Έντυπη Έκδοση

Η τέχνη του πολέμου

«Για την κατανόηση του παρόντος είναι απαραίτητη η μελέτη του παρελθόντος»

Martin van Creveld

Πόλεμος. Από τη μάχη του Μάρνη ώς το Ιράκ

μτφρ.: Γιώργος Καράμπελας

εκδόσεις Γκοβόστη, σ. 400, ευρώ 20

Η παρακμιακή κατάσταση των πλέον ισχυρότερων, πλουσιότερων και πλέον εκπαιδευμένων στρατών, ολοένα και περισσότερο γίνεται διακριτή. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το μεγαλύτερο παράδειγμα αποτελούν οι Ηνωμένες Πολιτείες, η μόνη παγκόσμια υπερδύναμη, η οποία με διαφορά έναντι άλλων διαθέτει τις ισχυρότερες ένοπλες δυνάμεις, με τεχνολογία που δεν μπορεί να συγκριθεί με αυτή άλλων χωρών. Ο εχθρός που επιλέχτηκε ήταν μια τριτοκοσμική χώρα που πριν από δώδεκα χρόνια είχε χάσει τα δύο τρίτα των ενόπλων δυνάμεών της. Οπως πολύ σύντομα αποδείχτηκε, ό,τι απέμεινε, αποτελούνταν από ανεπαρκώς εκπαιδευμένους, απρόθυμους επίστρατους, που οδηγούσαν ελάχιστα σκουριασμένα οχήματα. Ωστόσο, μόλις έληξαν οι πολεμικές επιχειρήσεις, έγινε σαφές ότι οι αμερικανικές δυνάμεις, ενώ είχαν χρειαστεί μόλις τρεις εβδομάδες για να καταλάβουν μια χώρα 620.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων και να αποκτήσουν τον έλεγχο της πρωτεύουσάς της, ήταν ανίκανες να αντιμετωπίσουν μερικές χιλιάδες τρομοκρατών.

Ο Μάρτιν βαν Κρέβελντ -καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Χέμπριου της Ιερουσαλήμ -ένας από τους πλέον γνωστούς εμπειρογνώμονες στον τομέα της στρατιωτικής ιστορίας και στρατηγικής- υποστηρίζει ότι για την κατανόηση του παρόντος είναι απαραίτητη η μελέτη του παρελθόντος. Από πού προήλθαν οι ένοπλες συρράξεις του 20ού αιώνα; Πώς εξελίχτηκαν σε σχέση με τις ένοπλες συρράξεις του 19ου αιώνα; Πώς μπόρεσαν, σε κάποια χρονική στιγμή, οι δυνάμεις που διεξήγαγαν τους πολέμους να κατακτήσουν ολόκληρες ηπείρους; Πότε έφτασαν στο απόγειο της δύναμής τους αυτές οι δυνάμεις, γιατί άρχισαν να παρακμάζουν και πώς βρέθηκαν στο σημερινό αδιέξοδο; Υπάρχει άραγε διέξοδος ή μήπως οι τακτικές, κρατικές ένοπλες δυνάμεις είναι διά παντός καταδικασμένες να συνεχίσουν να ηττώνται από αντιπάλους που συχνά δεν είναι παρά μικρές ομάδες αξιοθρήνητων και εντελώς οργανωμένων τρομοκρατών;

Δίνοντας μεγάλη προσοχή στον απρόβλεπτο ανθρώπινο παράγοντα, ο Μάρτιν βαν Κρέβελντ προσφέρει μια περιήγηση αφενός στα πεδία των μαχών του προηγούμενου αιώνα, όπου συγκρούονταν τεράστιες στρατιωτικές δυνάμεις, και αφετέρου στις σύγχρονες εχθροπραξίες (που είναι σύντομες, διεξάγονται με όπλα υψηλής τεχνολογίας και χαρακτηρίζονται από την κυριαρχία ενός από τους αντιπάλους) και στα απογοητευτικά αδιέξοδα της εποχής μας. Παρουσιάζεται ο κόσμος των αρχών του 20ού αιώνα, όταν λιγοστές Μεγάλες Δυνάμεις, ως επί το πλείστον ευρωπαϊκές, κρατούσαν τα ηνία της ανθρωπότητας, ενώ ήταν ακόμη νωπές οι μνήμες από τους πολέμους του 18ου αιώνα. Την εποχή εκείνη έφιπποι αξιωματικοί εξακολουθούσαν να διοικούν τα στρατεύματα, τα δε μηνύματα εξακολουθούσαν να μεταδίδονται από χέρι σε χέρι, με τα τύμπανα και τις σάλπιγγες. Η επανάσταση που επέφεραν στον τομέα των επικοινωνιών ο τηλέγραφος, το τηλέφωνο και ο ασύρματος, τα πανίσχυρα θωρηκτά, τα άρματα μάχης και τα αεροσκάφη, άλλαξαν τον τρόπο διεξαγωγής του πολέμου.

