Έντυπη Έκδοση

Νέα πρόσωπα, νέες σελίδες

Πολιορκημένη από την οικονομική κρίση, η εποχή μας δύσκολα αντέχει να αναλάβει πολλά ρίσκα και ο εκδοτικός χώρος, επίσης στραγγισμένος από ρευστό χρήμα, διστάζει τώρα να «επενδύσει» σε άγνωστα ονόματα.

Ωστόσο, υπάρχουν και εφέτος αρκετοί ενδιαφέροντες πρωτοεμφανιζόμενοι συγγραφείς. Ελάτε, λοιπόν, να τους γνωρίσουμε, μέσα από τι άλλο; Από τα νέα βιβλία τους

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΦΡΑΝΕΛΛΗ

Η καταπίεση μιας γενιάς

«Οι μαμάδες αγαπούν τα παιδιά. Τα παιδιά αγαπούν τις μαμάδες. Αυτός είναι ο κανόνας. Και σαν κανόνα τον ακολούθησα μέχρι κάποια ηλικία. Παιδική ακόμα. Οχι επειδή ένιωθα έτσι. Αλλά επειδή μου έλεγαν έτσι. Οι μαμάδες αγαπούν τα παιδιά. Τα παιδιά αγαπούν τις μαμάδες. Είναι πολύ πιθανόν. Να είναι έτσι. Να είναι κανόνας. Αλλωστε, οι εξαιρέσεις τον επιβεβαιώνουν»...

Μια τέτοια εξαίρεση ζωντανεύει στο «Μαμά, κι εγώ δεν σ' αγαπώ» της Μαργαρίτας Φρανέλλη, μια νουβέλα με κοφτές φράσεις κι ασθματικό ρυθμό που αναμένεται από τον «Πατάκη». Μέσα απ' τις σελίδες της αναδύεται η φιγούρα μιας στυφής μάνας και αμείλικτης δασκάλας, μιας γυναίκας στενόμυαλης και τσιγκούνας σε αισθήματα, που αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως υποδειγματική παντού και η οποία έχει μονίμως τεντωμένες τις κεραίες της για το-τι-θα-πουν-οι-άλλοι, στη μίζερη Ελλάδα του '70.

Το ψευδώνυμο Φρανέλλη ανήκει σε μια 45χρονη κειμενογράφο στη διαφήμιση που, εγκλωβισμένη στους φρενήρεις ρυθμούς της δουλειάς της και υπό το βάρος μιας έμφυτης συστολής, καθυστέρησε πολύ να «εκτεθεί» λογοτεχνικά. «Ακόμα και τώρα», λέει, «ντρέπομαι που γράφω. Υπάρχουν τόσοι μεγάλοι συγγραφείς...». Με τα γαλλικά μυθιστορήματα του 19ου αιώνα στις αποσκευές της και με το έργο της Μάρως Δούκα για οδηγό, η Φρανέλλη αντιμετώπισε το «Μαμά...» σαν υποκατάστατο ψυχαναλυτικής συνεδρίας, το περιεχόμενο της οποίας θέλησε να το μοιραστεί.

«Το λεξιλόγιο της διαφήμισης είναι πολύ φτωχό», παραδέχεται. «Το βιβλίο μου, με πολλά προσωπικά μου βιώματα μέσα, ήταν καρπός της ανάγκης μου να πω κάποια πράγματα με τη γλώσσα που επιθυμούσα κι όχι τη γλώσσα που μου επέβαλαν οι άλλοι. Είναι ένα σχόλιο για την ελληνική οικογένεια, τα ταμπού της και την καταπίεση μιας ολόκληρης γενιάς, αλλά και αναπόληση ταυτόχρονα μιας εποχής που ούτε κατά διάνοια δεν υφίσταται σήμερα. Με τη μεταπολίτευση άλλαξαν όλα απότομα. Πώς φτάσαμε στο άλλο άκρο; Πώς αφομοιώσαμε την ανακτημένη ελευθερία μας; Μακάρι να πάρω την ενθάρρυνση που χρειάζομαι για να καταπιαστώ και μ' αυτό».

ΘΟΔΩΡΗΣ ΡΑΧΙΩΤΗΣ

Βασανιστές της διπλανής πόρτας

Την ημέρα έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας, ένας μονόχνωτος τύπος, τριάντα χρόνια μετανάστης στη Γερμανία, ξεφυλλίζοντας μια ελληνική εφημερίδα εντοπίζει τα ίχνη ενός παλιού του συντοπίτη από την Ηλεία, μάχιμου στελέχους πλέον ακροδεξιού κόμματος.

