Έντυπη Έκδοση

Τέχνες & Πολιτισμός

Ιδεογραφήματα

  • Το ελληνικό «success story» μιας καταρρέουσας οικονομίας (Μέρος Α')*

    ΟΙ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΚΑΙ ΟΙ ΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΟΧΙ ΑΠΛΑ ΑΠΟΡΡΙΠΤΟΥΝ ΤΟ ΜΥΘΟ ΤΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ «SUCCESS STORY» ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΜΝΗΜΟΝΙΩΝ, ΑΛΛΑ ΚΑΝΟΥΝ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΝΑ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΑΚΟΜΗ ΠΙΟ ΔΥΣΟΙΩΝΟ Ο πρωθυπουργός και ο υπουργός Οικονομικών διατυμπανίζουν εδώ και καιρό ότι η οικονομία ανακάμπτει έπειτα από έξι συνεχιζόμενα χρόνια ύφεσης, στο πλαίσιο της οποίας εξαλείφθηκε το 1/4 του ΑΕΠ και η επίσημη ανεργία σκαρφάλωσε κοντά στο 28%.

    Χρησιμοποιούν τον περιορισμό του ελλείμματος στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών (ισχυρίζονται μάλιστα ότι έχει επιτευχθεί ένα πρωτογενές πλεόνασμα το 2013) ως αποδεικτικό στοιχείο ότι η οικονομία ξεπέρασε τα προβλήματά της. Ετσι, παρά το γεγονός ότι η αναλογία του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ βρίσκεται κάπου γύρω στο 170%, ο πρωθυπουργός διαβεβαίωνε πρόσφατα τους πολίτες ότι το χρέος θα είναι βιώσιμο το 2104. Συνεπώς, δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι έχει αναφερθεί στο πείραμα της λιτότητας ως ένα ελληνικό «success story».

    Οι εξελίξεις και οι τάσεις στην ελληνική οικονομία όχι απλά απορρίπτουν το μύθο του οικονομικού «success story» στην εποχή των Μνημονίων, αλλά κάνουν το μέλλον να φαίνεται ακόμη πιο δυσοίωνο. Η παράλογη λιτότητα που επιβάλλεται από την τρόικα από τον Μάιο του 2010, ως μέρος της δανειακής συμφωνίας για τη λεγόμενη «διάσωση» της Ελλάδας, είχε -και συνεχίζει να έχει- καταστροφικές συνέπειες για την οικονομία και την κοινωνία, ενώ οι πολιτικές των ιδιωτικοποιήσεων και οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, συμπεριλαμβανομένης της ακραίας μεταρρύθμισης στην αγορά εργασίας, έχουν δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για την εμφάνιση ενός τύπου οικονομίας όπου η οικονομική αναποτελεσματικότητα, η βίαιη εκμετάλλευση, οι βαθιές ανισότητες, η ξένη εξάρτηση και η υποβάθμιση του περιβάλλοντος θα είναι τα πρωταρχικά χαρακτηριστικά. Ο ισχυρισμός εν ολίγοις είναι ότι το άγριο νεοφιλελεύθερο πείραμα που εξελίσσεται στην Ελλάδα θα διαμορφώσει τελικά μια οικονομία η οποία θα έχει κοινά γνωρίσματα όχι με αυτά του «κέλτικου τίγρη» την περίοδο από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 μέχρι τις αρχές του 2000, όπως οραματίζεται η σημερινή κυβέρνηση, αλλά με μιας υπανάπτυκτης χώρας της Λατινικής Αμερικής τη δεκαετία του 1960.

