Έντυπη Έκδοση

Πολιτική

Η άποψή μου

  • Κρατική βία και κυβερνητική υποκρισία

    Η κυβέρνηση επί μήνες λοιδόρησε μαζί με τα μέσα μαζικής ενημέρωσης την πλειονότητα των πολιτών ως «άχρηστους», «βολεμένους», «συμμορίτες», «κλέφτες που τα έφαγαν μαζί της», τώρα τους καταγγέλλει ως βίαιους, επειδή δεν σκύβουν το κεφάλι πάραυτα.

    Πολύ θα ήθελα να μάθω πώς εννοεί η κυβέρνηση τη βία. Οσο γνωρίζω, ο όρος σημαίνει: (α) επιβολή της θέλησης του Αλφα επί του Βήτα, (β) εξαναγκασμό του Βήτα να πιστεύει ως ορθές τις απόψεις του Αλφα, ακόμα και αν στρέφονται εναντίον του, (γ) επιβολή χωρίς συναίνεση από τον Αλφα μέτρων σε βάρος του Βήτα, χωρίς τη συναίνεσή του τελευταίου, (δ) αυθαίρετη αλλαγή των κανόνων κατά επιλογή του Αλφα (διότι τον συμφέρουν) σε βάρος του Βήτα (που δεν τον συμφέρουν), (ε) παραβίαση του Συντάγματος και προσπάθεια επιβολής στην κοινωνία αντισυνταγματικών νόμων και άλλων πράξεων. Η κυβέρνηση, όσο γνωρίζω, κάνει πρακτική χρήση και των πέντε μορφών (ορισμών) της βίας. Αν εκείνη αντιλαμβάνεται την έννοια της βίας διαφορετικά, θα την ακούσω με μεγάλο ενδιαφέρον. Επίσης, θα περιμένω να μου εξηγήσει πώς με βάση τον δικό της περί βίας ορισμό εκείνη αποδεικνύεται ως μη πράττουσα βία.

    Ας πάρουμε ένα παράδειγμα, θεωρεί η κυβέρνηση την κατάργηση των δικαιωμάτων των πολλών μέσα σε μισή ώρα συνεννόησης με την τρόικα και με παρόντες τους εκπροσώπους του ΣΕΒ και των τραπεζιτών πράξη ειρήνης ή βίας; Θεωρεί το κόψιμο εισοδήματος και τη σμίκρυνση της σύνταξης πράξη ειρηνική ή βίαιη; Ο μη διάλογος είναι ειρηνική επιβολή των απόψεων και τίνος; Πώς, κατά τη γνώμη της κυβέρνησης, θα μπορούσε και πρέπει να αντιδράσει κάποιος που βλέπει το παιδί του άνεργο, την κυβέρνηση να του κόβει το μισθό, τη γυναίκα του να δουλεύει πλέον ανασφάλιστη, την εγκληματικότητα να αυξάνει; Αν αντισταθεί, αν διαδηλώσει, αν κατέβει σε απεργία αυτό είναι βία; Και όταν το κράτος στείλει το παρακράτος για να δημιουργήσει σκηνές «άπειρου κάλλους για τα κανάλια» αυτό είναι δική του βία ή κρατική;

    Η κυβέρνηση κατηγορεί όποιον βρει απέναντί της για βία. Το να επιβάλλει στην κοινωνία τις μειοψηφικές της απόψεις αυτό εμπεριέχει βία και αυθαιρεσία ή όχι; Ο αυταρχισμός τι ακριβώς είναι; Η απόλυση από την εργασία και ο περιορισμός των δικαιωμάτων κάνουν τους πολιτικούς και τους επιχειρηματίες που τα αποφασίζουν και τα εφαρμόζουν «άκακα αρνιά» που παράγουν θεϊκό έργο; Γιατί η κυβέρνηση δεν λέει τίποτα για την κρατική βία η οποία έσπασε πόδι νεαρής διαδηλώτριας και οδήγησε σε απώλεια ακοής δημοσιογράφο; Πώς και δεν λένε κουβέντα γι' αυτή τη βία τα, κατά τα άλλα, λαλίστατα στελέχη της κυβέρνησης;

