Έντυπη Έκδοση

Το νέο βιβλίο του Σπύρου Γιανναρά

Τραπέζι στρωμένο με όλα τα χαμένα

Με ένα περίστροφο στο στόμα αρχίζει και τελειώνει ο αφηγηματικός βίος του Ανδρέα Τιτθόν, στο τρίτο κατά σειρά διήγημα του βιβλίου, διότι, όπως λέει και ο περί ου ο λόγος, με αυτόν τον τρόπο, και κατά το δυνατόν συντομότερα, οφείλει να τελειώνει ο βίος κάθε νοήμονος ανθρώπου.

Σπύρος Γιανναράς

Ζωή χαρισάμενη

εκδόσεις Πόλις, σ. 158, ευρώ 13

Διόλου χαρισάμενη η ζωή του Ανδρέα Τιτθόν, βουλιαγμένη μαζί με εκείνον που τη ζούσε, στη γούβα του καναπέ, ανέμενε την ημερομηνία λήξης της. Ομως αντί το σώμα που βαθούλωνε τον καναπέ να ξαπλωθεί οριστικά από τη σφαίρα που του αναλογούσε, η υπεσχημένη σφαίρα εποστρακίστηκε σε αλλότριο σώμα και η προαναγγελθείσα αυτοχειρία αναβλήθηκε. Ο Τιτθόν, συνεπικουρούμενος από ένα αυτόματο σαρανταπεντάρι, ανακαλύπτει το νόημα της ζωής στο τέλος της ζωής των άλλων. Πυροβολώντας διάφορες ενσαρκώσεις της χθαμαλότητας, της αλαζονείας και της ξιπασιάς, διαπιστώνει πως πλέον τού είναι πιο εύκολο να ζει, καθώς όσο η φαυλότητα λιγοστεύει τόσο καλύτερα εκείνος αναπνέει. Ωστόσο, η καριέρα του ως τιμωρού διακόπτεται απότομα, όταν έρχεται ενώπιον κάποιου που τον ικετεύει να τον κάνει θύμα του. Ο επίδοξος νεκρός, εξαίροντας το ιερό του καθήκον με σκοπό να του αποσπάσει την πολυπόθητη σφαίρα, του εφιστά την προσοχή στη σημασία του ονόματός του, αποκαλύπτοντας τη συστοιχία του με την ομηρική λέξη «τυτθόν», την οποία αποδίδει ως «παρά τρίχα». Δυστυχώς για εκείνον, η γλωσσολογική του διάνοια δεν στέφθηκε με θάνατο, καθώς ο Τιτθόν, ο οποίος πριν από λίγο καιρό είχε γλιτώσει παρά τρίχα την αυτοκτονία, βάζει για δεύτερη φορά την κάννη στο στόμα του.

Ο ήρωας του Σπύρου Γιανναρά, στο πιο εκτενές πεζό της συλλογής, είναι επίσης συνώνυμος της αρχαίας λέξης «τιτθός», που σημαίνει μαστός. Οι σαρκαστικές συνδηλώσεις της ονοματοθεσίας υποβόσκουν στην αφήγηση, υπαινισσόμενες την απόκλιση μεταξύ ονόματος και πράγματος. Διότι ο εν λόγω Τιτθόν δεν είναι ζωοποιός, αλλά θανάσιμος, δεν τρέφει, μόνο τρέφεται φονεύοντας. Καθώς οι σφαίρες του περιστρόφου του θέριζαν τους άθλιους της Αθήνας, εκείνος «παρακολουθούσε έκθαμβος ένα άλλο αδάμαστο "Εγώ" να θεριεύει τρεφόμενο από την πρωτόγνωρη εσωτερική φλόγα που έκαιγε μέσα του». Οι άλλοι, που για χρόνια συρρίκνωναν την ύπαρξή του, την ευτέλιζαν και την εκμηδένιζαν, γίνονται τώρα λεία της καινοφανούς υπερτροφικής του βούλησης, «που τρεφόταν και θέριευε με κάθε φονικό». Τρώγοντας έρχεται η όρεξη και, όπως ανακαλύπτει ο ήρωας, «μόνο "τρώγοντας" τους άλλους έρχεται η δύναμη που σε στηρίζει στη ζωή». Η θηλή του Τιτθόν ήταν η κάννη του όπλου του με την οποία θήλαζε εξ επαφής και άπαξ τα θύματά του και σε αυτήν ακούμπησε ο ίδιος το στόμα του για να θηλάσει τον θάνατό του.

