ένα μονάκριβο πλάσμα, προικισμένο με προτερήματα που μόνο εκείνος τα διέκρινε». Αν η ευπείθεια την αντάμειβε με τη μεταστοιχείωσή της σ' ένα πλάσμα αξιέραστο και, το σημαντικότερο, αποδεκτό από τον Μπρεσόν, τότε η υποταγή της ισοδυναμούσε με ανεκτίμητο προνόμιο. «Το να τον υπακούω ήταν αυτονόητο, αφού μόνον εκείνος ήξερε. Αυτό μου έδινε ένα αίσθημα απόλυτης ασφάλειας και με έκανε ακόμα πιο συγκαταβατική». Βέβαια, η συγκατάβαση θα αργούσε να παρεισφρήσει στη μεταξύ τους σχέση. Μέχρι τότε τον ψυχισμό τής Αν καταλάμβανε μια διελκυστίνδα ανάμεσα στον φόβο και στην αυτοϋποτίμηση, την οποία μολονότι είχε στήσει εκεί ο προσωπικός της μονάρχης, τον άφηνε προς το παρόν ανέγγιχτο. Την περίοδο εκείνη είχε μόνο καταφάσεις να του προσφέρει.

Παρά την ψυχρότητα και την κυκλοθυμία του, ο Μπρεσόν είχε την ικανότητα να μεταδίδει στη νεαρή ηθοποιό, σε αντιστάθμισμα της αναστάτωσης που της προκαλούσε, την αίσθηση, όπως η ίδια ομολογεί, ότι «υπήρχα για κάποιον, για πρώτη φορά ένιωθα να υπάρχω, κι αυτό ήταν συγκλονιστικό, με όλη τη σημασία της λέξης». Ο Μπρεσόν την έκανε να υπάρχει με τρόπο ανέλπιστο, καθώς την υποχρέωνε να γίνει κάποια που η ίδια ήθελε να είναι. «Ηταν τόσο καθησυχαστικό να βρίσκομαι πλάι σε κάποιον που έδειχνε να ξέρει ποια ήμουν...».

Από το ένα μέρος, ένας ηλικιωμένος άνδρας, διακεκριμένος στη δουλειά του, φαινομενικά απόρθητος, εξού και τόσο γοητευτικός, απόλυτος και αυστηρός, αιφνιδίως προσηνής έως αβρός, σαδιστής όσο και γενναιόδωρος, κτητικός όσο και απλησίαστος, και από το άλλο, ένα κορίτσι που τον κοιτά και τον ακούει έκθαμβο. Ποιος από τους δύο θα διεκδικήσει τον άλλο και ποιος τελικά θα εκστομίσει το «όχι»; Σε πρώτη ματιά, ο άνδρας και το κορίτσι, αντιστοίχως. Ομως κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Οσο και αν τα αγγίγματα που απωθεί και τα φιλιά που ματαιώνει η Αν μοιάζουν με ικεσίες λαγνείας, ο Μπρεσόν δεν ήταν επ' ουδενί ερωτευμένος μαζί της. Οπως εκείνη τη σαγήνευε το πλάσμα που βαθμιαία σχηματιζόταν στα χέρια του με πρώτη ύλη τα φυσιογνωμικά και ιδιοσυγκρασιακά της χαρακτηριστικά, εκείνος την αγαπούσε στο μέτρο που ανταποκρινόταν σε αυτό ακριβώς το πλάσιμο ή, αλλιώς, στη φαντασία του. Ο διαπεραστικός ερωτισμός που μετεωριζόταν ανάμεσά τους απείχε πολύ από το να είναι έρωτας. Περισσότερο είχε να κάνει με την ένταση που εκλυόταν από δύο εγωισμούς που διαρκώς αντιμετριούνταν. Ακόμα και η Αν, παρά τη φόρτισή της από την εγγύτητα με τον Μπρεσόν, αναγνώριζε ότι αυτό που διαμειβόταν μεταξύ τους ήταν οτιδήποτε άλλο εκτός από ερωτική επιθυμία. «Είχε να κάνει με φόβο, με ντροπή, με έλξη και με πόθο. Ομως... πόθο τίνος πράγματος;»

Δεν θα χρειαστεί να δώσει απάντηση, όχι μόνον επειδή τα συναισθήματά της την υπερέβαιναν, αλλά κυρίως επειδή αυτό που βίωνε ήταν τόσο «πλατύ» που δεν μπορούσε να είναι μονοδιάστατο. Αν μη τι άλλο, «ήταν ένα αξεδιάλυτο κράμα έρωτα, θαυμασμού και ευγνωμοσύνης».