    Δεν λέω ότι δεν υπάρχει βία στην κοινωνία, από την κοινωνία, στις γραμμές της κοινωνίας. Κάθε άλλο. Υπάρχει, και μάλιστα αυξανόμενη ως αποτέλεσμα της κρίσης. Επιτείνεται δε, από την πολλαπλή βία (υλική, οικονομική, ηθική, επικοινωνιακή) που ασκούν οι κυβερνώντες και το Κόμμα του Μνημονίου. Κατά τη γνώμη μου το συμπέρασμα είναι απλό: ο γάιδαρος (η κυβέρνηση) είπε τον πετεινό βίαιο κεφάλα (τον λαό που αντιστέκεται). Μόνο που η κυβέρνηση μαζί με τη διαπλοκή εισπράττει τα κόμιστρα της μεταφοράς που θα έκανε ο γάιδαρος αν δεν τα «είχε φορτώσει στον κόκορα».

  • Η αποκάλυψη του αστικού μπλοκ εξουσίας

    Οποιος είχε το κουράγιο και δίχως άλλο μια δόση μαζοχισμού, για να παρακολουθήσει τη συζήτηση, για το νόμο περί ΑΕΙ στη Βουλή, σε ένα μόνον δεν μπορεί να διαφωνήσει με τους βουλευτές του αστικού μπλοκ εξουσίας.

    Στη σημασία που είχε η υπερψήφιση του νομοσχεδίου από το σύνολο των υποστηρικτών του αστικού-νεοφιλελεύθερου μπλοκ εξουσίας.

    Πράγματι, πέρα από το θέατρο του παράλογου, που για όποιον στοιχειωδώς ορθολογικά σκεπτόμενο άνθρωπο αποτελούσαν οι παρεμβάσεις των πολιτικών εκφραστών της αστικής εξουσίας, πέρα από το απύθμενο θράσος τους να παρουσιάζουν σαν σημαντικές παρεμβάσεις τους πλέον χυδαίους σοφισμούς, και να αναγάγουν με περίσσιο στόμφο την κενότητα σε σοφία, είχαν απόλυτο δίκιο να επισημαίνουν τη σημασία της απροκάλυπτης συναίνεσης που επιτεύχθηκε.

    Και είχαν δίκιο, διότι πράγματι ο χαρακτήρας και το βάθος της κρίσης του συστήματος είναι τέτοια που για να αντιμετωπιστεί αυτή δίχως σοβαρούς κλυδωνισμούς εις βάρος του, απαιτείται η αρραγής ενότητα όλων των υπερασπιστών του. Και αυτή η ενότητα πράγματι επιτεύχθηκε απ' αφορμή το σημαντικό νομοσχέδιο για τα ΑΕΙ.

    Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι και το διεθνές κεφάλαιο με επίμονο τρόπο αναζητούσε αυτήν την συναίνεση, πιέζοντας τον κ. Σαμαρά να αφήσει κατά μέρος τα στενά κομματικά συμφέροντα, και να στηρίξει αναφανδόν τη νεοφιλελεύθερη-μνημονιακή πολιτική της κυβέρνησης, όπερ και εγένετο, μια και είναι σαφές ότι και ο νόμος για τα ΑΕΙ σε αυτήν ακριβώς την πολιτική εντάσσεται, και μάλιστα αποτελεί μακρόπνοο και πολύπλευρα κομβικό της στοιχείο.

