Έντυπη Έκδοση

Το αντίθετο του ιστορικού μυθιστορήματος

Ο ΣΑΡΑΝΤΑΠΕΝΤΑΧΡΟΝΟΣ Τάσος Αναστασίου πρωτοεμφανίστηκε στην πεζογραφία μόλις, αλλά δέκα χρόνια πριν είχε δημοσιεύσει μια ποιητική συλλογή.

Ο «Συνεσταλμένος δολοφόνος» (εκδ. Κουκκίδα, 2011) περιλαμβάνει οκτώ στορίες που επιγράφονται διηγήματα, στο βάθος όμως είναι κάτι σαν σπονδυλωτό έργο. Με θέμα το αντίθετο του ιστορικού μυθιστορήματος, δηλαδή το ανεπανάληπτο, άγνωστο εν πολλοίς, και ρευστό ακόμα, «εδώ και τώρα».

Οι ιστορίες του είναι εκτενείς, πιο πολύ νουβέλες παρά διηγήματα, απόπειρες για ολοκληρωμένα πορτρέτα ζωής, κι όχι απλώς φέτες και μεμονωμένα στιγμιότυπα. Γεωγραφικά οι ήρωες κινούνται σε ολόκληρη την επικράτεια: από την Κομοτηνή ώς την Αμφισσα, τη Λαμία, την Αθήνα βεβαίως, με τις διάφορες συνοικίες της, κι αρκετά νησιά, από τη Ρόδο ώς την Κρήτη, ή άλλα που δεν κατονομάζονται. Από επαγγέλματα έχουμε επίσης πληθώρα: χημικός σε εργοστάσιο λιπασμάτων και ζωγράφος στην επαρχία, μουσικός σε τζαζ κλαμπ, βιβλιοπώλης και ιδιοκτήτρια βιντεοκλάμπ στην Αθήνα, ιερωμένος (πρωτοσύγκελος) και ιδιοκτήτης καφέ-μπαρ σε νησί, αρχισυντάκτης λάιφσταϊλ εντύπου, ασφαλιστής αυτοκινήτων, καθηγητές μέσης εκπαίδευσης. Ομως, το ψαχνό, το απολύτως σύγχρονο στοιχείο, βρίσκεται στα προβλήματα που βασανίζουν τους πρωταγωνιστές, και στο πώς ανατέμνονται οι ιδέες και η συμπεριφορά τους.

Η διένεξη ανάμεσα σε δεξιούς κι αριστερούς στο ίδιο σόι, μέσα από τα μάτια ενός ιδεολογικά αποστασιοποιημένου εφήβου. Ο εύθραυστος έρωτας ανάμεσα σ' έναν ιερωμένο που διαβάζει Καρούζο και γράφει ποίηση, και σε μια αλβανίδα υπάλληλο καφετέριας. Αυστηρότητα και επιείκεια απέναντι στους άλλους, αλλά και στους εαυτούς μας, με φόντο τη σκληρή καθημερινότητα καθηγητών και μαθητών σ' ένα αθηναϊκό λύκειο. Οι μύχιες σκέψεις ενός συμπατριώτη μας, λάτρη της Ευρώπης και ανθέλληνα, σε μια τούρκικη ταβέρνα στην Κομοτηνή. Μια σατιρική αναπαράσταση της ζούγκλας των μίντια αλά νεοελληνικά, με τους χτεσινούς αριστεριστές μεταλλαγμένους σε νεοφιλελεύθερους. Αθηναίος που σνομπάρει ως αναχρονισμό τους παραδοσιακούς αρραβώνες συγγενούς της γυναίκας του στην Κρήτη, πληρώνεται με το οδυνηρό νόμισμα ενός απολύτως σύγχρονου διαζυγίου. Μια κοπέλα που μισεί τους μετανάστες, προκειμένου να μη μισήσει τον, προσκολλημένο σ' έναν άντρα που δεν την πολυθέλει, εαυτό της. Νευρωτικοί ανέραστοι μεσήλικες, χλομά είδωλα της σεξουαλικά ελευθεριάζουσας, και ιδεολογικά αναρχίζουσας, νεότητάς τους.

