Έντυπη Έκδοση

Η σημασία του να δρας

Τι είναι εκείνο που καθορίζει σήμερα έναν Γάλλο; Τι ρόλο παίζει η μετανάστευση; Πώς επιβιώνει κανείς σε μια συντηρητική κοινωνία; Τι θετικό άφησε στη σημερινή γενιά ο Μάης του '68;

Είναι μερικά από τα ερωτήματα που θέτει στην πολιτική, ταυτόχρονα ρομαντική, κωμωδία «Πες μου το όνομά σου» ο νέος γάλλος σκηνοθέτης Μισέλ Λεκλέρκ. Η ιστορία της ταινίας στρέφεται γύρω από τη Μπαγιά Μπανμαμού, μια νεαρή αριστερή ακτιβίστρια, από πατέρα Αλγερινό και μητέρα Γαλλίδα μεσοαστικής τάξης, η οποία, για να πάρει με το μέρος της τους πολιτικά συντηρητικούς άντρες, είναι έτοιμη να κάνει έρωτα μαζί τους.

Ολα αυτά δοσμένα με τρόπο κωμικό. «Γιατί η κωμωδία είναι ένα είδος πιο φυσικό», όπως μου είπε ο σκηνοθέτης πρόσφατα στο Παρίσι. «Ο θεατής αποδέχεται ευκολότερα κάποια δραματικά, σοβαρά θέματα μέσα από την κομψότητα τής κωμωδίας». Ο Λεκλέρκ, άλλωστε, παραδέχεται πως το χιούμορ του συγγενεύει με του Γούντι Αλεν.

Ενας από τους πολλούς άντρες, στο «ερωτικό-πολιτικό» στόχαστρο της Μπαγιά, είναι και ο Αρτίρ Μαρτέν, ένας 45άρης ερευνητής της γρίπης των πουλιών (η ταινία εκτυλίσσεται στις αρχές του 2000), ο οποίος, με ένα τέτοιο όνομα, όπως πιστεύει η Μπαγιά, δεν μπορεί παρά να ανήκει στο ακροδεξιό κόμμα. Στη συνέχεια ανακαλύπτει ότι το μόνο μυστικό του Αρτίρ είναι ότι η οικογένειά τους προέρχεται από Εβραίους της Θεσσαλονίκης που στη διάρκεια του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου είχαν απελαθεί. Στοιχείο αυτοβιογραφικό, όπως παραδέχεται ο σκηνοθέτης: «Βρίσκεται πολύ κοντά στην ιστορία των γονιών της Μπαγιά Κασμί, της γυναίκας με την οποία έγραψα το σενάριο και η οποία είναι η σύντροφός μου».

Ο πρωτότυπος, μάλιστα, τίτλος της ταινίας, «Το όνομα των ανθρώπων», είναι επίσης αυτοβιογραφικός: «Οταν έχουμε ένα όνομα, όπως π.χ. αυτό της Μπαγιά», μου λέει, «ρωτάνε να μάθουν από πού προέρχεται γιατί νομίζουν ότι αυτή είναι από τη Βραζιλία, κάτι βέβαια το θετικό γιατί είναι χώρα που σημαίνει ήλιος, θάλασσα. Αλλά εκείνη τους λέει, όχι, ο πατέρας μου είναι από την Αλγερία. Είναι αναγκασμένη, εξαιτίας του ονόματός της, σ' όλη της τη ζωή, να εξηγείται. Ενώ, κάποιος όπως εγώ, όπως και ο Αρτίρ Μαρτέν στην ταινία, που το όνομά του είναι συνηθισμένο, δεν χρειάζεται ποτέ να εξηγήσει, γιατί κανένας δεν τον ρωτάει για το όνομά του και τις ρίζες του. Ετσι έχει συνηθίσει να μη μιλά για τον εαυτό του ή για τους γονείς του. Είναι σαν να μην έχει δική του ιστορία».

Η γενικότερη η κατάσταση στη σημερινή Γαλλία απασχολεί τον σκηνοθέτη: «Η ταινία μιλάει για τις μονομανίες των Γάλλων σήμερα. Και το θέμα της ταυτότητας, της μετανάστευσης, του τι θα πει να είσαι Γάλλος, είναι μια από τίς μεγαλύτερες. Αφηγούμαστε αυτή τη μονομανία μέσα από την ιστορία των δυο αυτών οικογενειών».

