Έντυπη Έκδοση

ΑΥΤΑ, ΠΟΥ ΛΕΣ...

Αστεγοι πέντε αστέρων

Φίλε μου, εγώ ήρθα στην Αθήνα τη δεκαετία του '60. Η Αθήνα γκρεμιζόταν, φύτρωναν στη θέση των νεοκλασικών και των λαϊκών σπιτιών, αυτών που λάτρεψε ο Αρης Κωνσταντινίδης, τα σημερινά αδιάφορα κτήρια. Ομως η Αθήνα ήταν όμορφη.

Εμπαινες ακόμα σε αυλές, υπήρχαν όμορφες γειτονιές, οι άνθρωποί της γεμάτοι ανθρωπίλα και οι γυναίκες της, αχ, αυτές οι Αθηναίες, όμοιες ακριβώς μ' εκείνες που ζωγράφιζε ο Γιάννης Μόραλης. Και τώρα βλέπεις τα χάλια της. Αστεγοι κοιμούνται στις πλατείες της, δίπλα στο Μετρό, ακόμα και κάτω από τη «Μεγάλη Βρετάνια» (άστεγοι 5 αστέρων), ή όπου αλλού βρουν. Ακόμα και στην Πανεπιστημίου, κάτω απ' τα μαρμάρινα πόδια του Ρήγα Φεραίου και των αρχαίων φιλοσόφων, τα νιάτα της Αθήνας τρυπιούνται με τη δόση τους. Αλλοι πεσμένοι κάτω, άλλοι πιο πέρα περιμένουν τον διακινητή, όπως ακριβώς κι εμείς περιμένουμε τ' άλλα μέτρα και την άλλη δόση.

Ποτέ, νομίζω, η Αθήνα και οι πολίτες της δεν βρέθηκαν σε τέτοια φρικτή θέση, αν εξαιρέσει κανείς μόνο τη μικρή περίοδο των Ολυμπιακών Αγώνων. Μετά ξαναγυρίσαμε στο ζόφο των αρχών της δεκαετίας του '50, που, καθώς λένε οι παλιότεροι, στους δρόμους και στα πρόσωπα των Αθηναίων υπήρχε μια παγωμάρα. Φτώχεια και κακομοιριά τότε, όπως και τώρα. Ομως όλα εκείνα μέσα σε ένα όμορφο σκηνικό δρόμων και σπιτιών που κατέρρεαν, όπως και οι κάτοικοί της. Την αγαπώ και την πονώ αυτή την πόλη. Δεν μοιάζω με κάποιους που νιώθουν επαρχιώτες στην Αθήνα και αδιαφορούν γι' αυτήν. Από την πρώτη στιγμή που ήρθα ήταν η πόλη μου. Ακόμα λες και βλέπω τον Ελύτη να κατεβαίνει προς τον «Ικαρο», τον Βάρναλη να πηγαίνει στη Δεξαμενή, τον Σεφέρη στο Παγκράτι, και τα μαλλιά να ανεμίζουνε από το ζωηρό περπάτημα του Κατσαρού, που πήγαινε για καφέ στην πλατεία Κοτζιά. Ακόμα βλέπω τον Τσαρούχη στου Τσιτσάνη και τον Ρίτσο με τον Σαββίδη σινεμά, την ώρα που ο Γκάτσος από το Σύνταγμα έπαιρνε ταξί να πάει σπίτι του και η Παξινού με τον Μινωτή πήγαιναν στο θέατρο. Κι αν ήσουν στα κάτω σου και η ακεφιά σού έτρωγε τα σωθικά, στην πλατεία Προσκόπων ο Μάνος Χατζιδάκις απ' το τραπέζι του σου 'γνεφε καλησπέρα και ο Θεοδωράκης έβγαζε πύρινους λόγους στα καφενεία, γέμιζε θέατρα και αργότερα ολόκληρα στάδια. Ηταν όμορφη η Αθήνα τότε, γιατί την αγαπούσαμε. Τότε οι Αθηναίοι πήγαιναν στην ταβέρνα για να επικοινωνήσουν, να τραγουδήσουν, να φάνε λιτά - ελληνικά, χωρίς κρέμα γάλακτος και φαστφουντάδικα. Τώρα ψάχνω τον ποιητή και δεν τον βλέπω. Κι όμως, μου λείπει, τον έχω ανάγκη, όπως ακριβώς ο μικροκαταθέτης έχει τις οικονομίες του για ΩΡΑ ΑΝΑΓΚΗΣ.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Άλλες ειδήσεις
Ναζιστική τρομοκρατία απειλεί την τέχνη
Γυμνή πρόκληση
Μουσική
Τα κόκκινα φανάρια της κρίσης
Αχ, Πάβλοβα...
Τόσο μικρή, τόσο ακριβή
Ευτυχώς, μαθαίνω ακόμη
Η Τέχνη εξευγενίζει την ανθρωπότητα
Ο άγνωστος Γύζης -οι χαμένες επιστολές του
«Με πονάει που τα παιδιά μας εκπατρίζονται»
Και δύο ταινίες για τη Χρυσή Αυγή
Ανασκαφή στη Σελλάδα της Θήρας
Αστεγοι πέντε αστέρων
Ενα σάουντρακ για τη διαρκή εγκατάλειψη
Από το γκέτο του Κόμπτον ξανά
Ο πολιτισμός της κουζίνας
ΜΠΟΡΟΥΜΕ με απλά βήματα να εξοικονομήσουμε φαγητό
Διαχρονική αξία
Τα 8.500 χιλιόμετρα του απόλυτου αγώνα