Εξιστορούνται με γλαφυρότητα τα γεγονότα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, στον οποίο συγκρούστηκαν στρατοί εκατομμυρίων ανδρών, προκλήθηκαν συνταρακτικές απώλειες, όπως στην ολέθρια μάχη του Μάρνη, και χρησιμοποιήθηκαν φονικά νέα όπλα, όπως τα δηλητηριώδη αέρια. Τελικά, τα σχέδια των Γερμανών για νίκη επί των αντιπάλων τους κατέληξαν σε αποτυχία, καθώς οι γραμμές του μετώπου παρέμειναν αμετάβλητες και νικητές αναδείχτηκαν αυτοί που ήταν σε θέση να κατασκευάσουν περισσότερα όπλα και να ρίξουν στη μάχη περισσότερους στρατιώτες.

Στη συνέχεια πραγματεύεται τον ακόμη φονικότερο Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι εξελίξεις στους τομείς των τεθωρακισμένων και των πολεμικών αεροσκαφών, σε συνδυασμό με τα τεχνολογικά επιτεύγματα του ραντάρ και της ατομικής βόμβας, μετέβαλαν την όψη του πολέμου, ο οποίος δεν ήταν πλέον μια απλή αιματοχυσία, αλλά μια πολύπλοκη σειρά ενεργειών, που απαιτούσε νέες εξειδικευμένες γνώσεις. Ολες αυτές οι γνώσεις εξυπηρέτησαν τις ανάγκες ανθρώπων που αρέσκονταν σε ωμότητες, όπως φανέρωσαν το Περλ Χάρμπορ, το Νταχάου και η Χιροσίμα. Η περαιτέρω εξέλιξη των πυρηνικών όπλων κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου έκανε τους λαούς να προσανατολιστούν στην αποτροπή και όχι στη διεξαγωγή των πολεμικών αναμετρήσεων. Ο αριθμός των ανδρών των τακτικών στρατών ελαττώνεται και η επιρροή των ενόπλων δυνάμεων περιορίζεται, καθώς μη στρατιωτικά κέντρα έρευνας και μελετών χαράσσουν τις κατευθύνσεις και δυνάμεις εθελοντών φροντίζουν να αποσυνδεθούν τα ζητήματα που αφορούν την εθνική άμυνα από τη ζωή των απλών ανθρώπων.

Ο Κρέβελντ υποστηρίζει ότι ο πόλεμος είναι στην εποχή μας ένας συνδυασμός παλαιότατων και σύγχρονων στοιχείων, καθώς άριστα εξοπλισμένοι στρατοί δεν κατορθώνουν να καταβάλουν ολιγάριθμες ομάδες ανταρτών και τρομοκρατών με πρωτόγονο εξοπλισμό. Τα σχετικά παραδείγματα, που ξεκίνησαν με την αποχώρηση των Βρετανών από την Παλαιστίνη και κορυφώθηκαν με τις δοκιμασίες των Αμερικανών στο Βιετνάμ και στο Ιράκ, συνιστούν αυτό που ονομάζει «μακρά, σχεδόν αδιάσπαστη αλυσίδα αποτυχιών». Με αρκετά πρωτότυπο αλλά και συναρπαστικό τρόπο περιγράφει τις συρράξεις ανά την υφήλιο κατά τη διάρκεια της τελευταίας εκατονταετίας. Αποκαλύπτει τους παράγοντες που προκάλεσαν το αδιέξοδο στο Ιράκ και δίνει απαντήσεις, μάλλον καταθέτει τις δικές του προτάσεις, στο γιατί ισχυροί τακτικοί στρατοί βρίσκονται στην εποχή μας στο έλεος ανεπαρκώς εξοπλισμένων ανταρτών και στο πώς τα κυρίαρχα κράτη θα κατορθώσουν να κατοχυρώσουν στο μέλλον την ασφάλειά τους.