Σε θηλαστικά, αλλά και σε άλλα κτήνη, έρποντα ή πτερόεντα, ταπεινωμένα στην ανθρώπινη συνείδηση και γι' αυτό ταπεινωτικά όταν εμπνέουν παρομοιώσεις, μεταμορφώνει τους συμπολίτες του ένας άλλος διηγηματογραφικός ήρωας («Ανθρωποι και κτήνη»), εξίσου ευαίσθητος με τον Τιτθόν, με δυσανεξία στο ανθρώπινο εκείνο είδος που παρεπιδημεί στις δημόσιες υπηρεσίες. Ο θυμός του, που εκρέει άφθονος σε κάθε συναλλαγή με το Δημόσιο, γίνεται μαγικό ξόρκι, το οποίο αποκτηνώνει πάραυτα αρμοδίους και μη. Αν ο Τιτθόν μεταλλάχθηκε σε δολοφονική τροφό, εκείνος μοιάζει με Κίρκη ναυαγισμένη στα αβαθή της νεοελληνικής οδύσσειας. Για να αποδιώξει τη σκέψη πως ίσως και ο ίδιος να μην ήταν τίποτα ανώτερο από «ένα σκάρτο ανθρωπάριο», προτιμούσε να βλέπει την απανθρωποποίηση σαν χάρη και όχι σαν τιμωρία. Τα κτήνη που γέννησε η αποστροφή του για τους ανθρώπους ίσως να απολάμβαναν μια ευτυχία ασύλληπτη για την περίλυπη ανθρώπινη θνητότητα. Πιθανότατα η κτηνώδης υπόστασή τους να ήταν «ένας άχρονος γλυκασμός των αγγέλων στη χώρα των λωτοφάγων». Συλλογισμοί ριψοκίνδυνοι, στο μέτρο που μπορούν να υποδαυλίσουν μια πεισιθάνατη ρητορική, ανάλογη με αυτή που οπλίζει το χέρι του Τιτθόν.

Και τα δύο διηγήματα, παρά την πολεμική τους διάθεση ενάντια στο κλεινόν άστυ, κλείνουν με σπαραγμό. Στο «Βίος και πολιτεία του Ανδρέα Τιτθόν» το πρόθυμο θύμα, που ωστόσο δεν κατάφερε να δολοφονηθεί, θρηνολογεί στην κατακλείδα, κάνοντας επίκληση προς εκείνον τον άγνωστο λυτρωτή που θα δεχτεί να αναλάβει τον θάνατό του, ενώ ο ήρωας στο άλλο πεζό προσεύχεται επιλογικά για τους απανταχού αποκτηνωμένους όπως ο ίδιος, με την ελπίδα να υπάρξει κάποιος που θα θελήσει να τους πλησιάσει σπλαχνικά, «έτσι σαν με κάποιο απερίγραπτο σάλτο, να πηδήξει ξάφνου πάνω και πέρα από τη συγχώρεση και να μας συμπονέσει».

