Ελευθεροτυπία - 11/12/2010
Έντυπη Έκδοση
Ελευθεροτυπία, Σάββατο 11 Δεκεμβρίου 2010
Σούζι Λίνφιλντ
Μην αποστρέφετε το βλέμμα σας από τον ανθρώπινο πόνο
Εχει γίνει σχεδόν της μόδας να καταγγέλλουμε ως πορνογραφικές τις φωτογραφίες που απεικονίζουν στιγμιότυπα και θύματα πολιτικής βίας, σώματα ακρωτηριασμένα, δολοφονημένα, που έχουν στερηθεί την αξιοπρέπειά τους. Αντίθετα, η Αμερικανίδα δημοσιογράφος και συγγραφέας πιστεύει ότι δεν είναι ένδειξη ηθικής ανωτερότητας ή σεβασμού προς τα θύματα. Θεωρεί ότι οι φωτογραφίες αυτές μας προκαλούν ν' αποκτήσουμε περισσότερη γνώση για το υπόβαθρό τους
Δεν θα μάθουμε ποτέ το όνομα του κοριτσιού στη φωτογραφία που έγινε εξώφυλλο στο βιβλίο της Λίνφιλντ. Ξέρουμε μόνο ότι ήταν έγκλειστη στις φυλακές των Χμερ Ρουζ στην Καμπότζη και ότι αυτή η φωτογραφία τραβήχτηκε λίγο πριν την εκτελέσουν στο κέντρο βασανιστηρίων της Τουόλ Σλενγκ.
Για τη Λίνφιλντ, η οποία διδάσκει Δημοσιογραφία στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, είναι αδιανόητο πώς μπορεί κανείς να κοιτάξει κι έπειτα να ξεχάσει την εικόνα αυτού του παιδιού. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι αυτή η φωτογραφία δεν μας δίνει καμία πληροφορία - δεν είναι έτσι, κατά τη Λίνφιλντ. Μας δίνει όσες πληροφορίες χρειαζόμαστε για να αναζητήσουμε το πλαίσιό της, να ερευνήσουμε τις συνθήκες που τη δημιούργησαν και το μαζικό έγκλημα για το οποίο μιλάει.
Σε μια εποχή όπου κατακλυζόμαστε από φωτογραφίες και ντοκουμέντα, επιμένει η Λίνφιλντ στο νέο της βιβλίο «Cruel Radiance. Photography and Political Violence», είναι απολύτως αναγκαίο να τα αξιοποιούμε και να καλλιεργήσουμε την ικανότητά μας να κοιτάζουμε.
- Ποιες ήταν οι πρώτες φωτογραφίες από βιαιοπραγίες που τράβηξαν το ενδιαφέρον σας;
«Οι φωτογραφίες του Ολοκαυτώματος ήταν οι πρώτες φωτογραφίες τέτοιου είδους που είδα στη ζωή μου, όταν ήμουν παιδί, σε ένα βιβλίο που οι γονείς μου είχαν κρυμμένο. Είχε εκδοθεί το 1943 και ο τίτλος του ήταν "Το Μαύρο Βιβλίο των Εβραίων της Πολωνίας". Προφανώς δεν περιείχε φωτογραφίες από τα στρατόπεδα, είχε όμως συγκλονιστικές φωτογραφίες από όσα συνέβαιναν στα γκέτο. Είχα σοκαριστεί με αυτά που έβλεπα, αισθανόμουν ντροπή - χωρίς φυσικά να μπορώ να εξηγήσω το συναίσθημα σε αυτή την ηλικία. Οι φωτογραφίες από το Ολοκαύτωμα αποτελούν μια πολύ ειδική περίπτωση, καθώς οι περισσότερες έχουν τραβηχτεί από τους στρατιώτες και αξιωματικούς των ναζί. Υπάρχει μια μερίδα της κριτικής που λέει ότι δεν πρέπει να τις βλέπουμε, γιατί τραβήχτηκαν με σκοπό να ταπεινώσουν τα πρόσωπα που απεικονίζονται. Εγώ διαφωνώ. Θεωρώ ότι πρέπει να τις κοιτάζουμε. Πρώτα απ' όλα, αυτές τις φωτογραφίες έχουμε κυρίως από το Ολοκαύτωμα, όχι άλλες, οπότε οι επιλογές μας είναι πολύ περιορισμένες. Επειτα, οι φωτογραφίες αποκαλύπτουν πολύ περισσότερα πράγματα από όσα είχαν στον νου τους εκείνοι που τις τράβηξαν. Μια φωτογραφία τραβηγμένη από έναν ναζί είναι πολύ πιο αποκαλυπτική όσον αφορά τη βαναυσότητα του θύτη και τον πόνο του θύματος».
