Έντυπη Έκδοση

Σβηστά τα φώτα στην Εσπερία

Christos Tsiolkas

Νεκρή Ευρώπη

μτφρ.: Νίκη Προδρομίδου

εκδόσεις Printa, σ. 445, ευρώ 21,10

Ενα «παράξενο, ροζ μέρος στη μέση του ωκεανού, στο τέρμα του κόσμου». Ετσι έμοιαζε η Αυστραλία πάνω σε έναν κιτρινισμένο παγκόσμιο χάρτη, που είχε διατρέξει κάποτε με το βλέμμα ο πατέρας τού Ισαάκ, κεντρικού ήρωα στο μυθιστόρημα του Χρήστου Τσιόλκα (γενν. 1965). Ηρωας και συγγραφέας φαίνεται να μοιράζονται κοινές παραστάσεις, στο μέτρο που είναι διακριτές στο βιβλίο ορισμένες αυτοβιογραφικές αναφορές. Ελληνοαυστραλός ο Ισαάκ, όπως ο Τσιόλκας, ομοφυλόφιλος επίσης, με πνεύμα κοσμοπολιτικό, το οποίο διαπνέει απ' άκρη σε άκρη το μυθιστόρημα. Με αφετηρία το «τέρμα του κόσμου» και τελικό προορισμό το σημείο εκκίνησης και πάλι, ο πρωταγωνιστής επιχειρεί μια περιπλάνηση ανά την Ευρώπη. Φεύγοντας από τη Μελβούρνη έχει μια συγκεχυμένη άποψη για τις ευρωπαϊκές πόλεις, βασισμένη κατά κύριο λόγο στις παραφθαρμένες από την ηρωίνη αναπολήσεις του πατέρα του και σε δικά του προγενέστερα ταξίδια. Η φωτογραφική του μηχανή, την οποία μέχρι τότε θεωρούσε αξιόπιστο παροχέα αδιάψευστων τεκμηρίων, εντοπίζει άδηλες όψεις στην ανθρωπογεωγραφία όπου εκείνος τώρα περιδιαβαίνει. Η Ευρώπη στην οποία εισέρχεται εκ πεποιθήσεως ως τουρίστας, καθώς δεν αισθάνεται κανέναν απολύτως, έστω υποδόριο, δεσμό συγγένειας με αυτήν, αποδεικνύεται ότι απέχει πολύ από τις εξιδανικευτικές φαντασιώσεις των μεταναστών. Αν η Ευρώπη ήταν για τον πατέρα του «το τραγούδι του μετανάστη», ο γιος ανακαλύπτει μια ήπειρο οργωμένη από τη βία, τον τρόμο και την αγωνία. «Η Ευρώπη βρόμαγε, βρόμαγε φαντάσματα και σκιές».

Η αφήγηση του Τσιόλκα κινείται σε δύο χρόνους, παρελθοντικό και παροντικό, οι οποίοι στο κλείσιμο του βιβλίου συναντιούνται σε ένα μεταφυσικό επίπεδο. Ο κόσμος της μητέρας, ένας τόπος ορεινός, κάπου στην ελληνική ενδοχώρα, στο έλεος του Τριαδικού Θεού και δυναστευμένος συνάμα από δεισιδαιμονίες, απομεινάρια του παγανισμού και μυθεύματα κάθε προέλευσης, εισχωρεί στην ορθολογική, τεχνοκρατούμενη πραγματικότητα του Ισαάκ φέρνοντάς τον αντιμέτωπο με ανοίκειους, φιλέκδικους δαίμονες. Ενα θυμωμένο στοιχειό ξεπηδά από τον οικογενειακό μύθο για να τυλίξει τα παγωμένα του άκρα γύρω από το τσακισμένο κορμί του ήρωα, ο οποίος στις τελευταίες σελίδες σπαράζει από την ανάγκη του αίματος. Ο Τσιόλκας μεθοδεύει δεξιοτεχνικά την ψυχική και σωματική του κατάρρευση, συναιρώντας το βάρος αυτού του φαντασιακού φορτίου που ονομάζεται καταγωγή με τον υπερφίαλο υλισμό και τον αιμοσταγή κυνισμό του σύγχρονου κόσμου. Ενός κόσμου ο οποίος φονεύει εξακολουθητικά τις θεσμικές και πολιτισμικές του αξίες, διάστικτου από αλληλοαναιρούμενα σύμβολα, σύμβολα ετερόκλιτων θεοτήτων που δεν εγγυώνται ουδεμία παραμυθία. Ο ήρωας δεν είναι κοινωνός της ιστορίας των γονιών του, δεν γνωρίζει τίποτα για την προπολεμική Ελλάδα ούτε είναι σε θέση να συλλάβει το μεταγενέστερο αποτύπωμα των κατοχικών χρόνων και τις κοινωνικοπολιτικές συνέπειες του Εμφυλίου, ενώ ταυτόχρονα νιώθει τελείως αποξενωμένος από τη σημερινή Ευρώπη. Η ομογένεια φαίνεται να επικαλείται μια εκδοχή της ελληνικότητας παραχαραγμένη από το νόστο και την απόσταση. Τα προγονικά κρίματα έρχονται παραδόξως να αμβλύνουν αυτό το οριακό αίσθημα εκρίζωσης και εξορίας του Ισαάκ και μεταφράζονται στο δικό του παρόν σε ένα εξ ολοκλήρου προσωπικό, μύχιο βάσανο. Με τρόπο υπερβατικό ο παλιός χρόνος παρεισδύει στο σώμα του αρρωσταίνοντάς τον, αλλά ακριβώς χάρη σε αυτή την αρρώστια επιστρέφει στην αρχέτυπη γενέτειρα, τη μήτρα. Η μητέρα του αναλαμβάνει την ίασή του, ξέροντας καλά ποιος εχθρός πολιορκεί τον γιο της. Εκείνη μπορεί να διαπραγματευτεί με το φάντασμα που τον ρημάζει, διότι μιλούν την ίδια γλώσσα, κατάγονται από τον ίδιο τόπο, ενώ τους συνδέουν η επίγνωση της ενοχής και η απαίτηση της δικαίωσης, αντιστοίχως.