Κι ενώ ώς τότε ο ίδιος ούτε που σκεφτόταν να γυρίσει πίσω, επιστρέφει πάραυτα στην πατρίδα, αποφασισμένος να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς του με το παρελθόν.

Οι δύο συγχωριανοί αποτελούν το πρωταγωνιστικό δίδυμο του μυθιστορήματος «Βασανιστές» (εκδ. «Καστανιώτης»), του πρώτου που δημοσιεύει ο 44χρονος δικηγόρος Θοδωρής Ραχιώτης, υιοθετώντας την τεχνική του φλας μπακ. Ενα μυθιστόρημα «για τους μηχανισμούς και τις συνθήκες που αποκτηνώνουν τον άνθρωπο», αφιερωμένο «στους γνωστούς και άγνωστους που αντιστάθηκαν στη χούντα, όχι μόνο σε όσους άντεξαν μα και σ' όσους λύγισαν».

Με αρκετά ανέκδοτα διηγήματα, κάποια ολοκληρωμένα στη διάρκεια σεμιναρίου δημιουργικής γραφής υπό τον Αλέξανδρο Ασωνίτη, ο Ραχιώτης έπιασε να γράψει ακόμα ένα, όπου θα εξερευνούσε «την περιοχή του ανδρικού παλιμπαιδισμού»: «Φαντάστηκα τη σχέση ανάμεσα στον διευθυντή και τον επιστάτη ενός σχολείου που, σαν παιδιά που δεν μεγαλώνουν, μοιράζονται το πάθος για τη συλλογή φωτογραφιών ποδοσφαιριστών. Κι ενώ προσπαθούσα να τους πλάσω ως χαρακτήρες, βλέποντας ότι θα 'ταν στρατεύσιμοι το '67, αναρωτήθηκα: κι αν ήταν ΕΣΑτζήδες; Απ' αλλού ξεκίνησα, δηλαδή, κι αλλού με οδήγησαν οι ήρωες...».

Δίχως πρωτογενή γνώση ανάλογων περιστατικών, διάβασε μαρτυρίες όπως της Φαλάτσι για τον Παναγούλη, του Κοροβέση ή της Κίττυς Αρσένη, στάθηκε στη μελέτη της Μίκας Φατούρου «Ο βασανιστής ως όργανο της κρατικής εξουσίας», εντρύφησε μέσω του Ιντερντετ σε θέματα στρατιωτικής ζωής, κι ό,τι πίστευε εξ αρχής το είδε να επιβεβαιώνεται: «Κάτω από κάποιες συγκυρίες κι υπό το βάρος μιας βίαιης εκπαίδευσης, ο καθένας μας μπορεί να γίνει βασανιστής».

Για τον Θ. Ραχιώτη, «βαυκαλίζονται όσοι νομίζουν ότι αυτά τ' ανθρώπινα τέρατα εμφανίζονται κι εξαφανίζονται από την κοινωνία σαν το κακό σπυρί. Ακόμα και σήμερα, όπου υπάρχει ανεξέλεγκτη εξουσία, στα αστυνομικά τμήματα, στα κρατητήρια, στα συνοριακά φυλάκια, υπάρχουν θύματα βασανιστηρίων, μετανάστες κυρίως και μικροκακοποιοί». Ανθρωποι της διπλανής πόρτας είναι και οι «Βασανιστές» του. Κι αυτή ήταν η μεγαλύτερη δυσκολία του, όταν ξεδίπλωνε τις διαδρομές τους: «να τηρήσω την ισορροπία ανάμεσα στα άλλοθι που διέθεταν και στην αιτιολόγηση των αποτρόπαιων πράξεών τους».

ΕΛΙΖΑ-ΙΩΑΝΝΑ ΠΟΛΙΤΣΟΠΟΥΛΟΥ

Ο ιός της αποξένωσης

Πίσω από τις βαριές κουρτίνες των κτιρίων του Λονδίνου και με την ανθρωπότητα να θερίζεται από έναν θανατηφόρο ιό, σκοτεινά πλάσματα και μύστες της νεκρομαντικής καταστρώνουν τις ραδιουργίες τους.

Και τρεις φίλοι, εν μέσω αγγέλων κι ενός τάγματος αθανάτων, ανακαλύπτουν την απόκοσμη φύση τους και παλεύουν για να επιβιώσουν σ' έναν κόσμο όχι και τόσο διαφορετικό από τον σημερινό...

