Έντυπη Έκδοση

Τίποτα από το τίποτα

Τίτλος αλιευμένος από καθημερινή ροή λόγου του ποδηλάτη με φίλη αναγνώστρια από τη Θεσσαλονίκη, ακαριαία χαρακτηρίζοντας τη δική της ψυχολογική ακτινωτή διάθεση αμέσως και το σύνολο των πολιτικών, κοινωνικών και ατομικών εξελίξεων και «ελπίδων» εμμέσως.

Η ακριβής φράση είχε ως εξής: «Δεν περιμένω τίποτα από το τίποτα». Ο ποδηλάτης ενθουσιωδώς τη σφετερίστηκε για παρέα στη βόλτα του, με συνέπεια κάθε τρεις και λίγο να βουίζει η χορταστική φράση στ' αυτιά του. Σχολιασμός των πάντων και μάλιστα των άρτι διαδραματισθέντων στην πρωτοφανούς επιτυχίας Ελληνική Σκηνή. Κρίμα που δεν υπάρχει η Ελεύθερη Σκηνή. Φαίνεται ούτε η τέχνη δεν αντέχει τον καταιγισμό άνοιας και θρασύτητας.

Ο πρωθυπουργός δεν θα ανεχτεί (αναγραμματισμός τού αντέχει) οποιαδήποτε αμφισβήτηση. Γράφτηκε στο πρωτοσέλιδο μεγάλης ημερήσιας εφημερίδας πριν από την εκλογική αναμέτρηση της 7ης Νοεμβρίου. Το «οποιαδήποτε» γραμμένο με bold κόκκινα γράμματα, για όσους δεν κατάλαβαν.

Αισθάνεται κανείς τον πειρασμό, όντας ενήλικος και πολίτης τέλος πάντων αυτής της χώρας, ν' απαντήσει: «Μωρ' τι μας λες;» Μπορεί βεβαίως να καμαρώσει την παλικαριά τού εκστομίσαντος ως γνήσιου απόγονου του Λεωνίδα με τους τριακόσιους στις Θερμοπύλες ή και να αισθανθεί τη σοβαρότητα των περιστάσεων και τον λούσει ο επακόλουθος κρύος ιδρώτας.

Στις επαναληπτικές της 14ης Νοεμβρίου, ο ίδιος, αναπόφευκτα, πρωθυπουργός δηλώνει ότι μας κάνει τη χάρη να μην προχωρήσει σε εκλογές. Και πάλι ο κίνδυνος να απαντήσει κάποιος άσχετος, προσπερνώντας τον δείκτη ευφυΐας, όχι του πρωθυπουργού του, αλλά οπωσδήποτε της δικής του, «Μωρ' τι μας λες;». Αλλά ο κίνδυνος απεσοβήθη χάρη στο αποτέλεσμα της κάλπης, με χοντρές εξαιρέσεις (δόξα σοι ο Θεός!) την Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και την Πάτρα - πιθανότατα και κάποιες άλλες που πιθανότατα περνούν απαρατήρητες, αλλά έχουν τη σημασία τους την τοπική, έστω.

Και ο ποδηλάτης με ευχαρίστησή του είδε ότι και ένας ποδηλατομάχος, που δεν τον έπιανε το μάτι τους, καθότι μη προβεβλημένος καίτοι και δημοσιογράφος (εδώ ας κρατήσουμε μια μικρή επιφύλαξη για την αθωότητα της πεταλιάς), απέσπασε στις τάχα μου αυτοδιοικητικές εκλογές ένα απρόσμενο ποσοστό στην καταμέτρηση των ψήφων και τη διαμάχη μεταξύ των υπεροπλισμένων ακάματων 4 Χ 4.