Η συνειδητοποίηση της Αν ότι το παιχνίδι ανάμεσα σ' εκείνη και τον Μπρεσόν θα μπορούσε να παιχτεί επί ίσοις όροις της δημιούργησε ένα μεθυστικό αίσθημα συνενοχής, που ενθάρρυνε την αντιστροφή των ρόλων μεταξύ μύστη και μαθητή. Οσο περισσότερο τολμούσε να εναντιώνεται σε μη σκηνοθετικές του επιθυμίες τόσο πιο πολύ βεβαιωνόταν ότι οι δυο τους συμμετείχαν σε «ένα παιχνίδι, ένα απλό παιχνίδι, ανάμεσα σε μια νεαρή που ανακάλυπτε τις χαρές της αυθάδειας, κι έναν ηλικιωμένο κύριο που τυλιγόταν με τον μανδύα μιας ξεπερασμένης αυταρχικότητας». Μεταμορφωμένη από παίγνιο σε παίκτρια είχε επίσης τη δυνατότητα να δρασκελίζει την ηλικιακή τους απόσταση, κάνοντας και τους δύο ευτυχισμένους.

Η συνεχής έκθεση στην τραχύτητα και στη συναισθηματική ερμητικότητα του Μπρεσόν και ως άμεση συνέπεια ο αδιάκοπος αναλογισμός των μειονεξιών και των τυχόν ολισθημάτων της, συνιστούσε μια κρίσιμη πτυχή της μαθητείας της κοντά του, που η Αν αφομοίωσε στην εντέλεια. Γι' αυτό ύστερα από μία ακόμα εξουθενωτική αναμέτρηση ανάμεσά τους με ερωτικό περίβλημα, το κορίτσι, ξαφνικά μεγαλωμένο, αναλογίζεται με κυνική μεγαθυμία: «Ημουν γεμάτη επιείκεια γι' αυτόν, γιατί καταλάβαινα πως είχε χάσει τη δύναμη να με αναστατώνει». Επιείκεια ωστόσο ξοδεμένη αλόγιστα, καθώς δεν της έμεινε έστω και λίγη, προκειμένου να συνδράμει την ακόμη κοριτσίστικη ιδιοσυστασία της. Διότι το κορίτσι στο οποίο νόμιζε ότι είχε γυρίσει οριστικά την πλάτη, επέμενε να επανεμφανίζεται, εξοργίζοντάς την. Οσο σθεναρά, λοιπόν, και αν απευθύνει τα «όχι» της, εκείνα, προς δυστυχία της, εξοστρακίζονται καταπάνω της. «Η προσπάθεια να του υψώσω ανάστημα, υπερνίκησε την αντοχή μου». Τις στιγμές που αισθανόταν ένοχη για τις αρνήσεις της και ντροπή για τα συνοφρυώματα που με πολική ευγένεια της ανταπέδιδε ο δήθεν απαρνημένος άνδρας, δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί, όπως η ίδια διαπιστώνει εκ των υστέρων, ότι τα πλησιάσματα του Μπρεσόν είχαν στόχο να της εκμαιεύσουν αυτόν ακριβώς τον συναισθηματικό πανικό. Πολύ περισσότερο από την ανταπόκριση εκείνος επιζητούσε την απώθηση, καθώς μόνον η δεύτερη μπορούσε να θωρακίζει την εξουσία του έναντι της Αν. Ο Φρανσούα Μοριάκ, γνωστός συγγραφέας και δημοσιογράφος, είχε εγκαίρως προειδοποιήσει την εγγονή του: «Αυτός ο Μπρεσόν σου μου φαίνεται για... μεγάλος κατεργάρης».