Ο Σπύρος Γιανναράς εναποθέτει στην ειρωνεία ένα βλέμμα ρομαντικό και συνυφαίνει τον κυνισμό με την καλοσύνη. Συχνά στα κείμενά του η παρωδία φανερώνει την ευθεία καταγωγή της από τη νοσταλγία. Οι ήρωες αφήνουν πίσω τους τον παροπλισμό της απελπισίας για να δοκιμαστούν με πιο σκληρά συναισθήματα, πιο συμβατά με την εποχή τους και τις ξόβεργές της. Ο θυμός τους έχει μια χροιά ιδεαλισμού, την οποία υπογραμμίζει η κομψοέπεια (σε σημεία ανοικονόμητη) της γλώσσας. Η υπερβολή τόσο των παθών όσο και των ιδιοσυγκρασιών τους δεικνύει τη μετωπική τους τοποθέτηση απέναντι στο κοινωνικό σύνολο. Κοινή συνισταμένη των έξι πεζών είναι ο ψυχικός αντίκτυπος του σύγχρονου αστικού τοπίου, μέσα στο οποίο διακυβεύονται η ακεραιότητα και η ισορροπία των πιο ευάλωτων, των άοπλων. Υπό αυτή την έννοια, η βία που ασκούν οι λεηλατημένοι αμνοί του βιβλίου είναι απόρροια της διαβρωτικής πίεσης που υφίστανται από τα σημερινά ειωθότα. Βγάζουν μαχαίρι στους άλλους για να ανατάμουν κάτω από το τραχύ, αργασμένο τους δέρμα, που μοιάζει να είναι «η στέρεη μορφή του εγωισμού», τα εναπομείναντα ίχνη ανθρωπιάς. Ο Ανδρέας Τιτθόν «και οι ομοιόβιοί του» «φαίνεται πως έχουν βαλθεί να επαναπροσδιορίσουν, αν όχι να εξαλείψουν, το ανθρώπινο προς όφελος ενός νέου "ανθρωπολογικού" τύπου».

Στο εναρκτήριο διήγημα, «Το τεφτέρι και το μαχαίρι», εξεικονίζεται ένας εικονικός κόσμος, την επικράτεια του οποίου γεωγραφεί ένα λαβυρινθώδες πλέγμα από ιστοσελίδες, όπου ξιφομαχούν τιτάνιες εγωπάθειες, ντυμένες με ισομεγέθεις μεταμφιέσεις. Ο ήρωας αισθάνεται τη σεξουαλικότητά του να απειλείται από έναν ερωτομανή μπλόγκερ, στα τρόπαια του οποίου συγκαταλέγεται η γυναίκα του. Ο συγγραφέας σχολιάζει τον κεφαλαιώδη συρμό του σύγχρονου κόσμου, την απύθμενη κολυμπήθρα του ίντερνετ -πλυντήριο που ξεβρομίζει κάθε «εγώ» και το ξεβγάζει μεγάλο και τρανό- επιμένοντας, όμως, σε προαιώνια γνωρίσματα της ανθρώπινης φύσης, όπως η ζηλοφθονία, ο ανταγωνισμός και η συντροφικότητα. Ο διαδικτυακός Δον Ζουάν, που θριαμβολογεί για τις σεξουαλικές του επιδόσεις, μπαίνει στα βαθιά νερά της εποχής του, ρίχνοντας ταυτόχρονα άγκυρα σε παλαιούς καιρούς. Αποκαλεί, λόγου χάριν, την ιστοσελίδα του «τεφτέρι», όπου απαριθμούσε τις γυναίκες που «διακόρευσε», προσδίδοντας έτσι στο «ανερυθρίαστο και απελευθερωμένο ίντερνετ» έναν παλιομοδίτικο χαρακτήρα. Ο Γιανναράς δεν αργεί να αφήσει κατά μέρος «τις επονείδιστες αλλαξοκωλιές του διαδικτύου», για να εστιάσει την έμφαση στη συναισθηματική φθορά, εισάγοντας στην αφήγηση τον έτερο πόλο της, τον αντίζηλο του ερωτόληπτου μπλόγκερ. Εκείνος μπαίνει μόνο από ζήλια στο παιχνίδι του διαδικτυακού ξεγυμνώματος, αλλά προφανώς δεν διέθετε την απαιτούμενη ψυχική πώρωση και το αποτέλεσμα ήταν πως «αυτό το σωματικό αίσθημα απόλυτης μοναξιάς και εγκατάλειψης, που όργωνε τα σπλάχνα του κατά τη διάρκεια του ακροβατικού σεξ, συνέχιζε να πλανάται πάνω από την καμένη μέσα γη των σωθικών του -όμοια με πυρπολημένο πεδίο χαμένης μάχης- για πολύ καιρό μετά».