    Από αυτήν λοιπόν τη σκοπιά ορθώς η πρωταγωνίστρια της επίτευξης της συναίνεσης κυρία Διαμαντοπούλου εκτιμούσε την επομένη, σε συνέντευξή της στο Mega, ότι η επιτευχθείσα συναίνεση στο νομοσχέδιό της, που στην πραγματικότητα σήμαινε συναίνεση για το τέλος του πανεπιστημίου ως τέτοιου, ένα τέλος που η ίδια είχε το θράσος να ταυτίζει με το δημόσιο συμφέρον, δεν αφορά μόνον στην παιδεία, αλλά και στην οικονομία και στην ίδια την κοινωνία.

    Και είναι επίσης αλήθεια ότι η υπερψήφιση του νόμου αποτέλεσε νίκη για τις συνασπισμένες συντηρητικές -υπό την έννοια της υπεράσπισης του υπάρχοντος ξεπερασμένου συστήματος- δυνάμεις, όπως αποτέλεσε νίκη η αναίμακτη, δίχως την παραμικρή μέχρι τώρα σοβαρή αντίδραση από μέρους του φοιτητικού κινήματος, αντιμετώπισή του. Επίσης, θα αποτελέσει νίκη για τις ίδιες δυνάμεις η απευκταία εφαρμογή του.

    Αυτή όμως η νίκη, που αυτόματα σημαίνει και ήττα για το λαϊκό κίνημα και την αριστερά, εμπεριέχει κι' ένα θετικό στοιχείο. Και αυτό δεν είναι άλλο από την αποκάλυψη του γεγονότος ότι δεν είναι δυνατόν να αναζητά κάποιος μια ουσιαστική εναλλακτική λύση, μια διαφορετική διέξοδο από την κρίση, ανάμεσα στις δυνάμεις που με αυτήν τους τη συναινετική στάση ξεκαθάρισαν με τον πλέον σαφή τρόπο την κοινή τους θέση, όχι μόνον όσον αφορά στην παιδεία, αλλά, όπως ορθώς δήλωσε η κυρία υπουργός, και όσον αφορά στην ίδια την κοινωνία.

    Αυτές οι δυνάμεις ξεπέρασαν τις μικροδιαφορές τους και τα βρήκαν προς όφελος του «εθνικού» συμφέροντος. Με αυτήν τους τη στάση αποκάλυψαν το πραγματικό ενιαίο πρόσωπο του δικομματισμού, και ταυτόχρονα το ρόλο των μικρότερων συνοδοιπόρων του.

    Κάτω από αυτές τις συνθήκες, είναι πιο εύκολο να ξεκαθαρίσει κανείς και να επιλέξει από ποια πλευρά του οδοφράγματος θα σταθεί στον αδυσώπητο μακρόπνοο αγώνα που μας περιμένει. Από την πλευρά του μπλοκ πολιτικού εκφραστή της συνέχισης της κυριαρχίας του κεφαλαίου που στην εποχή μας σημαίνει όλο και πιο άγρια βαρβαρότητα, ή από την πλευρά των δυνάμεων της προόδου που επιδιώκουν να υπερβούν αυτό το σύστημα;

    Ενα δεύτερο θετικό στοιχείο, που θα μπορούσε να προκύψει από αυτήν την νίκη του μπλοκ της αστικής εξουσίας, θα ήταν αν σύσσωμες οι δυνάμεις της αριστεράς το αντέγραφαν ως προς τη μετωπική του δεινότητα, το αντέγραφαν ακολουθώντας την αυτονόητη αρχή που φαίνεται να διαφεύγει σε πολλές από αυτές: «η ισχύς εν τη ενώσει». Και για να μην παρεξηγηθώ από τους κακόβουλους που με περιμένουν στη γωνία, δεν εννοώ καμία οργανική ενότητα, αλλά τουλάχιστον μια στοιχειώδη κοινή δράση, ένα έστω στοιχειώδη συντονισμό εκεί όπου όπως σε αυτό το νομοσχέδιο φάνηκε να υπάρχει συμφωνία, αν όχι απόλυτη, τουλάχιστον σε γενικές γραμμές.

