Έντυπη Έκδοση

Απόσπασμα καλοκαιριού

Πρώτα πήγαμε στο Σούνιο. Είδα τον ναό, ήταν εκεί ψηλά σαν άυλος μες στη λευκότητά του, φως συμπυκνωμένο οι κολόνες, ιδέα που ξανοίχτηκε σ' άχρονη θάλασσα, στέμμα, μα και στεφάνι αγκάθινο.

Ξένοι ολόγυρά του, κορμιά λυγισμένα απ' το δέος, μα και με κάτι δουλικό στις κινήσεις τους. Σπίτια ώς τη θάλασσα, ξεχώριζε του εφοπλιστή, ξεχώριζε όπως κι εκείνος μες στο σινάφι των καραβίσιων, γιατί ξανοίχτηκε σ' άλλη θάλασσα.

Περιμένοντας για καύσιμο στο Λαύριο, ανάμεσα σε υπερπολυτελή σκάφη, είδα ναυτίλους επάνω τους, μικροί βασιλιάδες με την προίκα του Οδυσσέα στο μάτι τους και λυπημένοι, γιατί έμοιαζαν σαν να πλήρωναν ακόμα και για την πλήξη τους. Μετά τραβήξαμε για την Εύβοια, εκτάσεις μαύρες τη σημάδευαν ώς τα χείλη του νερού, σημάδια ενός πολέμου με κάποιον που 'χει το οξυγόνο για εχθρό και συμμαχεί μαζί του μόνον όταν είναι να καταστρέψει. Δέσαμε σ' ένα ακρογιάλι συμφιλιωμένο με τον χρόνο και ανηφορίσαμε για ένα σπίτι που το 'χτισαν πέτρα πέτρα με τα χέρια τους ένα ζευγάρι, και ήταν η βεράντα του σαν αγκαλιά και ο άντρας μιλούσε γι' αυτό σαν για τις ανάγκες που 'χει ένα παιδί, ενώ η γυναίκα μάς περιποιούνταν σαν πανάρχαιους ξένους.

Επιστρέφοντας στο Λαύριο, ο καπετάνιος μού 'δειχνε μ' ενθουσιασμό τα νησιά, λες κι εκείνη τη στιγμή αναδύονταν και με καμάρι, σαν στη γέννησή τους να συμμετείχε, έλαμπαν όλα εκτός από ένα που το ερήμωσαν η Ιστορία και ο μέγας Ερημωτής. Πέτρινα κουφάρια γυρνούσαν πίσω στη μήτρα τους, να λυπάσαι που την κακή χρήση της ύλης την πληρώνουν τα πράγματα. Το νησί έμοιαζε σαν ζώο που αποκαμωμένο έπεσε να τελειώσει μέσα στα νερά, βράχοι μακρινάρια σημάδευαν λες μια ραχοκοκαλιά εκεί όπου η σήψη προχώρησε πιο βαθιά. Κάποιοι έκαναν μπάνιο σε μια του ακτή και ο καπετάνιος τούς έψεξε λέγοντας κάτι για κόκαλα. Το παρελθόν τούτης της χώρας διεκδικεί παραπάνω μέλλον απ' όσο του αναλογεί. Αναρωτήθηκα μην τούτα τα ρημάδια μια μνήμη στείρα και κανιβαλική τα συντηρεί -γιατί δεν μπορεί να προχωρήσει-, και μήπως μέσα στην άγνοια του παρελθόντος ή μέσα στη λησμονιά πάμε πιο μπροστά. Αυτοί που θυμούνται, αυτοί που θα ξεχάσουν ή αυτοί που δεν ξέρουν και ψάχνουν τρόπο να γεννηθούν - έμεινε μισό το ερώτημα, γιατί ο καπετάνιος, αφήνοντας το γκάζι, μου 'πε, κοίτα! Και ίσα που πρόλαβα να δω δυο στιλπνές ράχες να γράφουν τόξα, μάνα και παιδί έμοιαζαν, ανέβηκαν ν' ανασάνουν και πήραν κάτω το φως, ήλιου που δύει τη μαρμαρυγή, τρεμόπαιξε στη σάρκα του μικρού σαν εκκένωση ηλεκτρική της ζωής το μυρμήγκιασμα και καταδύθηκε.

Ηλίας Λ. Παπαμόσχος, Καστοριά

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Ερωτικά και άλλα δίπολα
Το επαναστατικό μήνυμα Εκείνου που αγνοούμε
Στη σκοτεινότητα ενός ποιητικού εργαστηρίου
Στο θρίλερ της καθημερινότητας
«Για την κατανόηση του παρόντος είναι απαραίτητη η μελέτη του παρελθόντος»
Πεζογραφικό ταλέντο μιας μοναδικής ζωής
Στο απρόβλεπτο της καθημερινής τραγικότητας
Φόνοι στην υπηρεσία της σύγχρονης τεχνολογίας
Οταν στο παρελθόν ισχύει το παρόν
47 πεζοποιήματα μέσα σε ένα υπερρεαλιστικό σύμπαν
Αφανής αναγνώστης
Ωραία δουλειά, ωραία βιβλία
Η τρίτη ανάγνωση
Η Δίκη
Από τις 4:00 στις 6:00
Ξενύχτι γράφοντας τραγούδια
Μια βασίλισσα χωρίς αμφισβήτηση
Άλλες ειδήσεις
Απόσπασμα καλοκαιριού
Ρεμπέτικο
Οι χώροι
Η διαθήκη μου
Οι εκθέσεις φωτογραφίας κυριαρχούν στα μουσεία και τις γκαλερί του Βερολίνου
Ποίηση σε μικρόψυχους καιρούς