Οι μονομανίες αυτές είναι, βέβαια, άρρητα συνδεδεμένες με το παρελθόν των δυο πρωταγωνιστών: τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και το Ολοκαύτωμα για τον Αρτίρ, τον πόλεμο στην Αλγερία και τη μετανάστευση για την Μπαγιά. «Οι σημερινές μονομανίες», εξηγεί ο Λεκλέρκ, «δεν προέρχονται από το πουθενά. Προέρχονται από παλιότερες ιστορίες, ίσως από τον κακό τρόπο που έζησε κανείς, και τον κακό τρόπο με τον οποίο καθοδηγήθηκε με αποτέλεσμα σήμερα όλα αυτά τα προβλήματα να μην έχουν επιλυθεί. Μέσα από μια οικεία ιστορία, σαν αυτή που αφηγούμαστε, θέλουμε να δείξουμε ποια ήταν και η μεγαλύτερη ιστορία της χώρας, είτε αυτό αναφέρεται στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο είτε στον πόλεμο της Αλγερίας, είτε στο Μάη του '68, είτε στις εκλογές του Μιτεράν. Ολα αυτά μπλέκονται και εισβάλλουν στην καθημερινή ζωή των χαρακτήρων της ταινίας μας».

Ταυτόχρονα, ο Λεκλέρκ έφτιαξε, όπως μου εκμυστηρεύεται, «μια ταινία-σχόλιο πάνω στους Γάλλους. Αλλά και πάνω στη δέσμευση, γιατί υπάρχουν άνθρωποι πιο θαρραλέοι από άλλους. Είναι και σχόλιο πάνω στη δειλία. Το κορίτσι είναι ένας χαρακτήρας συγγενικός μ' εκείνους της δεκαετίας του '60, που συνδυάζουν την πολιτική με τη σεξουαλική απελευθέρωση. Πήραμε έναν τέτοιο χαρακτήρα και τον βάλαμε στην πρώτη δεκαετία του 2000. Για μένα η Μπαγιά είναι ένας μικρός στρατιώτης», προσθέτει ο Λεκλέρκ. «Είναι κάποια που σκέφτεται και πιστεύει πως μπορεί ν' αλλάξει τον κόσμο. Οτι ο κόσμος μπορεί να γίνει καλύτερος. Υπάρχει αυτή η σκηνή στην ταινία, που είναι πολύ συμβολική, όπου η Μπαγιά εξοργίζεται όταν το τρένο ετοιμάζεται να ξεκινήσει και βοηθά να μπει σ' αυτό ένα ζευγάρι ηλικιωμένων, ενώ ο Αρτίρ Μαρτέν δεν κάνει τίποτα. Μπορεί να μην είναι τίποτα σπουδαίο, αλλά είναι γενναίο. Αυτή πιστεύει πως κάνει κάτι, έστω και μικρό, που άλλοι δεν κάνουν».

Η Μπαγιά δεν είναι απλώς μια έξυπνη, θαρραλέα ακτιβίστρια, αλλά έχει και μια αθωότητα και μια αφέλεια που τονίζονται σε διάφορες όμορφες σκηνές της ταινίας, όπως, για παράδειγμα, εκείνη στην οποία περιφέρεται στο μετρό ολόγυμνη, γιατί, στη βιασύνη της, έχει ξεχάσει να ντυθεί! Τι πιστεύει όμως ο ίδιος ο σκηνοθέτης για τον ακτιβισμό; «Πάντα με προσέλκυαν οι ακτιβιστές γιατί πάντα νοσταλγούσα τις δεκαετίες του '60 και '70», λέει. «Η ταινία είναι ξεκάθαρη: παίρνει το μέρος της αριστεράς, αλλά εγώ δεν είχα το θάρρος να γίνω ακτιβιστής. Προτιμώ να είμαι παρατηρητής».

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Κινηματογράφος
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Στιγμιότυπα
Το κερί που αφήνει μισόν αιώνα
Υπουργείο Πολιτισμού
Χρειάζεται μνημόνιο το ΥΠΠΟΤ;
Τι να κοπεί, που να δοθεί
Θέατρο
Στο μυαλό του Νιζίνσκι
Η τέχνη της αλληλεγγύης
Ελληνικό Φεστιβάλ
Παράσταση εν πλω
Αποψη
Στη ρωγμή του χρόνου
Βιβλίο
Διπλός Γκράχαμ Γκριν
«Η κρίση είναι μια ευκαιρία»
Εικαστικά
Χάπενινγκ ανά τον κόσμο
Κινηματογράφος
Η σημασία του να δρας
Μουσική
Η ορχήστρα των τραυμάτων
Οπερα
Οι σοπράνο κάνουν έρωτα