Ο Μάρτιν βαν Κρέβελντ, καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Χέμπριου της Ιερουσαλήμ, είναι ένας από τους πλέον διάσημους εμπειρογνώμονες στον τομέα της στρατιωτικής ιστορίας και στρατηγικής. Εχει γράψει δεκαεφτά βιβλία, που έχουν μεταφραστεί σε δεκατέσσερις γλώσσες. Εχει διατελέσει σύμβουλος στα υπουργεία Εθνικής Αμυνας πολλών χωρών, συμπεριλαμβανομένου του υπουργείου Εθνικής Αμυνας των ΗΠΑ. Υπήρξε ο δεύτερος μη στρατιωτικός εμπειρογνώμονας που προσκλήθηκε ως ομιλητής στο Ισραηλινό Γενικό Επιτελείο, ενώ έχει δώσει διαλέξεις ή έχει διδάξει σε όλα σχεδόν τα ινστιτούτα στρατηγικών μελετών. Εχει παραχωρήσει συνεντεύξεις στο CNN, στο BBC και σε άλλους τηλεοπτικούς σταθμούς διεθνούς εμβέλειας, ενώ έχει φιλοξενηθεί στις στήλες πολλών περιοδικών και εφημερίδων, συμπεριλαμβανομένων του Newsweek και της International Herald Tribune. Στην Ελλάδα κυκλοφορούν ήδη τα έργα του: Επιμελητεία και Πόλεμος (εκδ. Τουρίκη, 2001), Η διοίκηση στον πόλεμο (εκδ. Τουρίκη, 2001), Η άνοδος και η πτώση του κράτους (εκδ. Τουρίκη, 2003).

Ο πόλεμος και οι δυνάμεις καταστροφής του 20ού αιώνα

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΟΥΣΜΟΥΤΗΣ: Ποιο θεωρείτε ότι ήταν το έναυσμα για το ξέσπασμα των πολέμων του 20ού αιώνα;

ΜΑΡΤΙΝ ΒΑΝ ΚΡΕΒΕΛΝΤ: Οι πόλεμοι του 20ού αιώνα ήταν σε άμεση συνάρτηση με εκείνους που διεξήχθησαν τους προηγούμενους δυόμισι αιώνες. Από το 1648, το έτος που υπεγράφησαν οι Συνθήκες της Βεστφαλίας, οι οποίες σηματοδότησαν την έλευση της έννοιας του σύγχρονου κράτους, αυτά τα κράτη ήρθαν σε σύγκρουση μεταξύ τους. Καθώς, λοιπόν, τα κράτη επεκτείνονταν εντείνονταν και οι μεταξύ τους συγκρούσεις, με αποκορύφωμα τους δύο Παγκόσμιους Πολέμους.

Δ.Μ.: Ποια ήταν η επικρατούσα ιδεολογία κατά τη διάρκεια των ετών 1900-1914; Και ποιος θεωρείτε ότι ήταν ο ρόλος του στρατού στις ευρωπαϊκές κοινωνίες εκείνη την περίοδο;

Μ.Κ.: Είναι μια δύσκολη ερώτηση, από τη στιγμή που τα πράγματα ποικίλλουν από τη μία χώρα στην άλλη. Θα έλεγα ότι υπάρχουν τρεις κύριες ιδεολογίες: ο συντηρητισμός, που συχνά ήταν άρρηκτα συνδεδεμένος με τη θρησκεία, ο φιλελευθερισμός και ο σοσιαλισμός. Ας προστεθεί σε όλα αυτά και μια ισχυρή δόση εθνικισμού, από τον οποίο, όπως φάνηκε από το ξέσπασμα του πολέμου, ακόμη και οι σοσιαλιστές δεν ήταν απελευθερωμένοι. Εν πάση περιπτώσει, το μείγμα αυτό των τεσσάρων ιδεολογιών διέφερε από χώρα σε χώρα και στην πραγματικότητα συνέτεινε ώστε να καθορίσει τον χαρακτήρα του καθενός.

Επιπροσθέτως, το στρατιωτικό στάτους ήταν διαφορετικό από χώρα σε χώρα. Οι περισσότερες χώρες της ηπειρωτικής Ευρώπης, εν τω μεταξύ, έβλεπαν τον στρατό ως το άνθος για δημιουργία, το σχολείο του έθνους και τη μεγάλη εγγύηση ότι η ανδρεία δεν θα εξέλιπε ποτέ.