    Το αν η μετατροπή της Ελλάδας από μια σχετικά αναπτυγμένη οικονομία σε μια αποικία στην περιφέρεια της Ευρωζώνης αποτελεί σχέδιο των διεθνών δανειστών της χώρας, είναι δευτερεύουσας σημασίας: αυτό είναι το τίμημα που καταβάλλει η Ελλάδα ως χρεοκοπημένο μέλος μιας νομισματικής ένωσης που είναι βαθιά ελαττωματική, όσον αφορά τον αρχιτεκτονικό της σχεδιασμό, και η οποία ηγεμονεύεται από μια χώρα-μέλος που εξασκεί ένα είδος οικονομικού εθνικισμού και πολιτικές των ανταγωνιστικών υποτιμήσεων (βλ. σχετικό άρθρο του γράφοντος, C. J. Polychroniou, «Imperial Germany and the Pillage of Europe's Indebted Mediterranean Region». Truthout. March 27, 2013).

    Οσο η Ελλάδα παραμένει στην Ευρωζώνη, όπως αυτή είναι σήμερα, η χώρα θα είναι βυθισμένη στη λιτότητα για πολλά ακόμη χρόνια. Ακόμη και οι υπεραισιόδοξες προβλέψεις του ΔΝΤ για τη διαμόρφωση της αναλογίας του δημόσιου χρέους στο 124% του ΑΕΠ το 2020 υπαγορεύουν απόλυτη δέσμευση στη δημοσιονομική πειθαρχία.

    Η Ευρωπαϊκή Ενωση (Ε.Ε.) είναι απόλυτα δεσμευμένη στο άρμα των αντιαναπτυξιακών πολιτικών της λιτότητας, όπως αντανακλάται σε διάφορες ευρωπαϊκές νομοθεσίες, συμπεριλαμβανομένου του διαβόητου Δημοσιονομικού Συμφώνου. Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι χώρες-μέλη, που εμφανίζουν σημάδια «δημοσιονομικής ασωτίας», θα πρέπει να αναμορφωθούν με οποιονδήποτε δυνατό τρόπο ή να βρεθούν αντιμέτωπες με το ενδεχόμενο της εξόδου από το ευρώ. Αυτή είναι σαφώς η ιστορία πίσω από το δράμα που εξελίσσεται στην Ελλάδα και την Ε.Ε. από το ξέσπασμα της παγκόσμιας χρηματοοικονομικής κρίσης του 2008.

    Τα οικονομικά προβλήματα που οδήγησαν την Ελλάδα σε χρεοκοπία έχουν αποδοθεί κυρίως στη «δημοσιονομική ασωτία», μια εξέλιξη στην οποία καταλυτικό ρόλο έπαιξε ένα βαθιά διεφθαρμένο και αναποτελεσματικό πολιτικό σύστημα. Πράγματι, η χώρα ζούσε πέρα από τις δυνάμεις της, αν αυτό εννοεί ο όρος «δημοσιονομική ασωτία». Μια ανοδική τάση του δημόσιου χρέους ξεκινά από τις αρχές του 1980 (από το 22% του ΑΕΠ το 1980, το δημόσιο χρέος εκτινάσσεται στο 98% το 1993), φθάνοντας στο τελικό του στάδιο στις αρχές του 2010 (πάνω από το 140%), όταν η χώρα χρεοκόπησε και οδηγήθηκε στην αγκαλιά της τρόικας.

    Το επιχείρημα υπέρ της «δημοσιονομικής ασωτίας» όσον αφορά τα αίτια της χρεοκοπίας της Ελλάδας αποκτά επιπλέον αξιοπιστία από το γεγονός ότι η Ελλάδα είχε μακράν τη μεγαλύτερη αναλογία χρέους προς το ΑΕΠ στην Ευρωζώνη (π.χ. στο 107% του ΑΕΠ το 2007, όταν ο μέσος όρος στην Ευρωζώνη ανερχόταν στο 66%). Και φυσικά δεν υπάρχει σχεδόν κανείς που να μπορεί να αρνηθεί το φαινόμενο της θεσμοποιημένης διαφθοράς και τη λειτουργία ενός κλεπτοκρατικού κράτους στη σύγχρονη Ελλάδα.