Ο Ισαάκ απομακρυσμένος από την καθησυχαστική οικειότητα της Μελβούρνης και κυκλωμένος από μεγαλουπόλεις που διαμελίζουν την ατομικότητά του με τον εξαναγκασμό στην ανωνυμία, γυμνώνεται από κάθε αίσθηση του εαυτού για να μεταλλαχθεί σε ένα πλάσμα άλογο και πρωτόγονο, οιστρηλατούμενο από κανιβαλικές ενορμήσεις. Εξαγριωμένος από το περιρρέον μίσος, συλλογικό και ατομικό, ο ήρωας αδυνατεί να στρέψει την προσοχή του στα μνημεία του πολιτισμού και της Ιστορίας, που αποσιωπούν προαιώνια αιματοκυλίσματα, και προσπερνά τις επιτεύξεις του πνεύματος, οι οποίες απέτυχαν να αποτρέψουν τους ολοκληρωτισμούς του 20ού αιώνα, για να καταδυθεί εντέλει στο σημείο μηδέν της ανθρώπινης φύσης. Εκεί κυβερνούν οι επιθυμίες της σάρκας, η ακαταδάμαστη πείνα και η ηδονή της κατασπάραξης. Εκεί δεν υπάρχουν ούτε δημοκρατικοί θεσμοί ούτε φιλελεύθερη οικονομία ούτε οι επαγγελίες των θρησκειών. Μόνο «μια τρομερή, πικρή δυσωδία» κυριαρχεί, που αντιμάχεται κάθε απόπειρα εκλογίκευσης και κάθε έννοια ιστορικότητας. Περιπλανώμενος σε μια Ευρώπη που υποφέρει από τα δικά της φαντάσματα και τις δικές της κατάρες, ο Ισαάκ, ένας «αδαής ταξιδιώτης από τους αντίποδες», αποστερημένος την αίσθηση της πατρίδας και μαζί τη μητρική του γλώσσα, οι οποίες θα του εξασφάλιζαν μια έστω ψευδεπίγραφη ταυτότητα, βιώνει την απόλυτη ξενότητα, η οποία προοικονομεί την κατάλυση της ηθικότητας. «Αυτό το ταξίδι φαίνεται πως με απομακρύνει περισσότερο από τον εαυτό μου, απ' όλα τα σημεία αναφοράς μου, ακόμα κι απ' τις ρίζες μου». Χωρίς ρίζες να οριοθετούν το πρόσωπό του και να λειτουργούν σαν αντιστάθμισμα της ετερότητας που του επιφυλάσσει η Ευρώπη, ο ήρωας μετατρέπεται σε μια ύπαρξη αμιγώς σωματική, ανιστορική, υπόλογη αποκλειστικά σε ένα λυσσαλέο ένστικτο αυτοσυντήρησης, που δεν αναγνωρίζει στην ανθρώπινη ζωή, φυσικά των άλλων, την παραμικρή αξία. «Αξίζει να σκοτώσεις γι' αυτήν τη ζωή, αξίζει κάθε φρικαλεότητα για να παραμείνεις σ' αυτήν τη ζωή. Γεύομαι το αίμα κι έχω διαύγεια. Αυτή η ζωή αξίζει κάθε βιαιότητα».