****************

ΤΟ ΠΑΤΑΡΙ ΤΟΥ ΛΟΥΜΙΔΗ

Τι να περιμένει κανείς

από τον κόσμο των αποβλακωμένων γερόντων

που ανέχτηκε να γίνει «το πατάρι του Λουμίδη»

τράπεζα

ποιητική επισήμανση του Μιχάλη Παπανικολάου στη συλλογή Τροφοσυλλέκτης πόλεων. Λιγάκι σκληρή και ζόρικη, αφού οι αποβλακωμένοι δεν είναι μόνον οι γέροντες, αλλά δικαίως ο ποιητής εν προκειμένω επιστρατεύει το επιχείρημα. Η Ψυχές των γερόντων του Καβάφη δεν είναι επιεικέστερες. Και δεν είναι μόνο το πατάρι του Λουμίδη στο κέντρο της Αθήνας. Είναι και ο Απότσος και το ιστορικό καφενείο Ορφανίδης και το Zonar's στη Βουκουρεστίου, που είτε άλλαξαν χρήση είτε έγιναν ωραία και μεγάλα φωτισμένα. Δεν πρόκειται για αναπόληση της παλιάς Αθήνας με γαζίες και γιασεμιά. Πρόκειται για μέρη που άλλοι λαοί, ευφυώς και ευλαβικά φερόμενοι, τα φυλάνε ως κόρην οφθαλμού, διστάζουν ν' αλλάξουν το παραμικρό, και τα συνυπολογίζουν στην πολιτιστική τους κληρονομιά. Ο Καβάφης θα μπορούσε, άνευ ετέρου σχολίου, να σχολιάζει με την ακραιφνή του ποίηση εσαεί την επικαιρότητα. Χωρίς συμβολισμούς. Ο ποδηλάτης σκέφτεται απλώς και πλήθος βουλευτών.

Παράδειγμα:

Η ΨΥΧΕΣ ΤΩΝ ΓΕΡΟΝΤΩΝ

Μες στα παληά τα σώματά των τα φθαρμένα

κάθονται των γερόντων η ψυχές.

Τι θλιβερές που είναι η πτωχές

και πώς βαρυούνται την ζωή την άθλια που τραβούνε.

Πώς τρέμουν μην τη χάσουνε και πώς την αγαπούνε

η σαστισμένες κι αντιφατικές

ψυχές, που κάθονται -κωμικοτραγικές-

μες στα παλιά των τα πετσιά τ' αφανισμένα

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΑΣ;

Τι είναι η πατρίδα μας; Μην είν' οι κάμποι;

Μην είναι τ' άσπαρτα ψηλά βουνά;

Μην είναι ο ήλιος της, που χρυσολάμπει;

Μην είναι τ' άστρα της τα φωτεινά;

Μην είναι κάθε της ρηχό ακρογιάλι

και κάθε χώρα της με τα χωριά;

κάθε νησάκι της που αχνά προβάλλει,

κάθε της θάλασσα, κάθε στεριά;

Μην είναι τάχατε τα ερειπωμένα

αρχαία μνημεία της χρυσή στολή

που η τέχνη εφόρεσε και το καθένα

μια δόξα αθάνατη αντιλαλεί;

Ολα πατρίδα μας! Κι αυτά κι εκείνα,

και κάτι που 'χουμε μες στην καρδιά

και λάμπει αθώρητο σαν ήλιου αχτίνα

και κράζει μέσα μας: Εμπρός παιδιά!

Ιωάννης Πολέμης

Κι αυτά κι εκείνα, λοιπόν. Τα ίδια αυτά κι εκείνα. Και τα πάνω και τα κάτω. Και τα δεξιά και τα αριστερά.

Και οι στεριές και οι θάλασσες. Και οι κάμποι και τα ψηλά βουνά, και τα νησάκια και τα χωριά.

Ας πάρουμε τον στίχο κι ας τον προβάλουμε στη σημερινή εποχή.

Ολα πατρίδα μας. Και το γαλάζιο του ουρανού και το πράσινο των βουνών και το γαλαζοπράσινο της θάλασσας.

Κίτρινο και κόκκινο και πορτοκαλί δεν φαίνεται να διαθέτει αυτή η χώρα. Βεβαίως, βεβαίως!

Οταν ο ήλιος θ' ανατείλει

σαν καλοθρεμμένος κάπρος

σ' ένα μέλλον δίχως αναπήρους και ζητιάνους

εγώ θα 'χω πεθάνει στην ψάθα

μαζί μ' άλλους δυο τρεις του σιναφιού μου.

Συντάξτε από τώρα

τον μεταθανάτιο ισολογισμό μου!