Δ.Μ.: Ποιες ήταν, εν γένει, οι βασικές στρατηγικές επιδιώξεις των Μεγάλων Δυνάμεων κατά τα χρόνια 1900-1914;

Μ.Κ.: Πιστεύω ότι, κατ' αυτή τη χρονική περίοδο που με ρωτάτε, οι πιο πολλές δυνάμεις θα ήταν ικανοποιημένες με τα ήδη υπάρχοντα σύνορά τους, υπό την προϋπόθεση ότι και οι άλλοι θα συμπεριφέρονταν με τον ίδιο τρόπο. Δεν υπήρχε εμπιστοσύνη όμως, με τα γνωστά επακόλουθα.

Εξαιρέσεις στον κανόνα ήταν η Γαλλία και η Ιαπωνία. Η Γαλλία από τη μία πλευρά ούτε θα είχε εγκαταλείψει ούτε θα είχε συνθηκολογήσει για την Αλσατία και τη Λορένη. Από την άλλη, για την Ιαπωνία ήταν μόνον η αρχή της ιμπεριαλιστικής και της επεκτατικής πολιτικής φάσης της ιστορίας της, και όσα ακολούθησαν είναι λίγο-πολύ γνωστά.

Δ.Μ.: Ομοιότητες και διαφορές μεταξύ Α' και Β' Παγκοσμίου Πολέμου;

Μ.Κ.: Κατά τη γνώμη μου, οι ομοιότητες ήταν πιο σημαντικές από ό,τι οι διαφορές. Και οι δύο μεγάλοι πόλεμοι έλκουν την καταγωγή τους από την Ευρώπη. Και οι δύο διεξήχθησαν από έναν μικρό αριθμό των καλουμένων Μεγάλων Δυνάμεων, που μεταξύ τους επικράτησαν σχεδόν σε ολόκληρο τον πλανήτη. Και οι δύο αναπτύχθηκαν εν μέσω μακροχρόνιων σφοδρών αντιπαραθέσεων, που προκάλεσαν σημαντικές καταστροφές. Και στους δύο η ναυτική δύναμη είχε τη μεγαλύτερη ενεργό συμμετοχή. Και οι δύο εξελίχτηκαν σε ολοκληρωτικούς πολέμους, με την έννοια ότι δεν κινητοποιήθηκαν μόνον οι στρατιωτικές δυνάμεις, αλλά ολόκληρες κοινωνίες. Και οι δύο εν τέλει κρίθηκαν τασσόμενοι στην πλευρά της συντριπτικής πλειοψηφίας.

Οσον αφορά τώρα τις διαφορές. Εν συγκρίσει με το 1914-1918, ίσως το προεξάρχον χαρακτηριστικό που έπαιξε ενισχυτικό ρόλο, σε σχέση με το 1939-1945, ήταν η ευρεία διάδοση του κινητήρα εσωτερικής καύσεως σε όλα τα αυτοκίνητα οχήματα ανεξαρτήτως κατηγοριών.

Δ.Μ.: Είναι αυτό η ατμομηχανή της Ιστορίας;

Μ.Κ.: Αλλη μια δύσκολη ερώτηση. Πρέπει κανείς να αντιδιαστείλει την ανάπτυξη, από τη μια, και την έρευνα, από την άλλη. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι εκείνος ο πόλεμος επιτάχυνε την τεχνολογική ανάπτυξη - είτε επειδή οι πλουτοπαραγωγικές πηγές εστιάστηκαν στην τεχνολογική ανάπτυξη είτε απλώς και μόνον εξαιτίας της αίσθησης ότι δεν υπάρχει άλλη επιλογή.

Εξάλλου, αμφιβάλλω αν ένας πόλεμος μπορεί να συμβάλει στην επιτάχυνση της θεμελιώδους επιστημονικής έρευνας. Αξιόλογες ανακαλύψεις, όπως αυτή του Κοπέρνικου, του Νεύτωνα ή του Αϊνστάιν, δεν οφείλουν σχεδόν τίποτε στον ίδιο τον πόλεμο.

Δ.Μ.: Ηταν ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος ένας πόλεμος φθοράς;

Μ.Κ.: Φυσικά. Είναι αλήθεια ότι, σε αντίθεση με τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, υπήρξαν τεράστιες κινητοποιήσεις και στην ξηρά και στη θάλασσα. Μερικές από αυτές, ειδικά της πρώιμης Γερμανίας και της Ιαπωνίας, απέφεραν θεαματικά αποτελέσματα. Τελικά, με οποιονδήποτε τρόπο, δεν αποδείχτηκαν καθοριστικές. Ο,τι αποδείχτηκε αποφασιστικό προέρχεται από τη θάλασσα και από την κινητοποίηση των ανώτερων πλουτοπαραγωγικών πηγών.

