Έντυπη Έκδοση

Ο δικός μας Καζαντζίδης

Ηταν ο κύριος εκφραστής του πόνου της φτωχολογιάς και της μετανάστευσης, των πιο τραγικών ιστοριών, της αδικίας, αλλά και του λαϊκού φιλότιμου, της λεβεντιάς.

Ηταν ο μόνος τραγουδιστής που μεταμόρφωνε, λόγω ύφους, τεχνικής και στιβαρής ερμηνείας, αυτά τα κομμάτια από μοιρολατρικά σε απελευθερωτικά. Ωστόσο, πόσα από τα παραπάνω αναγνωρίζονται σήμερα από τους νέους ερμηνευτές και τροβαδούρους; Πόσοι από αυτούς βρήκαν κάτι να διδαχτούν από τον Στέλιο Καζαντζίδη; Και εντέλει στέκεται κανείς σήμερα στην παρωχημένη θεματολογία των τραγουδιών του ή κρατάμε μόνο τις αξεπέραστες ερμηνείες και τις αναμνήσεις που ξυπνούν; Καθώς φέτος συμπληρώνονται δέκα χρόνια από το θάνατό του και 80 από τη γέννησή του, αναζητήσαμε τις απαντήσεις στις κουβέντες τεσσάρων εκπροσώπων της νέας γενιάς του τραγουδιού, με διαφορετικές καταβολές και επιλογές, αλλά κοινές ευαισθησίες.

ΦΟΙΒΟΣ ΔΕΛΗΒΟΡΙΑΣ

«Δεν οδήγησα ποτέ μου φορτηγό, ούτε είχα στο σπίτι μου κλουβί με καναρίνι. Δεν με κατατρύχει καμιά παρανοϊκή αίσθηση αδικίας, και η πατρίδα που έχασα, χάθηκε μάλλον από επιλογές της ίδιας της κοινωνίας της και όχι από τίποτε σκοτεινές δυνάμεις που "θέλαν το κακό μας". Παρ' όλ' αυτά, ο Καζαντζίδης με συγκινεί πολύ. Και με συγκινεί ακριβώς για την παράνοιά του. Είναι τόσο παραδομένος σ' αυτήν και σε όλα τα σχετικά μ' αυτήν συμπλέγματα (η γυναίκα είναι φρικτή, η μάνα όμως αγία, η κοινωνία είναι ψεύτικη, εκείνος όμως παράλογα τίμιος), που καταφέρνει να δημιουργήσει κόσμο δημιουργού, ενώ είναι απλώς ερμηνευτής. Πολλοί πιστεύουν πως η αξία του είναι πως έδωσε φωνή στους πρόσφυγες και στους μετανάστες. Ισως να είναι έτσι, αυτό όμως καλλιτεχνικά είναι κάτι που καταγράφεται και μετά ξεπερνιέται από άλλους. Αυτό που δεν θα ξεπεραστεί ποτέ είναι η εικόνα ενός μεγαλειώδους πύργου, ενός παλατιού της ελληνικής Ανατολής εγκαταλελειμμένου, μέσα στο οποίο ένας άνθρωπος ημίτρελος φωνάζει ολομόναχος "Υπάρχω". Αυτής της εικόνας, αυτού του πύργου το κλειδί θα το κρατάει για πάντα ο Καζαντζίδης».

ΛΥΣΑΝΔΡΟΣ ΚΑΙ ΟΡΕΣΤΗΣ ΦΑΛΗΡΕΑΣ (ΙΜΑΜ BAILDI)

«Θυμόμαστε πάντα τον Γρηγόρη (Φαληρέα) να μας φέρνει στο σπίτι τις παραγωγές που είχε επιμεληθεί. Δυστυχώς, τις ακούγαμε χωρίς να δίνουμε ιδιαίτερη σημασία. Οσο παράδοξο κι αν φαίνεται, αργήσαμε να ακούσουμε -με δική μας πρωτοβουλία- ελληνικά τραγούδια κι έτσι η γνωριμία μας με τον Καζαντζίδη ήρθε κοντά στην ενηλικίωση. Αγαπήσαμε περισσότερο τα πρώιμα τραγούδια του από τη δεκαετία του '40 και του '50. Πρόσφατα διαβάσαμε μια κουβέντα του Ακη Πάνου που απλώς ήρθε να υπογραμμίσει όσα νιώθουμε για εκείνον. "Ο Καζαντζίδης είναι ο μόνος τραγουδιστής που πρόσθετε στο κάθε τραγούδι το κάτι παραπάνω". Ηταν ο ερμηνευτής που οδηγούσε και το πιο αδιάφορο κομμάτι σε ένα άλλο επίπεδο. Αυτό, θεωρούμε, δεν σχετίζεται με τη μεγάλη φωνή, αλλά με την προσωπικότητα και το μοναδικό χάρισμα να κάνεις δική σου τη δημιουργία ενός άλλου. Ο χαρακτήρας του και η ζωή του απέπνεαν εν γένει μια μελαγχολία και δυστυχία. Τελικά αυτά τα δύο χαρακτηριστικά είναι που έντυναν τα τραγούδια του με τόση ειλικρίνεια. Το μαράζι στην καρδιά και το τραγουδούσε και το ζούσε. Αυτός είναι μάλλον και ο λόγος που, ενώ πειραματιστήκαμε με διάφορους καλλιτέχνες, τον συγκεκριμένο τραγουδιστή δεν τον έχουμε ακουμπήσει ακόμα. Αν τον πειράξεις, δεν θα είναι Καζαντζίδης. Κι αν δεν είναι Καζαντζίδης, το τραγούδι δεν θα έχει κανένα νόημα».