Καθώς τα γυρίσματα προχωρούσαν η Αν, όλο και πιο δυσσεβής, άρχισε να μετέρχεται δικές της πανουργίες. Οπως εκείνος είχε τη δύναμη να της μεταγγίζει τις βαθύτερες προσδοκίες του για τον ρόλο της, εκείνη ανακάλυψε ότι ο ρόλος μπορούσε να μετατραπεί σε αντηχείο των πλέον δυσπρόφερτων σκέψεών της. Αν η φωνή της ήταν το στοιχείο που εν πρώτοις επέδρασε καταλυτικά στη διέγερση του ενδιαφέροντος του Μπρεσόν, στη φωνή της τώρα εμφώλευαν όλα εκείνα που η ίδια ως Αν ουδέποτε θα του έλεγε. Οι ατάκες του ρόλου υπέθαλπαν ακίνδυνες, συνάμα ζωτικές, εκμυστηρεύσεις. Η μεταμφίεση λειτουργούσε σαν μέσο απογύμνωσης, χωρίς την οδύνη της έκθεσης.

«Αυτό που υπήρχε ανάμεσά μας, τη στιγμή που του έλεγα αυτές τις λέξεις, φορτιζόταν με κάτι πολύ προσωπικό. Επαιζα τον ρόλο της Μαρί, φυσικά, αλλά ταυτόχρονα ήμουν η Αν και, με τα λόγια μιας άλλης, απευθυνόμουν στον Ρομπέρ Μπρεσόν». Πολύ πιθανόν κάθε φορά που ο τελευταίος γραπωνόταν πιεστικά από το μπράτσο της, να άγγιζε εκείνη τη στιγμή την ολοδική του Μαρί. Οι δυο τους ατένιζαν ο ένας τον άλλο με βλέμμα επικαλυμμένο από άδηλους πόθους. Ο ένας ποθούσε τη Μαρί και η άλλη την Αν, που έπαυε ολοένα να είναι κορίτσι. Υπό μία έννοια, επρόκειτο για δύο εκφάνσεις ναρκισσισμού που αλληλοτρέφονταν. Ολοι λίγο-πολύ, άλλωστε, ερωτευόμαστε θήλειες ή άρρενες επινοήσεις μας, που όσο αρνούνται να σαρκωθούν τόσο περισσότερο τις αγαπάμε.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Γητευτής σκύλων
Α. ΡΕΜΠΩ: Η αιωνιότητα μιας εικόνας
Ο κόσμος του παγκόσμιου κινηματογράφου
Περιπλάνηση στην ιστορία της νεοελληνικής ποίησης
Ερείπια και αναστηλώσεις: Προβλήματα ερμηνευτικής ανακατασκευής στην αιγαιακή αρχαιολογία
Αποστάγματα της καθημερινότητας
Αραβία και Αφρική: σταθεροί αφηγηματικοί πόλοι
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Γητευτής σκύλων
Α. ΡΕΜΠΩ: Η αιωνιότητα μιας εικόνας
Ο κόσμος του παγκόσμιου κινηματογράφου
Περιπλάνηση στην ιστορία της νεοελληνικής ποίησης
Ερείπια και αναστηλώσεις: Προβλήματα ερμηνευτικής ανακατασκευής στην αιγαιακή αρχαιολογία
Αν μη τι άλλο
Αποστάγματα της καθημερινότητας
Αραβία και Αφρική: σταθεροί αφηγηματικοί πόλοι
Λογοτεχνία
Συναρμογές του ελαχίστου
1ο Διεθνές Λογοτεχνικό Φεστιβάλ Τήνου
Φωνές δυνατές, στίχοι σαν αναγέννηση στην Τήνο
Οψεις της ανάγνωσης
Η πιο σημαντική «εικόνα» είναι ο τυπογραφικός σχεδιασμός του βιβλίου
Συνέντευξη: Γιώργος Χατζηιακώβου
Με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον
Εκπαιδευτικό βιβλίο
Στο παράξενο ταξίδι της ελληνικής εκπαίδευσης και του κόσμου
Πολλές σκέψεις και λίγες κρίσεις για το εκπαιδευτικό βιβλίο
Λεξικά και στοιχεία Διδακτικής, Παιδαγωγικής
Δύο ειδικά επιστημονικά βιβλία
Λέξεις υπό το φως του Η/Υ
Φεστιβάλ Αθηνών - Επιδαύρου
Το «ψιχάλισμα» των προβολέων χωρίς λογοτεχνία
Από τις 4:00 στις 6:00
Φωτογραφία και μουσική
Η ακτιβίστρια ινδιάνα μουσικός
Άλλες ειδήσεις
Ερωτήσεις, καθαρά ρητορικές