Οσο κι αν φαίνεται παράξενο, η παραπάνω ιστορία, απλωμένη στο πολυσέλιδο μυθιστόρημα «Σμαράγδια με ασήμι», δεν φέρει αγγλοσαξονική υπογραφή. Πρόκειται για την παρθενική συγγραφική απόπειρα της 24χρονης Ελίζας-Ιωάννας Πολιτσοπούλου από τη Θεσσαλονίκη, αποτελεί τον πρώτο τόμο μιας επταλογίας με τον γενικό τίτλο «Ουροβόρος κρίνος» και παρουσιάζεται από τον «Κέδρο» ως το μοναδικό εγχώριο δείγμα «αστικού fantasy»!

Ηρωές του, μάγοι, βρικόλακες και λυκάνθρωποι με υπερφυσικές δυνατότητες, που κινούνται μεταξύ φανταστικών βασιλείων και βικτωριανών επαύλεων, αντιμέτωποι με μύθους, επικίνδυνες θεωρίες, δολοφόνους και ρατσιστές. Κι ανάμεσά τους, δεσπόζει μια νεαρή κοκκινομάλλα Κέλτισσα, η Μόριγκαν Κρόου, «μια αντι-ηρωίδα, κάθε άλλο παρά πρότυπο καλού παιδιού», σύμφωνα με την Πολιτσοπούλου, που «θ' αναζητεί μέσα της τους λόγους για τους οποίους αξίζει να σώσει τον κόσμο, σε κάθε τόμο της σειράς»...

Μοναχοπαίδι ενός ζεύγους αρχιτεκτόνων («ήταν ατέλειωτες οι ώρες που περνούσα μόνη μου, έχοντας τα παραμύθια για συντροφιά») και τελειόφοιτη του τμήματος βιομηχανικού σχεδιασμού του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, η Πολιτσοπούλου δηλώνει φανατική θαυμάστρια της Τζ. Κ. Ρόουλινγκ, του Κ. Σ. Λιούις («Το χρονικό της Νάρνια») και του Φίλιπ Πούλμαν («Το αστέρι του Βορρά»), αλλά με το «Λυκόφως» και τα ερωτευμένα βαμπίρ της Στέφανι Μέγερ, «δεν συμφωνώ ιδεολογικά».

Την ιστορία τού «Σμαράγδια με ασήμι» επιθυμούσε πάντα να βρεθεί κάποιος να της την διηγηθεί. Κι η ίδια, πλάθοντας με τη φαντασία της ένα σύμπαν όπου «τα στρατόπεδα των καλών και των κακών δεν είναι πάντα ξεκάθαρα, αλλά οι άνθρωποι, αποξενωμένοι ο ένας από τον άλλο, έχουν πάψει ν' ακουμπιούνται πια», αυτό ήθελε να δείξει: «ότι η ελπίδα για επικοινωνία και εμπιστοσύνη ανάμεσά μας δεν πρέπει να χαθεί».*

ΕΥΣΤΑΘΙΑ ΜΑΤΖΑΡΙΔΟΥ

Εγκυμονώντας την ελευθερία

«Κάθομαι τυλιγμένη στην κουβέρτα και τρώω με λαιμαργία τα νύχια μου, σαν να πρόκειται να μου τα διεκδικήσει σε λίγο κάποιος και θέλω να προλάβω να τα φάω όλα.

Τι έκανα αυτά τα είκοσι χρόνια; Οι έξυπνες βρήκαν άντρες, έκαναν παιδιά, γέμισαν τη ζωή τους φωνές, με καβγάδες, με γέλια, έχουν πρόγραμμα γεμάτο, δουλεύουν, μαγειρεύουν, καθαρίζουν το σπίτι, και τα βράδια, τα Σαββατοκύριακα, τις γιορτές, τις διακοπές, έχουν ανθρώπους γύρω τους. Οι άλλες, οι λιγότερο έξυπνες, έκαναν καριέρα, γεμίζουν το χρόνο τους με επαγγελματικά ραντεβού, με συνέδρια, κι όλες οι ώρες είναι ώρες εργασίας -δεν υπάρχει το κενό του χρόνου που εμένα με τρελαίνει. Εγώ ανήκω στις τελείως ανίκανες, που δεν κατάφεραν ούτε το ένα ούτε το άλλο»...

Μ' αυτές τις φράσεις ξεκινά ο εσωτερικός μονόλογος μιας αντικοινωνικής, κακοποιημένης συναισθηματικά γυναίκας, που εννέα μήνες μετά και τριακόσιες σελίδες παρακάτω αφουγκράζεται την ανάσα ενός μωρού, χειραφετημένη επιτέλους από την οικογένειά της κι απογαλακτισμένη από τη μάνα της που, μια ζωή, της έκοβε τα φτερά. Αν και στενάχωρο, το μυθιστόρημα της Ευσταθίας Ματζαρίδου «Η μάνα μου θερίζει τη χαρά μου» (εκδ. «Μεταίχμιο») είναι απ' αυτά που σε αποζημιώνουν και με το παραπάνω έτσι και τους παραδοθείς.