Το βεβαιώνω και ξέρω πως δεν πέφτω έξω:

απ' όλους αυτούς

τους σημερινούς καταφερτζήδες

αυτούς που γλείφουν ποδιές και πλένε στα λεφτά

μονάχα εγώ θα μείνω βουτηγμένος μες στα χρέη

επιλεγμένο για την περίσταση απόσπασμα από το Συνομιλία μ' έναν φοροεισπράκτορα περί ποιήσεως, του ρώσου ποιητή και θεατρικού συγγραφέα Βλαντιμίρ Βλαντιμίροβιτς Μαγιακόβσκι (1893-1930), σε μετάφραση του Αρη Αλεξάνδρου.

Δεν είναι παρωχημένο να ξαναδιαβάσουμε έναν ποιητή που απέδρασε από τη σχολή του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, και στην ποίησή του αντιστάθηκε, χάριν της ποιητικής ουτοπίας, ακόμη και σ' όσα πρωτοβάθμια άντεχε να πιστεύει.

(...) Καλό είναι να θυμόμαστε ότι ο Πλάτων έγραφε εν μέσω ήττας: ένα μεγάλο μέρος της Αθήνας, η Αττική, ήταν ρημαγμένο και καμένο· και θα πρέπει να ένιωσε ότι προσωρινά μέτρα και μεταρρυθμίσεις ήταν τελείως μάταια όταν ένας Πελοποννησιακός πόλεμος ήταν δυνατόν να διαλύσει τον κόσμο του. Κατά τον Πλάτωνα ένα κακοσχεδιασμένο κράτος-καράβι χρειαζόταν κάτι περισσότερο από την επιστήμη της ναυσιπλοΐας αν ήθελε να περάσει τα τρικυμισμένα νερά: αν συνεχώς κινδύνευε να βουλιάξει, ήταν, όπως φαίνεται, καιρός να ξαναπάει στον ταρσανά και να ελεγχθούν οι αρχές με βάση τις οποίες κατασκευάστηκε. Παρεμπιπτόντως επισημαίνω ότι σε παρόμοια ψυχική διάθεση είμαστε σήμερα κι εμείς, και για τούτο ξαναμελετούμε τα θεμελιώδη. (...)

Λιούις Μάμφορντ, Η ιστορία των ουτοπιών, μετάφραση Βασίλης Τομανάς, Νησίδες, Θεσσαλονίκη 1998.

Αξίζει να ανοίξει κανείς αυτό το βιβλίο, για να διαβάσει έστω τα περιεχόμενά του και την Εισαγωγή του Χέντρικ βαν Λουν, που καταργεί την πλήξη των συνήθων Εισαγωγών, ήδη με την πρώτη πρόταση: Η μέρα είναι ηλιόλουστη και κάθομαι στην κορυφή ενός βουνού. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Στη στήλη
Πεντάλ
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Ο αστυνόμος Κώστας Χαρίτος
Ρέκβιεμ για έναν κόσμο που χάθηκε
Σβηστά τα φώτα στην Εσπερία
Αφιέρωμα στο παιδικό βιβλίο
Τα παιδικά βιβλία έφτασαν στον ουρανό
Ο Τομ έρχεται με τον Σαλίγκαρο
Στα σταυροδρόμια με κρυμμένα νερά και δράκους
Τα ραδιόφωνα παίζουν παράξενες μουσικές
Τα μαγικά παραμύθια μες στο φεγγαρόφωτο, δίπλα στις φασολιές
Ο Κοσμάς Πολίτης αγαπά τα παραμύθια
Το μυστικό του αιγαιόγλαρου
Ο Σέρλοκ Χολμς συστήνεται σε παιδιά
Συνέντευξη: Τάκης Τζαμαργιάς
«Παραμύθι χωρίς όνομα» της Πηνελόπης Δέλτα
Η τρίτη ανάγνωση
Κάτω απ' το ηφαίστειο
Από τις 4:00 στις 6:00
Να μέναμε πάντα παιδιά...
Η υπέρτατη τραγουδίστρια των μπλουζ
Άλλες ειδήσεις
Στον Κόλπο της Μαρίνας
Δεκέμβριος σαν άνοιξη