    Ωστόσο, επετράπη στην Ελλάδα να ενταχθεί στη ζώνη του ευρώ με αναλογία δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ που βρισκόταν ήδη κοντά στο 100%, και το βάρος του χρέους δεν σκαρφαλώνει σε μη βιώσιμα επίπεδα παρά μόνο με την έναρξη της παγκόσμιας χρηματοοικονομικής κρίσης. Οταν πλησιάζει στο 130% το 2009, η χώρα βρίσκεται ήδη σε ύφεση.

    Συνεπώς, παρά τα υψηλά επίπεδα χρέους μεταξύ 2001 και 2007, οι ελληνικές κυβερνήσεις ήταν σε θέση να εξυπηρετούν το χρέος επειδή η οικονομία σημείωνε κάποια φαινομενικά εντυπωσιακά ποσοστά ανάπτυξης στο πραγματικό ΑΕΠ, που κυμαίνονταν λίγο χαμηλότερα από το 4% ετησίως. Με την πρόσβαση στο φθηνό δανεισμό, τα υψηλά επίπεδα ανάπτυξης ήταν ευκολότερο να επιτευχθούν για μια οικονομία που στην πραγματικότητα αντιμετώπιζε σοβαρές διαρθρωτικές αδυναμίες. Οι αποδόσεις για τα δεκαετή ελληνικά ομολόγα ήταν οριακά υψηλότερα (0,3%) από τις αποδόσεις των αντίστοιχων γερμανικών ομολόγων. Αλλά το χάσμα αρχίζει να αυξάνεται σημαντικά από το τέλος του 2009 και τις αρχές του 2010, με την ανακάλυψη πως το έλλειμμα της Ελλάδας ήταν διπλάσιο από αυτό που αρχικά όλοι πίστευαν ότι ήταν (κοντά στο 13% του ΑΕΠ, ενώ αργότερα αναθεωρήθηκε ακόμη και πάνω από το 15%) και η αναλογία του χρέους προς το ΑΕΠ κοντά στο 130%. Προς το τέλος του 2010, τα δεκαετή ελληνικά κρατικά ομολόγα ήταν κοντά στο 12%.

    Η αναπτυξιακή απόδοση της ελληνικής οικονομίας όμως είχε ελάχιστα να κάνει με μια δυναμική καπιταλιστική οικονομία. Η ανάπτυξη στηριζόταν σε δύο κύριους πυλώνες: κρατικός δανεισμός και μεταβιβάσεις πόρων (κοινοτικά κονδύλια) από την Ε.Ε. Την περίοδο 2002-06, οι μεταβιβάσεις από την Ε.Ε. ανέρχονταν σε 20 δισ. ευρώ. Με βάση διάφορους υπολογισμούς, τα ποσά αυτά αναλογούσαν σε 3,3% του ΑΕΠ.

    Κάτω από το καθεστώς του ευρώ, η ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας μειώθηκε κατά περίπου 25%. Ισως η πιο πασιφανής απόδειξη της αποτυχίας της χώρας στη συμμετοχή μιας νομισματικής ένωσης, που έχει η ίδια έως τώρα αποδειχθεί μια μαζική αποτυχία.

    * Το Β' μέρος του άρθρου θα δημοσιευθεί την ερχόμενη Κυριακή και αναφέρεται στις επιπτώσεις των Μνημονίων και στο περιβόητο πρωτογενές πλεόνασμα.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Hollywood
Hollywood
Οπερα
Ενας ιππότης στη Ν. Υόρκη
ΚΟΑ
«Φίλα με» Γιόχαν
Αρχαιολογία
Περιπατώντας σε νεκροταφείο
Μουσική
Μουσική
Σινεμά
Σινεμά
ΑΛΕΞΗΣ ΣΤΑΜΑΤΗΣ συγγραφέας
Θέατρο
θέατρο
Εικαστικά
Εικαστικά
Σχολές
«Η επαναλειτουργία της Χάλκης είναι θέμα δικαιοσύνης»