- Ορισμένοι κριτικοί, φωτογράφοι και σκηνοθέτες -με πιο γνωστό ανάμεσά τους τον Κλοντ Λανζμάν, τον δημιουργό του εννιάωρου «Σοά»- θα αντέτειναν ότι οι θεατές φωτογραφιών τέτοιου τύπου είναι πιο πιθανό να αντιδράσουν αρνητικά απέναντι στα εικονιζόμενα θύματα, να αισθανθούν ακόμη και περιφρόνηση ή να σαγηνευτούν από τη βαναυσότητα.
«Η "Σοά" είναι βεβαίως ένα συγκλονιστικό ντοκουμέντο. Νομίζω όμως ότι ο Λανζμάν πήρε αυτό που έκανε ο ίδιος στη "Σοά" -όπου δεν χρησιμοποίησε φωτογραφίες θυμάτων- και το γενίκευσε, καταλήγοντας να αισθάνεται σχεδόν μίσος για τη χρήση του φωτογραφικού ντοκουμέντου. Στο βιβλίο μιλάω για μια έκθεση που πραγματοποιήθηκε πριν από αρκετά χρόνια στο Παρίσι, με τίτλο "Memoirs de camps", με φωτογραφίες οι περισσότερες από τις οποίες είχαν τραβηχτεί από ναζί. Ανάμεσά τους υπήρχε και μια σειρά τραβηγμένες κρυφά, με μια κάμερα την οποία προφανώς κάποιοι είχαν περάσει λαθραία στο στρατόπεδο για να τη χρησμοποιήσουν οι φυλακισμένοι, οι οποίοι στη συνέχεια έβγαλαν πάλι λαθραία έξω το φιλμ, κρυμμένο μέσα σε ένα σωληνάριο οδοντόκρεμας. Πρόκειται για φωτογραφίες αληθινά φοβερές, που δείχνουν μια ομάδα από γυναίκες, γυμνές, να τρέχουν προς τα κρεματόρια. Και υπάρχουν επίσης δύο φωτογραφίες που δείχνουν κρατουμένους να καίνε τα πτώματα άλλων κρατουμένων. Εκείνες οι φωτογραφίες είχαν τραβηχτεί το 1944, προς το τέλος του πολέμου. Η έκθεσή τους στο Παρίσι είχε προκαλέσει σάλο και πολλοί είχαν διαφωνήσει με την παρουσίασή τους, λέγοντας ότι με αυτόν τον τρόπο τα θύματα θυματοποιούνται εκ νέου. Για μένα αυτή η άποψη είναι ιδιαίτερα προβληματική, καθώς υπονοεί ότι καμία φωτογραφία, ούτε αυτή που τα ίδια τα θύματα επέλεξαν να δημοσιοποιήσουν, δεν πρέπει να δίνεται σε κοινή θέα. Είναι παράλογο. Και μόνο το γεγονός ότι εκείνες οι φωτογραφίες τραβήχτηκαν, αποδεικνύει την εμπιστοσύνη εκείνων των μελλοθάνατων στην ανθρωπιά, δείχνει ότι ακόμη και στις πιο φρικτές συνθήκες βρήκαν το τεράστιο κουράγιο να περάσουν λαθραία μια κάμερα και να απαθανατίσουν το έγκλημα που βρισκόταν σε εξέλιξη για να το δείξουν σε όλο τον κόσμο. Αρνούμενοι εμείς να κοιτάξουμε αυτές τις φωτογραφίες, τους προδίδουμε».