Οπως η Μ.Φρανέλλη, έτσι και η 47χρονη Ματζαρίδου, καταπιάνεται με το θέμα της μητρικής αγάπης, «μιας αγάπης που δεν είναι δεδομένη». Τόσο όμως ο τρόπος γραφής της, με τις μακροπερίοδες, συνειρμικές φράσεις, όσο και η οπτική της γωνία, που αποκλείει τον κοινωνικό περίγυρο της καθηγήτριας/ ηρωίδας για να σκαλίσει σε βάθος τις ψυχικές διεργασίες μέσα της, κάνουν την περίπτωσή της διαφορετική.

«Ηθελα πάντα να γράψω για τις αιμοβόρες ενδο-οικογειακές σχέσεις που τόσο συχνά βλέπω γύρω μου» λέει η ίδια. «Η ιδέα γι' αυτό το βιβλίο υπήρχε ήδη από το 1997. Δούλευα πολύ, όμως, σπουδάζοντας ψυχολογία ταυτόχρονα, είχα και τις οικογενειακές μου υποχρεώσεις, και καθώς είμαι πολύ αυστηρή με τα γραπτά μου, άργησα...». Απόφοιτος της Φιλοσοφικής Θεσσαλονίκης, με θητεία λέκτορα στο Πανεπιστήμιο της Κολωνίας και με πολύχρονη προσωπική ψυχανάλυση πίσω της, ζούσε απ' τις αρχές του '90 μέχρι πρόσφατα στη Γερμανία «διαβάζοντας σαν ηδονοβλεψίας όλα τα πρωτόλεια που εκδίδονταν εκεί. Πρωτόλεια που, δυστυχώς, δεν έχουν καμία σχέση με τα αντίστοιχα ελληνικά».

Με ιδιαίτερη προτίμηση στις λογοτεχνίες των «μικρών χωρών», αν έπρεπε ν' αναφερθεί σ' έναν μόνο συγγραφέα, θα στεκόταν στον Τόμας Μπέρνχαρντ, ενώ από τις ελληνικές πένες ξεχωρίζει της Ζατέλη. Κι αν χρωστάει σε κάποιον ευγνωμοσύνη, είναι ο συνεκδότης του «Δένδρου» Κώστας Μαυρουδής: «Του είχα ταχυδρομήσει πριν από δώδεκα χρόνια δείγματα γραφής μου, κι ενώ δεν δημοσίευσε τίποτε στο περιοδικό, μου έστειλε ένα πολύ θερμό γράμμα. Κι έκτοτε, κάθε φορά που δείλιαζα, το έβγαζα απ' το συρτάρι μου, το διάβαζα, έπαιρνα κουράγιο και συνέχιζα».

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία
Σχετικά θέματα: Βιβλίο
Το «ποντίκι» που βρυχάται
«Το Βυζάντιο είναι πολύ παρεξηγημένο»
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Συνέντευξη: Παντελής Βούλγαρης
«Καμιά παράταξη δεν ζήτησε συγνώμη»
1ο Διεθνές Φεστιβάλ Θεάτρου Δρόμου
Χρώμα στους δρόμους
Ντοκιμαντέρ
Ζωντανός, στο σχοινί
22ο Πανόραμα Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου
Πενήντα χρόνια με κομμένη την ανάσα
Μουσική
Ενας σολίστ από τη Σουηδία
Kind of Miles
«Η τζαζ θα βρει νέους δρόμους»
Κινηματογράφος
Η Αγρία Οικογένεια
Μπαλέτο
Η «Ζιζέλ» στη Θεσσαλονίκη
Το Bollywood στην "Κ.Ε."
Οι Ινδοί ξανάρχονται
Μιούζικαλ
Τραγουδώντας στη βροχή...
Συνέντευξη: Γιώργος Μιχαλακόπουλος
Εκείνος κι εκείνη
Εικαστικά
Τάλεντ σόου για εικαστικούς
Η τέχνη της προκήρυξης
Εκθεση φωτογραφίας
«Μη σκέφτεσαι: μόνο τράβα!»
Υπουργείο Πολιτισμού
Στην παγίδα των stage
Ζωγραφική
Οι ιέρειες του σουρεαλισμού
Φωτογραφία
Φωτογραφίζοντας τη φαντασία
Βιβλίο
Νέα πρόσωπα, νέες σελίδες
Το «ποντίκι» που βρυχάται
«Το Βυζάντιο είναι πολύ παρεξηγημένο»