    Κάτι τέτοιο ακόμη κι αν αυτό δεν επιτευχθεί θεληματικά, αλλά θάβοντας προηγούμενες αντίθετες αποφάσεις, υπό την πίεση του κινδύνου πλήρους απομόνωσης από το φοιτητικό κίνημα και συνεπαγόμενης συρρίκνωσης, θα είναι στην κάθε περίπτωση θετικό.

    Και θα ήταν ακόμη πιο θετικό αν αποτελούσε την απαρχή μιας ευρύτερης αντικαπιταλιστικής αντιιμπεριαλιστικής συνεργασίας που θα ξεπερνούσε το χώρο της παιδείας, την απαρχή συγκρότησης ενός μετώπου, κατ' εικόνα εκείνου που ακολουθεί η άλλη πλευρά του οδοφράγματος.

  • Η δημιουργική μας καταστροφή

    Στην ιστορική πορεία των χωρών υπάρχουν περίοδοι όπου παρατηρείται μια διαδικασία ραγδαίων αλλαγών στην οικονομική και κοινωνική τους συγκρότηση, από τις οποίες προκύπτει μια νέα διαφορετική δομή και δημιουργείται μια νέα κοινωνική και οικονομική ισορροπία.

    Αυτές οι ιστορικές περίοδοι των ραγδαίων κοινωνικών και οικονομικών αλλαγών θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν, διευρύνοντας τον ορισμό του Σουμπέτερ, ως περίοδοι «δημιουργικής καταστροφής», με την έννοια ότι καταστρέφονται ταχύτατα οι παλιές κοινωνικές και οικονομικές δομές και στη θέση τους δημιουργούνται νέες, συνήθως περισσότερο αποτελεσματικές για την ανάπτυξη και την ευημερία μιας χώρας.

    Στη διάρκεια αυτών των αλλαγών προφανώς υπάρχουν κοινωνικά στρώματα που υποφέρουν και άλλα που επωφελούνται. Η νέα ισορροπία μπορεί να αποδειχθεί κοινωνικά επωφελής, αν εξασφαλίζει τελικά περισσότερη ευημερία στο μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας, πράγμα που εξαρτάται από ένα μεγάλο πλήθος παραγόντων.

    Η κοινωνικά επωφελής έκβαση της διαδικασίας της «δημιουργικής καταστροφής» δεν εξαρτάται από την προέλευση των πιέσεων, δηλαδή αν οι πιέσεις προέρχονται κυρίως από εσωτερικές διεργασίες ή κυρίως από εξωτερικούς καταναγκασμούς. Εξάλλου, για τις χώρες που ανήκουν στην Ε.Ε. και μάλιστα στην ευρωζώνη, όπως η χώρα μας, οι αιτίες των πιέσεων για αλλαγές είναι συχνά σύνθετες. Η οικονομία και κοινωνία μιας χώρας-μέλους της ευρωζώνης είναι τόσο στενά συνδεδεμένη με τις άλλες κοινωνίες και οικονομίες των άλλων χωρών-μελών, ώστε η προέλευση των πιέσεων να μην μπορεί εύκολα να διακριθεί.

    Η νέα κοινωνική ισορροπία που προκύπτει ως αποτέλεσμα «δημιουργικής καταστροφής» εξαρτάται, μεταξύ άλλων, κυρίως από την κατεύθυνση των αλλαγών, από τον τρόπο με τον οποίο εξελίσσονται, από τον τρόπο που οργανώνονται, από την ταχύτητα που επιχειρούνται, από την ωριμότητά τους και από τον ιδεολογικό χρωματισμό του πολιτικού φορέα που τις πραγματοποιεί.