- Η Σούζαν Σόνταγκ είχε αμφισβητήσει την πολιτική και ηθική αξία του φωτογραφικού ντοκουμέντου, με το σκεπτικό ότι καμία φωτογραφία δεν μπορεί να εξηγήσει το περιεχόμενό της παρέχοντας ένα πλαίσιο για τη σκηνή που απεικονίζει. Διαφωνείτε;
«Το "Περί Φωτογραφίας", όπου η Σόνταγκ αναπτύσσει αυτό το σκεπτικό, είναι βεβαίως ιδιαίτερα διεισδυτικό και σημαντικό έργο. Και έχει δίκιο όταν μιλάει για έλλειψη πλαισίου -παρατήρηση που είχε παλαιότερα κάνει η Σχολή της Φρανκφούρτης, είχαν γράψει σχετικά ο Βάλτερ Μπένγιαμιν και ο Μπρεχτ. Εγώ θεωρώ ότι πρέπει να χρησιμοποιούμε τις φωτογραφίες αυτής της κατηγορίας ως σημεία εκκίνησης, προκειμένου να αναζητήσουμε περισσότερες πληροφορίες για τις καταστροφές και τον πόνο που μας δείχνουν. Μερικές φωτογραφίες μπορεί να είναι αδιάκριτες, ηδονοβλεπτικές, μπορεί ακόμη και να εκμεταλλεύονται το θέμα τους, όπως διαμαρτύρεται η Σόνταγκ, αλλά αν περιμένουμε την ηθικώς άμεμπτη φωτογραφία, αν αποφασίσουμε ότι θα κοιτάζουμε μόνο τις τέλειες, σωστές φωτογραφίες, τότε δεν θα μάθουμε και πολλά. Μάλλον, δεν θα μάθουμε τίποτε. Επειτα, δεν μπορώ να φανταστώ ποιος θα ήταν ο σωστός τρόπος να φωτογραφίσει κάποιος ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης ή τους ακρωτηριασμένους ανθρώπους στη Σιέρα Λεόνε. Δεν υπάρχει ένας σωστός, τέλειος τρόπος να μιλήσεις για πράγματα τόσο εφιαλτικά. Αυτό που υποστηρίζω, λοιπόν, είναι μια λιγότερο ηθικολογική και αφ' υψηλού προσέγιση αυτού του ειίδους των φωτογραφιών. Αντί να ανησυχούμε για τις δικές μας ηδονοβλεπτικές συμπεριφορές, ας συγκεντρωθούμε στα δράματα που παρουσιάζουν αυτές οι φωτογραφίες».
- Μήπως, όμως, έχουμε πάθει ένα είδος ανοσίας στις εικόνες βίας;
«Ζούμε σε έναν κόσμο πλημμυρισμένο από εικόνες, πράγματι. Αλλά δεν ξέρω αν έχουμε ή όχι πάθει ανοσία γιατί δεν έχω με τι να συγκρίνω την κατάστασή μας. Θέλω να πω ότι τον 19ο αιώνα υπήρχαν πολύ λιγότερες εικόνες και τον 18ο δεν υπήρχαν καθόλου, αλλά δεν είμαι καθόλου σίγουρη ότι οι άνθρωποι τότε ήταν πιο ευαίσθητοι στον πόνο του άλλου από ό,τι είμαστε εμείς σήμερα. Θα έλεγα ότι μάλλον το αντίθετο ισχύει. Η δυσκολία, όμως, έχει να κάνει με το ότι είναι ιδιαίτερα περίπλοκο το πολιτικό περιεχόμενο μιας φωτογραφίας. Για παράδειγμα, όταν οι άνθρωποι κοιτούσαν τις φωτογραφίες του Κάπα από τον ισπανικό εμφύλιο, είχαν ένα πολιτικό πλαίσιο να τις τοποθετήσουν, ήξεραν ποια πλευρά υποστηρίζουν. Η εποχή μας είναι διαφορετική. Κοιτάζοντας τις φωτογραφίες από τον πόλεμο του Κονγκό, είναι εξαιρετικά δύσκολο να κατανοήσεις το πλαίσιο. Το ίδιο και στη Σομαλία. Είναι μεγαλύτερη η απαίτηση από εμάς να προσπαθήσουμε να μάθουμε και να κατανοήσουμε τι συμβαίνει».
- Οι σύγχρονοι φωτογράφοι -όπως ο Τζέιμς Νάχτγουεϊ, τον οποίο συγκαταλέγετε ανάμεσα στους καλύτερους- καταγράφουν με λεπτομέρεια τον ανθρώπινο πόνο, απαθανατίζουν τις ωμότητες με έναν τρόπο που ο Ρόμπερτ Κάπα δεν έκανε ποτέ. Ο Κάπα είχε, άλλωστε, αρνηθεί να τραβήξει φωτογραφίες στα στρατόπεδα συγκέντρωσης μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.