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΚΑΡΑΚΩΣΤΑ

«Οι φίλοι του πατέρα μου τραγουδούσανε Καζαντζίδη ξεπατικωτούρα. Ο καθένας τους ήτανε μια κόπια του μεγάλου τραγουδιστή, αλλά δεν πετυχαίναν τον όγκο της φωνής του παρά μόνον όταν τραγουδούσαν όλοι μαζί κομμάτια σαν το "Θολωμένο μου μυαλό", τις "Νυχτερίδες κι αράχνες", "Το μερτικό". Η φωνή του θα μας βοηθούσε σήμερα, διότι μας χάρισε ταυτότητα και ενέπνευσε συλλογικότητα. Θα έπρεπε, όμως, να αλλάξει τραγούδια. Οχι πια πληγωμένοι εγωισμοί, όχι άλλο ναρκισσιστικό πένθος. Μας χρειάζεται πια και λίγη αυτοκριτική -με αγάπη ασφαλώς και με χιούμορ- μια ανάσα δημιουργίας. Ζητείται επειγόντως Καζαντζίδης αυστηρός, αλλά αισιόδοξος».

ΓΙΩΤΑ ΝΕΓΚΑ

«Οταν σκέφτομαι κάτι για τον Καζαντζίδη, συνήθως είναι λιγότερο από αυτό που πραγματικά νιώθω για εκείνον. Εχει σημαδέψει την παιδική μου ηλικία γιατί ήταν ο πρωταγωνιστής στις γνωστές σε όλους μας ελληνικές οικογενειακές συγκεντρώσεις, όπου η κατάληξη ήταν πάντοτε κοινή: το κλάμα. Ο Καζαντζίδης ήταν η φωνή που έκανε τον πατέρα μου να χορεύει και να κλαίει, το θείο μου να αγκαλιάζει τους νεότερους με μια ιδιαίτερη χαρμολύπη, κι εμάς τα παιδιά να παρατηρούμε την κατάνυξη με πολλές απορίες. Στα συγκεκριμένα, δε, γλέντια υπήρχε και μια άτυπη ιεραρχία στα κομμάτια: στην αρχή έπεφταν οι ρούμπες και στο τέλος κλείναμε με τον "Γυάλινο κόσμο" και το "Τελευταίο βράδυ μου". Οταν πολλά χρόνια αργότερα μπήκα στο τραγούδι, συνειδητοποίησα πως ο Καζαντζίδης υπήρξε στο πέρασμα των ετών ένας άτυπος δάσκαλος. Τώρα συνειδητοποιώ ότι μου έκανε μάθημα χωρίς να το ξέρω. Αποτύπωνα τα φωνήεντα, την τοποθέτηση της φωνής, προσπαθούσα να βγάλω μια άκρη με την τεχνική του. Καταλαβαίνω πως στις μέρες μας οι φάμπρικες της Γερμανίας και η μάνα που μένει πίσω να θρηνεί δεν βρίσκουν αποδέκτες στους σημερινούς ακροατές. Ωστόσο, επειδή το σκληρό σήμερα αναμένεται να γίνει αβάσταχτο αύριο, μαζί με τα νέα πράγματα που θα γραφτούν, ίσως να ανατρέξουμε ξανά σε αυτόν».

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Μουσική
Σχετικά θέματα: Μουσική
Ριμές διαμαρτυρίας
Ροκ στα ερείπια
Τα ρεκόρ μιας εποχής
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Αρχαιολογικοί χώροι
Βόλτα με θέα τα μνημεία
Βιβλίο
Ο έρωτας εις θάνατον
Από τη Βαϊμάρη στην Google
Μυθιστορήματα για βραβείο
Εικαστικά
Mother India
Θέατρο
Τότε και τώρα
Μουσική
Ριμές διαμαρτυρίας
Ροκ στα ερείπια
Ο δικός μας Καζαντζίδης
Τα ρεκόρ μιας εποχής
Συνέντευξη: Μαρζιάνε Σατραπί
«Θέλω αλήθειες, όχι ριάλιτι»
Συνέντευξη: Μόνικα Μπελούτσι
«Είμαι ένας πολύ ιδιωτικός άνθρωπος»
Άλλες ειδήσεις
Το αντίθετο του ιστορικού μυθιστορήματος