    Στη χώρα μας έχει ξεκινήσει μια αργόσυρτη διαδικασία «δημιουργικής καταστροφής» ήδη από την ένταξη μας στην Ευρωπαϊκή Ενωση πριν από τριάντα χρόνια. Η διαδικασία αυτή έχει ονομαστεί με διαφορετικά ονόματα: «δημοκρατική αλλαγή» στη δεκαετία του '80, «εκσυγχρονισμός» στη δεκαετία του '90, «επανίδρυση του κράτους» στη δεκαετία του 2000. Η κατεύθυνση των αλλαγών στην οικονομία και την κοινωνία ήταν πάντοτε λιγότερο ή περισσότερο στραμμένη προς τον εξευρωπαϊσμό των οικονομικών και κοινωνικών δομών της χώρας, με την έννοια της προσέγγισης προς την ευρωπαϊκή πραγματικότητα.

    Οι αιτίες των αλλαγών αυτών ήταν τόσο εσωτερικές όσο και εξωτερικές. Αναλαμβάνονταν ή και υποστηρίζονταν από τις εκάστοτε κυβερνήσεις, όμως η εσωτερική πίεση δεν ήταν αρκετά ισχυρή ούτε υπήρχε «σκληρός» εξωτερικός καταναγκασμός. Ετσι, οι «πιέσεις» δεν ήταν αρκετές για να γίνουν οι αναγκαίες αλλαγές ώστε η χώρα να συγχρονίσει το βήμα της με την ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Ιδιαίτερα μάλιστα τα τελευταία χρόνια, όπου οι ανάγκες προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας στις συνθήκες που επικρατούσαν στις ισχυρές χώρες της ευρωζώνης ήταν επιτακτική, η υποστήριξη των αλλαγών από την προηγούμενη κυβέρνηση ήταν αναιμική, ενώ και οι εξωτερικές πιέσεις από την Ε.Ε. είχαν σχεδόν αδρανήσει.

    Ετσι, λόγω της ολιγωρίας που επιδείχθηκε τα χρόνια που πέρασαν, η χώρα μας οδηγήθηκε στο χείλος της οικονομικής κατάρρευσης χωρίς εναλλακτικές λύσεις. Η διαδικασία της ραγδαίας «δημιουργικής καταστροφής» που απαιτείται σήμερα προκαλεί μεγάλες κοινωνικές ωδίνες, αποτελεί όμως απαράβατο όρο παραμονής της χώρας μας μέσα στην ευρωζώνη, πράγμα που αποτελεί απολύτως αναγκαία (όχι όμως και επαρκή) προϋπόθεση, ώστε η τελική έκβαση της διαδικασίας αυτής να είναι επωφελής για το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής κοινωνίας.

  • Ελληνικότητα και παραγωγικότητα

    Στο πλαίσιο ενός μεταπολεμικά αναβιούμενου μικροαστικού επαρχιωτισμού, χαρακτηριστικού μιας υποκουλτούρας της μιζέριας στην Ελλάδα των ανακτόρων και της μετεμφυλιακής πλουτοκρατίας, είχε επικρατήσει και η «ιδεολογία» της «ψωροκώσταινας», σαν εμβληματικό ρεφρέν ενός αναδυόμενου νεοπλουτισμού της δεκαετίας του '50.

    Η παροιμιακή ταύτιση της πατρίδας μας με κάποια δύσμοιρη μητέρα, «ηρωίδα» του μόχθου στόχευε να διαχωρίζει έτσι την ευμάρεια από τη φτώχεια και την ανέχεια. Για τούτο και η αναφορά στη χήρα του Ναυπλίου της καποδιστριακής εποχής δεν ακουγόταν στην αγροτική επαρχία ούτε ασφαλώς από ανθρώπους των εργατουπόλεων της Αθήνας. Στα σαλόνια του Κολωνακίου και σε περιβάλλοντα χωροφυλακής έδινε κι έπαιρνε τότε το εθνικό αυτό «παρατσούκλι», το οποίο, από βλακογενή άγνοια προφανώς, κάποιοι θεωρούσαν σαν το έμβλημα μιας, κατά τους ίδιους, «παρακμιακής» ελληνικότητας.

    Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα έμελλε να επικρατήσει βαθμιαία και η άποψη περί της παρακμιακής μας οικονομίας, καθώς οι «δραχμοβίωτοι» Ελληνες δεν «παράγουμε -ανέκαθεν- τίποτε». Τότε μας έδινε το σχέδιο Μάρσαλ, γνωστό ασφαλώς πόσοι και ποιοι το ξεκοκάλισαν, σήμερα μας δανείζουν η Ε.Ε. και το ΔΝΤ. Ο ιστορικός του μέλλοντος (γιατί όχι κι εκείνος του παρόντος;) θα μας πουν πού πήγαν κι αυτά «τα λεφτά». Εν μέσω δε της τρέχουσας κρίσης και των επακόλουθων ενός πρωτοφανούς διασυρμού που υφίσταται η χώρα μας διεθνώς τα δύο τελευταία χρόνια, αναμενόμενο ήταν να επικρατήσουν στο εξωτερικό αλλά και στο εσωτερικό ορισμένες αναληθείς εντυπώσεις, οι οποίες επρόκειτο να μειώσουν ακόμη περισσότερο το κύρος μας στον έξω κόσμο. Μεταξύ άλλων, όμως, έμελλε να επικρατήσει και η προκλητική εντύπωση πως όχι μόνο ενταχθήκαμε με λογιστική απάτη στο σύστημα του ευρώ αλλά ακόμη και ότι δεν θα έπρεπε καν η Ελλάδα να είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης (!.. πού την πάτε την «ψωροκώσταινα;»). Στο βαθμό δε που η «εκδοχή» τούτη διαδόθηκε από ύπουλα μέσα μιας κίτρινης προπαγάνδας, άλλο τόσο συνέβαλε σε αυτό κι η αναπαραγωγή της από γνωστούς «αναλυτές» της εγχώριας σχολής αναμασημάτων. Η εμφανής αδυναμία παρέμβασης στα ξένα μέσα δημοσιότητας από ελληνικής πλευράς συνιστά μιαν άλλη, εξίσου κρίσιμη, παράμετρο αυτού του ζητήματος, η οποία οφείλεται εν πολλοίς στην ανυπαρξία εθνικών στρατηγικών και σχεδιασμού, υποκαθιστάμενων συνήθως από φτηνά «επικοινωνιακά» τεχνάσματα της μιας χρήσης.

    Οταν ακούμε και πάλι τελευταία το εύπεπτο σλόγκαν τού «δεν παράγουμε τίποτε», κάτι που συναντάται και σε σοβαρά -υποτίθεται- κείμενα αναλύσεων, τότε διερωτάται εύκολα ο καθένας πώς ήταν δυνατόν η Ελλάδα να βρίσκεται μέχρι προ τινος στην 27η θέση μιας παγκόσμιας κατάταξης χωρών με ισχυρή οικονομική βάση; Τον καιρό λοιπόν που αποφασίστηκε η ένταξη της χώρας μας στην ευρωζώνη, η οικονομία της εμφάνιζε σημαντικούς ρυθμούς ανάπτυξης και παραγωγικότητας, ενώ η ελληνική οικονομία είχε καταταγεί (μέσω των «οίκων») στις ταχύτερα ανερχόμενες. Η Ελλάδα είχε κι έχει τον μεγαλύτερο εμπορικό στόλο μέσα στην Ευρωπαϊκή Ενωση, ο οποίος διεκδικεί εκ νέου μια παγκόσμια «πρωτιά» που κατείχε άλλωστε για δεκαετίες. Κάτι άλλο εξίσου σημαντικό στοιχείο της ελληνικής οικονομίας ήταν και παραμένει ο τουρισμός, διατηρώντας (ευτυχώς) αμείωτη την ανταγωνιστικότητά του και τούτο παρά τα πλήγματα που δέχεται έξωθεν κι έσωθεν συν τω χρόνω. Ο τουριστικός κλάδος παράγει περίπου το 18% του ελληνικού ΑΕΠ, ποσοστό που ανέρχεται σχεδόν στο 40% μαζί με εκείνο της εμπορικής μας ναυτιλίας.