Δ.Μ.: Είναι πιθανό η έκβαση μιας αναμέτρησης να μπορεί να κριθεί εκ των προτέρων; Ποιοι είναι οι αποφασιστικοί παράγοντες για το αποτέλεσμα ενός πολέμου και ποιοι οι στοιχειώδεις παράγοντες για μια νίκη;

Μ.Κ.: Δεν είμαι σίγουρος ότι κατανοώ τι θέλετε να πείτε. Υπάρχουν ασφαλώς αναμετρήσεις κατά τις οποίες η μία πλευρά υπερτερεί τόσο ώστε να μην επιδέχεται αντίρρηση για το ποιος θα είναι ο νικητής. Ακόμη και έτσι, όμως, πάντα επιφυλάσσονται εκπλήξεις. Ποιος, επί παραδείγματι, θα μπορούσε να φανταστεί ότι οι Ελληνες το 1940 θα κατατρόπωναν τους Ιταλούς με αυτόν τον τρόπο;

Οσον αφορά τη δεύτερη ερώτηση, πόλεμοι αποφασίζονται εξαιτίας ενός μικρού αριθμού παραγόντων. Μεταξύ άλλων, είναι δημογραφικοί, οικονομικοί και βιομηχανικοί, αλλά και το μέγεθος των στρατιωτικών δυνάμεων -που ο Κλάουζεβιτς θεωρούσε ότι ήταν ο πιο σημαντικός συντελεστής από όλους- και επιπλέον η τεχνολογική ανάπτυξη, η ηγετική ικανότητα η μεγάλη στρατηγική και η στρατηγική γνώση, η λειτουργική και τακτική ικανότητα, και φυσικά το ηθικό, και πολιτικό και στρατιωτικό. Ολοι αυτοί οι παράγοντες είναι αλληλένδετοι και αλληλεπιδρούν με χιλιάδες τρόπους.

Τέλος, δεν πρέπει κατ' ελάχιστον να υποτιμηθεί ο παράγων τύχη - παρ' όλα αυτά είναι αληθές ότι όσο πιο μεγάλος είναι ο αγώνας και όσο πιο πολύ διαρκεί τόσο λιγότερο ρόλο διαδραματίζει η τύχη.

Δ.Μ.: Πόσο αποφασιστική ήταν η έκρηξη της πρώτης ατομικής βόμβας στην Ιαπωνία;

Μ.Κ.: Πρόσφατα έχει διατυπωθεί η άποψη ότι, με την έκρηξη στη Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι, οι Ηνωμένες Πολιτείες προσέφεραν στην Ιαπωνία μια μεγάλη χάρη. Αν δεν είχαν ριφθεί αυτές οι βόμβες, η Ιαπωνία δεν θα είχε συνθηκολογήσει, ο πόλεμος θα είχε συνεχιστεί και πλήθος αστάθμητων παραγόντων θα μπορούσαν να απειλήσουν σε μέγιστο βαθμό την επιβίωση της Ιαπωνίας ως έθνους. Προσωπικά τείνω να προσυπογράψω αυτή την άποψη.

Πολύ πιο σημαντικές, ωστόσο, από τις επιπτώσεις στην Ιαπωνία και στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν οι επιπτώσεις της ατομικής βόμβας στη σύρραξη γενικά. Συμβατικά όπλα και οπλικά συστήματα είχαν επηρεάσει τον τρόπο που πολεμούσαν, τα πυρηνικά επηρέασαν στο γιατί θα έπρεπε να πολεμήσουν, γιατί πολεμούσαν και ακόμη, κατά πόσον ήταν ικανοί να πολεμήσουν. Από αυτή την άποψη, τα πυρηνικά όπλα ήταν η μεγαλύτερη εφεύρεση στην Ιστορία, πιο μεγάλη ίσως και από τη φωτιά, τον τροχό, τη γεωργία και τη γραφή. Στο παρελθόν κανένα άλλο όπλο δεν μπορούσε να συγκριθεί σε δύναμη. Υποθέτω ότι και στο μέλλον κανένα άλλο δεν θα τα καταφέρει.