Ο τρόπος με τον οποίο γράφει ο Αναστασίου έχει δύο προτερήματα (που, όπως συμβαίνει με όλους μας, κινδυνεύουν κάποτε να μετατραπούν σε ελαττώματα). Κατ' αρχάς, σκέφτεται αδιάκοπα πάνω στα κίνητρα των ηρώων του, καλλιεργώντας δεξιοτεχνικά τη στοχαστική του φλέβα, και μας τους παρουσιάζει με ενοχλητική διαύγεια και πληρότητα. Κι ύστερα, ανατέμνει τη στάση τους, σαν να έχει κι ο ίδιος προϋπηρεσία σε μια άγρια ενδοσκόπηση, τέτοια ώστε να ζωντανεύει σπαρταριστά, και σ' όλο τους το ψυχολογικό και υπαρξιακό βάθος, τις ρεαλιστικές ιστορίες του. Το κυριότερο, όμως, είναι ότι, χάρη στις εν λόγω αρετές του, ο συγγραφέας συλλαμβάνει και καταγράφει μυθοπλαστικά κάτι πολύ σημερινό, και πολύτιμο εξαιτίας της σπανιότητάς του. Εξαιτίας, θα έλεγε κανείς, της κυριαρχίας στις μέρες μας του ιστορικού μυθιστορήματος.

Η ομώνυμη ιστορία εστιάζεται σ' έναν άδοξο έρωτα, πρόκειται για έναν εραστή «συνεσταλμένο δολοφόνο». Ομως, όπως το βιβλίο ολοκληρώνεται, συνειδητοποιείς ότι όλοι οι ήρωες είναι λίγο-πολύ κάτι ανάλογο. Μολονότι δειλοί και φαινομενικά ακίνδυνοι, δεν παύουν να «δολοφονούν» τους άλλους γύρω τους, ενίοτε εν ψυχρώ. Αλλοτε, πάλι, με την παραίτηση και την απάθειά τους, γίνονται απλώς συνένοχοι και κατ' ουσίαν συνεργοί των «δολοφόνων». Κι άλλοτε, ο μόνος που κατορθώνουν να εκμηδενίσουν δεν είναι παρά ο εαυτός τους.

Δεν θέλει και μεγάλη προσπάθεια για να πιάσεις τη γενική εικόνα. Εξαλλος ατομικισμός, κυνική συμφεροντοκρατία, αδίστακτος κομφορμισμός: τα άνθη του κακού της ασύδοτης ελεύθερης αγοράς, που βασιλεύει γύρω μας τα τελευταία χρόνια. Οσα μας μεταβάλλουν, σχεδόν θέλοντας και μη, σε «δολοφόνους», με τον απέναντί μας πάντα εχθρό και ανταγωνιστή, θύτη ή θύμα. Οσα μας οδήγησαν στην πρόσφατη οικονομική κρίση, και επιπλέον μας εμποδίζουν να την αντιμετωπίσουμε. Το βιβλίο του Αναστασίου είναι σαν να ψηλαφεί μια κρυμμένη αλήθεια: ναι μεν γίναμε όλοι «δολοφόνοι», αλλά τουλάχιστον όχι στυγνοί, είμαστε ακόμα συνεσταλμένοι. Ισως αυτό αποδειχτεί η τελευταία μας ελπίδα.

Ο ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΡΑΠΤΟΠΟΥΛΟΣ είναι πεζογράφος.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Αρχαιολογικοί χώροι
Βόλτα με θέα τα μνημεία
Βιβλίο
Ο έρωτας εις θάνατον
Από τη Βαϊμάρη στην Google
Μυθιστορήματα για βραβείο
Εικαστικά
Mother India
Θέατρο
Τότε και τώρα
Μουσική
Ριμές διαμαρτυρίας
Ροκ στα ερείπια
Ο δικός μας Καζαντζίδης
Τα ρεκόρ μιας εποχής
Συνέντευξη: Μαρζιάνε Σατραπί
«Θέλω αλήθειες, όχι ριάλιτι»
Συνέντευξη: Μόνικα Μπελούτσι
«Είμαι ένας πολύ ιδιωτικός άνθρωπος»
Άλλες ειδήσεις
Το αντίθετο του ιστορικού μυθιστορήματος