    Εκείνο όμως που είχε κι έχασε σε σημαντικό βαθμό η χώρα μας είναι η παραγωγικότητα στον γεωργοαγροτικό της τομέα. Και τούτο συνιστά ένα καίριας σημασίας έλλειμμα ελληνικότητας στην οικονομία μας, στο οποίο συνέβαλε ωστόσο αρκούντως κι η «θεία» μας των Βρυξελλών. Υστερα από το προγραμματισμένο κι επιδοτούμενο ξερίζωμα ελαιώνων και αμπελιών, έφτασαν και οι ελεεινές κοινοτικές επιδοτήσεις που πήραν τους αγρότες από τα κτήματά τους και τους οδήγησαν στη «Σοφοκλέους». Οταν σήμερα διαβάζουν κάποιοι στοιχεία εισαγωγών σε κρέατα και δημητριακά ξύνουν την «γκλάβα» τους με απόγνωση, είναι όμως αργά. Μολαταύτα η εθνική μας οικονομία συνεχίζει να αποτελεί διεθνώς ένα σημαντικό μέγεθος, παρά τις υποβαθμίσεις της λόγω των χρεών.

    Εν κατακλείδι, δεν έγινε καμία «χάρη» στην Ελλάδα με την εισδοχή της στην ΕΟΚ (1981) και την ένταξή της στη ζώνη του ευρώ. Τον καιρό της λήψης αυτών των αποφάσεων δεν εξετάστηκαν μόνο λογιστικά νούμερα στατιστικών αλλά εκτιμήθηκαν μεγέθη της πραγματικής ελληνικής οικονομίας, βάσει των οποίων και συνυπάρχουμε στον ενιαίο, λεγόμενο, ευρωπαϊκό, οικονομικό χώρο.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Πολιτική
Άλλα θέματα στην κατηγορία Πολιτική της έντυπης έκδοσης
Κυβέρνηση
Γκάφες φέρνουν τις κάλπες πιο κοντά
Δημόσιο
Τι προβλέπει το καινούριο μισθολόγιο
Τέλος οι συγχωνεύσεις, ξεκινούν εκκαθαρίσεις
Μείωση συντάξεων στον δημόσιο τομέα
Ελληνικό, ΟΠΑΠ, ΔΕΠΑ, ΕΛΛ.ΠΕ. στο πρώτο κύμα αποκρατικοποιήσεων
Ανθρώπων έργα & ημέρες
Η τέχνη μπορεί να ανατρέψει την πολιτική
Δημοψηφίσματα
8 σημεία τριβής για το Σύνταγμα
Διεθνές Δικαστήριο
Στη Χάγη οι γερμανικές αποζημιώσεις
Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης
Ο Γιώργος γυρίζει στον τόπο του ατοπήματος
Η Θεσσαλονίκη ξεχείλισε από την αγανάκτηση
Διπλωματία
Η Αθήνα στη δίνη Τελ Αβίβ-Αγκυρας
Ευρωπαϊκή Ένωση
Ευρωπαίος καπετάνιος στην ελληνική γαλέρα
Νέα Δημοκρατία
Κολλημένος με τις... κάλπες
Οικονομική κρίση
Μια χώρα πνιγμένη στα χρέη και την ανασφάλεια
ΠΑΣΟΚ
Βουλευτές σε... μεσοπρόθεσμη κρίση
Ο προκλητικός κ. Λοβέρδος
Τάσεις φυγής στο πράσινο στρατόπεδο
Υπουργείο Εξωτερικών
Ολα τα κονδύλια κόβονται, εκτός απ' τα μυστικά του ΥΠΕΞ
Άλλες ειδήσεις
Κοινές διαπιστώσεις, μοναχικές πορείες