«Ο Κάπα ήταν παιδί μιας άλλης ιστορικής στιγμής. Ενδιαφερόταν κυρίως για τη θετική πλευρά της πολιτικής στράτευσης. Θυμηθείτε τις υπέροχες φωτογραφίες του από τις διαδηλώσεις προπολεμικά στο Παρίσι, για παράδειγμα. Το ίδιο και στην Ισπανία - φυσικά φωτογράφισε τις βόμβες, αλλά εκείνο που ήθελε να δείξει ήταν οι αυτοδιαχειριζόμενες κοινότητες, τα κέντρα διδασκαλίας κ.λπ. Η γνώμη μου είναι ότι αρνήθηκε να μπει στα στρατόπεδα γιατί εκπροσωπούσαν όχι απλώς το τέλος της πολιτικής, αλλά το τέλος της ανθρωπιάς, ήταν μια φοβερή διάψευση. Νομίζω ότι αυτό ήταν κάτι που ο Κάπα δεν ήθελε να καταγράψει με τη μηχανή του».
- Εχετε παρατηρήσει ότι ενώ οι πιο συγκλονιστικές φωτογραφίες από την 11/9 είναι εκείνες στις οποίες οι άνθρωποι ρίχνονται στο κενό από τους Δίδυμους Πύργους, έχουν ελάχιστες φορές δημοσιευτεί στις ΗΠΑ. Γιατί;
«Οι περισσότερες φωτογραφίες που έχουμε από την 11/9 είναι από περαστικούς, πυροσβέστες, συντρίμμια και τα αεροπλάνα. Δεν έχουμε φωτογραφίες νεκρών, γιατί οι περισσότεροι κάηκαν μέσα στα κτίρια. Υπάρχουν μόνο οι φωτογραφίες των ανθρώπων που πηδάνε από τους πύργους, που είναι οι πιο σοκαριστικές. Οι New York Times τις δημοσίευσαν στις 12 Σεπτεμβρίου, αλλά στις εσωτερικές σελίδες. Οταν τις είδα, τότε μόνο άρχισα να συνειδητοποιώ ότι το θέμα δεν ήταν τα δύο φλεγόμενα κτίρια, αλλά οι άνθρωποι. Και προσπάθησα να φανταστώ εκείνη τη φοβερή στιγμή, τον τρόμο της συνειδητοποίησης πως είτε θα καείς ζωντανός είτε θα ορμήξεις προς τον θάνατο πέφτοντας από το παράθυρο. Αυτές οι φωτογραφίες θεωρούνται προσβλητικές προς τα θύματα, πράγμα που δεν κατανοώ. Κατά τη γνώμη μου, ο λόγος που αυτές οι φωτογραφίες είναι σχεδόν απαγορευμένες, οφείλεται στο ότι υπενθυμίζουν πόσο τρωτοί είμαστε. Και το κάνουν πολύ πιο εύγλωττα από τις εικόνες των φλεγόμενων πύργων».
- Ενας από τους καλύτερους σύγχρονους πολεμικούς φωτογράφους είναι ο Ζιλ Περές, τη δουλειά του οποίου γράφετε ότι εκτιμάτε πολύ. Το μότο του είναι «Δεν ενδιαφέρομαι πια τόσο πολύ για να κάνω "καλή φωτογραφία". Συγκεντρώνω αποδεικτικά στοιχεία για την Ιστορία».
«Ο Περές είναι πραγματικά εκπληκτικός φωτογράφος. Σπούδασε Φιλοσοφία κοντά στον Φουκό, γνωρίζει καλύτερα από πολλούς τις ενστάσεις της μεταμοντέρνας κριτικής κι έχει απορρίψει τον μεταμοντερνισμό συνολικά. Οι φωτογραφίες του περιέχουν μια πρόσκληση προς τον θεατή να αποκτήσει περισσότερη γνώση, να απομακρυνθεί από την εικόνα και να αναζητήσει το υπόβαθρό της. Νομίζω ότι τα τελευταία χρόνια η προτεραιότητα του Περές είναι να συγκεντρώσει ντοκουμέντα, ώστε να μην μπορούν να διαψευστούν ορισμένα γεγονότα».*
info:Susie Linfield, «Cruel Radiance. Photography and Political Violence», The University of Chicago Press
