Έντυπη Έκδοση

ΕΚΑΤΟ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ «ΙΠΠΟΤΗ ΜΕ ΤΟ ΡΟΔΟ» ΣΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ, Η ΟΠΕΡΑ ΤΟΥ ΣΤΡΑΟΥΣ ΑΝΕΒΑΙΝΕΙ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΣΤΗ ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ

Ενας ιππότης στη Ν. Υόρκη

Αν ισχύει το ότι οι φίλοι θυμούνται τα γενέθλια, τότε οι Αμερικανοί είναι μάλλον καλοί φίλοι του αριστουργήματος του Ρίχαρντ Στράους «Ο Ιππότης με το Ρόδο». Το έτος που μας πέρασε συμπληρώθηκαν 100 χρόνια από την πρώτη αμερικανική παράσταση του έργου και η Metropolitan Opera της Νέας Υόρκης το συμπεριέλαβε ξανά στο ρεπερτόριό της. Επιπλέον, με αφορμή τα 150 χρόνια από τη γέννησή του, το έτος 2014 είναι αφιερωμένο στο συνθέτη που παίρνει έτσι τη σκυτάλη από τον άλλο μεγάλο Ρίχαρντ της ιστορίας της όπερας.

Η Μαρτίνα Σεραφίν ως μαρκησία Μαρσαλίν Η Μαρτίνα Σεραφίν ως μαρκησία Μαρσαλίν Οσο κι αν κάποιοι μουσικολόγοι επιμένουν ότι η μουσική του Στράους, η αρμονία, οι, ας πούμε, βαθιές δομές της μουσικής γενικότερα δε διαφέρουν πολύ από την Ηλέκτρα στο Rosenkavalier, η εντύπωση που αποκομίζει κανείς είναι ότι η διαφορά είναι χαώδης.

Και η διαφορά αυτή ήταν σε ένα πολύ μεγάλο βαθμό εμπρόθετη. Στον Ιππότη με το Ρόδο οι δύο δημιουργοί προσπαθούν να δημιουργήσουν το δικό τους «Φίγκαρο». Ο μεν Χόφμανσταλ με τη στροφή προς την αυστριακή παράδοση προσπαθεί να δημιουργήσει έναν ειδυλλιακό κόσμο, μεταφέροντας τη δράση στην αγαπημένη του Βιέννη, αλλά αναχρονιστικά, πίσω στο 1740, και στην εποχή της Μαρίας Θηρεσίας. Ο δε Στράους, χωρίς να πάψει να είναι ο κα' εξοχήν συνεχιστής της βαγκνερικής παράδοσης, όπως φαίνεται από τον αρμονικό κόσμο της σύνθεσης, από τα λαϊτμοτίβ, όπως το εναρκτήριο του αντρικού δυναμισμού, δίνει ένα τόνο από την πιο εκλεπτυσμένη χάρη του Μότσαρτ στη μουσική δημιουργία των χαρακτήρων της όπερας, ενώ παράλληλα ενσωματώνει τον κόσμο του βαλς, που συνέπαιρνε τη Βιέννη των αρχών του αιώνα, με δύο κυρίως μελωδίες από τις πιο χαρακτηριστικές οπερέτες του Γιόχαν Στράους, μία από το «Βιεννέζικο Αίμα» και μία από τη διάσημη «Νυχτερίδα».

Το θέμα της ταπείνωσης του αριστοκράτη μέσω διαφόρων τρικ και μεταμφιέσεων είναι κοινό στον Ιππότη με το Ρόδο και στους Γάμους του Φίγκαρο, ενώ οι μεταμφιέσεις είναι βασικό στοιχείο της δράσης και στη Νυχτερίδα. Κοινός επίσης και στα τρία ο κωμικός χαρακτήρας και το Happy End, κάτι που δεν συνήθιζε μέχρι τότε ο Ρίχαρντ Στράους, αφού και τόσο η Σαλώμη όσο και η Ηλέκτρα ολοκληρώνονται όχι με την αρχαιοελληνική κάθαρση, αλλά με πτώση, μια τηρουμένων των αναλογιών Gotterdammerung.

Στην ιστορία η μαρκησία (Marschalin η Martina Serafin), έπειτα από μια τρυφερή σκηνή με τον παράνομο εραστή της Οκτάβιαν (Alicon Coote) στην πρώτη πράξη, αναγκάζεται, μελαγχολώντας για τα χρόνια που φεύγουν, να παραχωρήσει τη θέση της στην καρδιά του νεαρού στη Sophie (Mojca Erdmann) και μάλιστα να συμπράξει τελικά στη μικρή, αλά Φίγκαρο, συμπαιγνία που οργανώνεται, ώστε να φύγει από τη μέση ο ξεπεσμένος ηλικιωμένος αριστοκράτης Ochs (Peter Rose) που νομίζει ότι ο τίτλος ευγενείας του τον κάνει «κελεπούρι» και θέλει να βάλει χέρι στην περιουσία της νεαρής αστής. Στο διάσημο ευαίσθητο τρίο του τέλους η αριστοκράτισσα παραδίδει, σχεδόν τελετουργικά, το νεαρό στην καινούργια του αγάπη.