Η ακραία κάποιες στιγμές προκλητικότητα του βιβλίου και η έκτυπη ωμότητα ορισμένων σκηνών υποκρύπτουν μια ρομαντική θεώρηση που αγωνιά για ομορφιά και αθωότητα καθώς και για την εκ νέου σημασιολόγηση της ηθικής. Η τέχνη είναι το ιδιόλεκτο που επιστρατεύει ο ήρωας για να συνδιαλεχθεί με τα μέρη που επισκέπτεται. Φωτογραφίζοντάς τα αναζητά την ομορφιά και την αλήθεια τους. Ωστόσο, διαπιστώνει πως η δεύτερη διαψεύδει την πρώτη. Οι φωτογραφίες του, αψηφώντας την εξειδίκευσή του, χάνουν την ιδιότητά τους να απαθανατίζουν και αποκαλύπτουν μια φασματική, ερεβώδη εικονογραφία, έναν απονεκρωμένο κόσμο, αθέατο μέχρι τη στιγμή που ακούγεται ο ήχος του κλείστρου. Στις φωτογραφικές λήψεις οι πόλεις της Ευρώπης συνεχίζουν να δείχνουν περιποιημένες και εκλεπτυσμένες, «αλλά τα σώματα σ' αυτά τα αστικά τοπία φαίνονταν γερασμένα, κατεστραμμένα και σπασμένα». Ο Ισαάκ δεν αργεί να νιώσει τη φρίκη των στιγμιοτύπων να σωματοποιείται πάνω του.

Ο Τσιόλκας επιμένοντας με εντυπωσιακή τόλμη, ενίοτε βέβαια υπέρ το δέον, στη ζωική ουσία του ανθρώπινου σώματος, παραδόξως δεν το εκχυδαΐζει, αλλά αντιθέτως το εξαίρει σαν έναν ιδεατό τόπο, μια σπλαχνική πατρίδα. Οταν ο Ισαάκ συνειδητοποιεί με πρωτοφανή ένταση ότι δεν πιστεύει σε κανένα θεό για να δεηθεί σε αυτόν και ότι ο πολυύμνητος ευρωπαϊκός πολιτισμός θα χρειαστεί στο εγγύς μέλλον να αναλογιστεί την αποσάθρωση και την παρακμή του, ορίζει ως αντικείμενο της μοναδικής πίστης την οποία προτίθεται να επωμιστεί, τον Κόλιν, τον ερωτικό του σύντροφο. Ωστόσο, ακόμα και στο δέρμα του αγαπημένου ενυπάρχει ένα ορόσημο, το οποίο επιτάσσει την υπέρβασή του προκειμένου να κυρωθεί το σμίξιμο των δύο σωμάτων. Ο Κόλιν είχε χαράξει στο ένα του μπράτσο τον αγκυλωτό σταυρό, ως ένδειξη αφοσίωσης σε έναν παλιό εραστή. Ο Ισαάκ, που δεν είναι Εβραίος, αλλά του οποίου η ζωή κηλιδώθηκε εν αγνοία του από το αίμα ενός αδικοσκοτωμένου Εβραιόπουλου, θα δοκιμάσει την αντοχή της αγάπης του στην προσπάθειά του να διανύσει τη φοβερή απόσταση που ανοίγουν ανάμεσα στον ίδιο και τον σύντροφό του οι συνδηλώσεις του συμβόλου. Εξαίρετη η σκηνή όπου ο Ισαάκ βρίσκει το κουράγιο να σφραγίσει την καταλλαγή με τη συνενοχή. «Ο Κόλιν είχε βρει στο πρόσωπό μου κάποιον έτοιμο να δεχτεί την ντροπή του, κι εγώ τώρα μοιραζόμουν την εξορία του. Καθώς τον αγκάλιαζα με αγάπη, το μελαχρινό μου μπράτσο άγγιζε τη χλομή του σάρκα και το τατουάζ του. Το μελάνι ήταν πια και στο δικό μου δέρμα».

Στο αγκάλιασμα της μητέρας και του αγαπημένου του ο Ισαάκ βρίσκει τελικά ένα σημείο πέραν του χάρτη, όπου μπορεί να αισθανθεί με ασφάλεια ότι ανήκει. Εν ολίγοις, η αγάπη γίνεται η ήπειρος που επιλέγει. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Ο αστυνόμος Κώστας Χαρίτος
Ρέκβιεμ για έναν κόσμο που χάθηκε
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Ο αστυνόμος Κώστας Χαρίτος
Ρέκβιεμ για έναν κόσμο που χάθηκε
Σβηστά τα φώτα στην Εσπερία
Αφιέρωμα στο παιδικό βιβλίο
Τα παιδικά βιβλία έφτασαν στον ουρανό
Ο Τομ έρχεται με τον Σαλίγκαρο
Στα σταυροδρόμια με κρυμμένα νερά και δράκους
Τα ραδιόφωνα παίζουν παράξενες μουσικές
Τα μαγικά παραμύθια μες στο φεγγαρόφωτο, δίπλα στις φασολιές
Ο Κοσμάς Πολίτης αγαπά τα παραμύθια
Το μυστικό του αιγαιόγλαρου
Ο Σέρλοκ Χολμς συστήνεται σε παιδιά
Συνέντευξη: Τάκης Τζαμαργιάς
«Παραμύθι χωρίς όνομα» της Πηνελόπης Δέλτα
Η τρίτη ανάγνωση
Κάτω απ' το ηφαίστειο
Από τις 4:00 στις 6:00
Να μέναμε πάντα παιδιά...
Η υπέρτατη τραγουδίστρια των μπλουζ
Άλλες ειδήσεις
Στον Κόλπο της Μαρίνας
Δεκέμβριος σαν άνοιξη