Δ.Μ.: Τα πυρηνικά όπλα κατέστησαν τον κόσμο μας περισσότερο ασφαλή ή πιο επικίνδυνο;

Μ.Κ.: Και τα δύο. Εκαναν τον κόσμο μας πιο ασφαλή και παράλληλα περισσότερο επικίνδυνο. Είναι όμως μια δαμόκλειος σπάθη, και δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι η σπάθη δεν θα πέσει στα κεφάλια μας ανά πάσα στιγμή.

Δ.Μ.: Τα τελευταία χρόνια λαμβάνει πράγματι χώρα μια Επανάσταση στις Στρατιωτικές Υποθέσεις (RMA);

Μ.Κ.: Κατά την άποψή μου όχι, και αυτό για δύο λόγους: Πρώτον, συγκρινόμενο με την πυρηνική επανάσταση του 1944-45 το καλούμενο RMA είναι ανάξιο λόγου. Δεύτερον, όπως έχει καταδειχθεί από αναρίθμητες άλλες περιπτώσεις, όταν μπαίνουμε στην αντι-τρομοκρατία, στον αντι-ανταρτοπόλεμο και στην αντι-εξέγερση, το RMA δεν είναι ιδιαίτερα χρήσιμο.

Δ.Μ.: Ποιος είναι, κατά τη γνώμη σας, ο λόγος που οι ηγετικές δυνάμεις απέτυχαν να αντιμετωπίσουν τους αντάρτες μετά το 1945;

Μ.Κ.: Μπορεί κανείς να συλλαβίσει μια λέξη: Η-ΤΤΟ-ΠΑ-ΘΕΙ-Α. Στην αρχή, οι «ηγετικές δυνάμεις» επέδειξαν ηττοπάθεια. Κατόπιν, τα παράτησαν.

Δ.Μ.: Οι ηγετικές δυνάμεις όσο δεν νικούν, χάνουν. Οι αντάρτες όσο δεν χάνουν, νικούν. Εσείς συμφωνείτε;

Μ.Κ.: Βεβαίως. Είναι ο τρόπος που το τοποθέτησε ο Κίσινγκερ, και θεωρώ ότι είχε δίκιο.

Δ.Μ.: Είναι πιθανό μια αντι-ανταρτική δύναμη να επιτύχει αυτούς τους στόχους στις μέρες μας;

Μ.Κ.: Ναι. Για το πώς, διαβάστε το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου μου. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Ερωτικά και άλλα δίπολα
Το επαναστατικό μήνυμα Εκείνου που αγνοούμε
Στη σκοτεινότητα ενός ποιητικού εργαστηρίου
Στο θρίλερ της καθημερινότητας
Πεζογραφικό ταλέντο μιας μοναδικής ζωής
Στο απρόβλεπτο της καθημερινής τραγικότητας
Φόνοι στην υπηρεσία της σύγχρονης τεχνολογίας
Οταν στο παρελθόν ισχύει το παρόν
47 πεζοποιήματα μέσα σε ένα υπερρεαλιστικό σύμπαν
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Ερωτικά και άλλα δίπολα
Το επαναστατικό μήνυμα Εκείνου που αγνοούμε
Στη σκοτεινότητα ενός ποιητικού εργαστηρίου
Στο θρίλερ της καθημερινότητας
«Για την κατανόηση του παρόντος είναι απαραίτητη η μελέτη του παρελθόντος»
Πεζογραφικό ταλέντο μιας μοναδικής ζωής
Στο απρόβλεπτο της καθημερινής τραγικότητας
Φόνοι στην υπηρεσία της σύγχρονης τεχνολογίας
Οταν στο παρελθόν ισχύει το παρόν
47 πεζοποιήματα μέσα σε ένα υπερρεαλιστικό σύμπαν
Αφανής αναγνώστης
Ωραία δουλειά, ωραία βιβλία
Η τρίτη ανάγνωση
Η Δίκη
Από τις 4:00 στις 6:00
Ξενύχτι γράφοντας τραγούδια
Μια βασίλισσα χωρίς αμφισβήτηση
Άλλες ειδήσεις
Απόσπασμα καλοκαιριού
Ρεμπέτικο
Οι χώροι
Η διαθήκη μου
Οι εκθέσεις φωτογραφίας κυριαρχούν στα μουσεία και τις γκαλερί του Βερολίνου
Ποίηση σε μικρόψυχους καιρούς