Καμένη, κατερειπωμένη γη θυμίζει το τραπέζι της κουζίνας στο καταληκτικό, κατά τη γνώμη μου το καλύτερο, διήγημα της συλλογής, «Γύρω από το τραπέζι». Ο κύκλος «του κυκλωτικού οικογενειακού γεύματος» έχει σπάσει από καιρό και ο αφηγητής επιστρέφει στο τραπέζι για να χοροστατήσει σε μονήρη απόδειπνα, όπου ψάλλοντας το απολυτίκιο για «τα ξαναζεσταμένα υπόλοιπα της βδομάδας», βλέπει ξαφνικά το τραπέζι να μεταφέρεται σε ένα νεκροθάλαμο και πάνω του στρωμένη τη νεκρή του μητέρα, με το «ανώδυνο πια πρόσωπό της» να το στεφανώνει το νοσοκομειακό σεντόνι σαν «καλογερικό γυναικείο μαντίλι». Πιθανότατα σε άλλη φρεναπάτη, πιο στοργική, να έρθουν να καθήσουν στις άδειες καρέκλες, φτερουγίζοντας πάνω από τις σελίδες, οι παρακείμενοι ήρωες του Σπύρου Γιανναρά, οι δύο ανέραστοι αντίζηλοι που αντιμετριόνταν σε εικονικές κλίνες, ο πατήρ Ευτύχιος, που στην πιο αμαρτωλή του στιγμή νόμισε πως αγίασε, ο ανδρείος Τιτθόν, που λιμοκτονούσε από την έλλειψη νοήματος της ζωής του, ο Δημητράκης, που έγινε για δεύτερη φορά βρέφος, δίνοντας παράταση στη μητρική εξουσία που τον αφάνιζε και εκείνος που αποκτηνώθηκε από το συγχρωτισμό του με τους αγρίους της δημοσιοϋπαλληλικής κοιλάδας· και ίσως τότε όλοι μαζί, έχοντας φύγει προ πολλού από το γενέθλιο τραπέζι τους, το γραφείο της συγγραφής, να βρουν εκεί ανάμεσά τους την τράπεζα απ' όπου θα κοινωνήσουν «φρεσκοζυμωμένο, ευλογημένο ψωμί», επιούσιο και αναστάσιμο. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Σε πόλεις γένους ουδετέρου
Η αισθητική του ασύλληπτου νοήματος
Βίοι Βαρλάμηδων εν συνόψει
Η τραγικωμωδία του ταξιδιού
Οι πεταλούδες της φυγής ή η ηδονή της επιβίωσης
Η τυραννία της γλώσσας
Κείμενα για το βιβλίο του Λουί Κουτέλ
Ο μικρασιάτης συνθέτης Γιάννης Κωνσταντινίδης
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Σε πόλεις γένους ουδετέρου
Η αισθητική του ασύλληπτου νοήματος
Βίοι Βαρλάμηδων εν συνόψει
Η τραγικωμωδία του ταξιδιού
Τραπέζι στρωμένο με όλα τα χαμένα
Οι πεταλούδες της φυγής ή η ηδονή της επιβίωσης
Η τυραννία της γλώσσας
Κείμενα για το βιβλίο του Λουί Κουτέλ
Ο μικρασιάτης συνθέτης Γιάννης Κωνσταντινίδης
Συνέντευξη: Γεώργιος Σκουλάς
«Οταν κινδυνεύουμε να γίνουμε μάρτυρες αποτρόπαιων»
Η Τρίτη Ανάγνωση
Η κατάρα των Ντέιν
Από τις 4:00 στις 6:00
Το δώδεκα... κερδίζει
Ενα καλά κρυμμένο μουσικό μυστικό
Άλλες ειδήσεις
Ο μαύρος ήλιος
Το εγχείρημα της χειραφέτησης του πνεύματος στον αιώνα του Διαφωτισμού
Κουλτούρες του πένθους, το πέρασμα στη χαρά
Η πλατεία του Walter Benjamin στο Βερολίνο