Εντυπωσιακό το γεγονός ότι η Metropolitan Opera δεν έχει αλλάξει την παραδοσιακή -και πολύ όμορφη, είναι η αλήθεια- σκηνοθεσία, από την εποχή που ο φίλος και μεγάλος ερμηνευτής του Στράους, Αυστριακός Karl Boehm, διηύθυνε αυτή την παραγωγή, πίσω στο 1969. Ιδιαίτερα όμορφο το σκηνικό της πρώτης πράξης με το εσωτερικό της βιεννέζικης αριστοκρατικής βίλας με θέα τη Βιέννη στο φόντο. Οι δύο ρόλοι με τις χαμηλότερες φωνές είναι κατά κάποιον τρόπο οι φορείς του χιούμορ, ενώ στη δραματική φωνή επαφίεται να εκφράσει τις σχεδόν φιλοσοφικές ιδέες από τη θέση της ωριμότητας στην οποία τοποθετείται η ώριμη αριστοκράτισσα. Αυτές έχουν στο κέντρο τους το θέμα του χρόνου στην ανθρώπινη ζωή που περνάει γρήγορα. Μελαγχολώντας στην πρώτη πράξη η Μάρσαλιν παραπονιέται πως χειρότερο ακόμα και από τον ίδιο το χρόνο που περνάει και τα νιάτα που φεύγουν είναι το γεγονός ότι όλοι μας είμαστε αναγκασμένοι να παρακολουθούμε ενσυνείδητα κάθε στιγμή αυτής της επώδυνης διαδικασίας.

Ο εξαίρετος βαρύτονος Peter Rose απέδωσε άρτια με τον πιο αστείο ρόλο του ξεπεσμένου αριστοκράτη. Ενώ η Βρετανίδα μεσόφωνος Alice Coote στην πρώτη πράξη προτίμησε να τονίσει περισσότερο την αψύτητα του νεαρού χαρακτήρα και διέπρεψε τόσο φωνητικά όσο και στις αστείες παρεξηγήσεις και μεταμφιέσεις της δεύτερης και της τρίτης πράξης, αφήνοντας την τρυφερή μελαγχολική διάθεση για την άριστη Αυστριακή σοπράνο Martina Serafin, η οποία έλαμψε ως Marschalin τόσο φωνητικά όσο και ερμηνευτικά.

Αλλωστε το έργο είναι ιδιαίτερα αγαπητό και μέρος της γενικής παιδείας στην πατρίδα της, ενώ ήταν και λόγω καταγωγής η πιο κατάλληλη για τη χρήση της βιεννέζικης διαλέκτου, η οποία μαζί με τους γλωσσικούς αναχρονισμούς από την εποχή της Μαρίας Θηρεσίας είναι τα βασικά γλωσσικά υλικά με τα οποία ο Χόφμανσταλ δημιουργεί το 18ο αιώνα επί σκηνής και ταυτόχρονα αναφέρεται στη δική του εποχή, τις αρχές του 20ού.

Οι τρεις ερμηνεύτριες συνεργάστηκαν υπέροχα στο μαγικό τρίο της τελευταίας πράξης και χειροκροτήθηκαν ανάλογα με την εξαιρετική τους επίδοση μαζί με το Βρετανό μαέστρο Edward Garnder, ο οποίος με τα μετρημένα tempi άφηνε το κοινό να απολαύσει την υπέροχη ρομαντική ατμόσφαιρα που η ερμηνεία του δημιουργούσε.

INFO: Η φωτογραφία του Jonathan Tichler είναι μια ευγενική προσφορά της Metropolitan Opera.

Τα σχόλια έχουν κλείσει για αυτό το άρθρο

Κανένα σχόλιο

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας 0

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Παραστάσεις
Θέατρο
Οπερα
Μουσική
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Hollywood
Hollywood
Οπερα
Ενας ιππότης στη Ν. Υόρκη
ΚΟΑ
«Φίλα με» Γιόχαν
Αρχαιολογία
Περιπατώντας σε νεκροταφείο
Μουσική
Μουσική
Σινεμά
Σινεμά
ΑΛΕΞΗΣ ΣΤΑΜΑΤΗΣ συγγραφέας
Θέατρο
θέατρο
Εικαστικά
Εικαστικά
Σχολές
«Η επαναλειτουργία της Χάλκης είναι θέμα δικαιοσύνης»