Έντυπη Έκδοση

Μάτια ερμητικά ανοιχτά

Πριν από τον σκηνοθέτη υπήρξε ο φωτογράφος. Πράγματι, ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ από το 1945 ώς το 1950 εργάστηκε ως φωτορεπόρτερ για το μεγάλης κυκλοφορίας περιοδικό «Look», που στόχο είχε να αποτυπώσει τη ζωή στις ΗΠΑ τα χρόνια που ακολούθησαν τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.

Με το «Ι hate love» ο Κιούμπρικ αποκαλύπτει την κοσμοθεωρία του Με το «Ι hate love» ο Κιούμπρικ αποκαλύπτει την κοσμοθεωρία του Τον Κιούμπρικ ακριβώς ως φωτογράφο παρουσιάζει, μέσα από διακόσιες λήψεις του εκείνης της εποχής, η έκθεση στη Βενετία, στο παλάτσο Καβάλι Φρανκέτι, ώς τις 14 του Νοέμβρη.

Ο άνθρωπος που κρύβεται πίσω από την έκθεση, ο Ράινερ Κρόουν, ήταν αυτός που ξανάγραψε την ιστορία του Κιούμπρικ ως φωτογράφου. Βεβαίως και αυτή ήταν σχετικά γνωστή, αλλά κανείς δεν ήξερε τι είχαν απογίνει οι περίπου 12.000 φωτογραφίες που είχε τραβήξει ο μετέπειτα σκηνοθέτης. Ο ίδιος δε δεν είχε κρατήσει ούτε μία από αυτές, ούτε καν ένα αρνητικό τους.

Μια λήψη, μια ιστορία

Ο Κρόουν κατάφερε εντέλει να ανακαλύψει πολλά αυθεντικά αρνητικά στη Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου της Ουάσιγκτον, όπως και το ένα τρίτο από το σύνολο των φωτογραφιών του Κιούμπρικ, που το 1952 ο ιδιοκτήτης του «Look» δώρισε στο Μουσείο της Πόλης της Νέας Υόρκης. Κι έτσι μπόρεσε να τις μελετήσει επί σχεδόν δώδεκα χρόνια, ως αυθεντία στο χώρο της φωτογραφίας και του κινηματογράφου, για να πιστοποιήσει σ' αυτές την αίσθηση της ελευθερίας που απέπνευσαν αργότερα οι ταινίες του διάσημου σκηνοθέτη.

Ο Κιούμπρικ τράβηξε την πρώτη του επαγγελματική φωτογραφία στις 12 Απριλίου 1945. Θέμα της ήταν ένα κιόσκι όπου με πηχυαίους τίτλους τα πρωτοσέλιδα των αναρτημένων εφημερίδων αναφέρονταν στο θάνατο του προέδρου Φράνκλιν Ρούζβελτ. Επεισε τον πωλητή να στηρίξει με το χέρι το πιγούνι και να ρίξει το βλέμμα του χαμηλά, έτσι ώστε να απηχεί το γενικότερο δημόσιο αίσθημα.

Περιδιαβάζοντας στις φωτογραφίες του Κιούμπρικ, ανακαλύπτεις το πάθος του να απαθανατίσει κάθε τι που δεν είναι σίγουρο και επακριβώς καθορισμένο, τη γοητεία που εξασκεί επάνω του ό,τι δεν υπάρχει πια κι ό,τι είναι να γίνει, ίδιον άλλωστε της αμερικάνικης κουλτούρας στην προσπάθειά της να διαχωρίσει τη θέση της από την ευρωπαϊκή.

Χαρακτηριστική, ανάμεσα στις φωτογραφίες του, πάνω σ' αυτό τον καμβά είναι μία που τράβηξε στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, όπου υπό τον ειρηνικό τίτλο «Βηθλεέμ» μια ομάδα επιστημόνων στέκεται εμπρός από κάτι που αρχικά δεν γίνεται αντιληπτό τι είναι, για να αποδειχτεί στη συνέχεια πως πρόκειται για πυρηνικό αντιδραστήρα. Κι υπάρχει ακόμα η φωτογραφία από το Πανεπιστήμιο του Μίτσιγκαν, όπου βλέπουμε τρεις φοιτήτριες να καπνίζουν. Είναι ο τρόπος του Κιούμπρικ για να θυμίσει πως πρόκειται για το πλέον φιλελεύθερο αμερικανικό πανεπιστήμιο, αφού ήδη από το 1870 είχε δεχτεί γυναίκες φοιτήτριες.

Το εξαιρετικό όμως είναι πως ο φωτογράφος Κιούμπρικ κάνει κάποιες νύξεις για τη μετέπειτα καριέρα του, σκηνοθετώντας μεν μια φωτογραφία αλλά και δημιουργώντας μια ιστορία μέσα από μια σειρά λήψεων. Η θεματική του διαφέρει κάθε φορά, δείχνοντας το εύρος των ενδιαφερόντων αλλά και το πολυδιάστατο στην επαφή του με χώρους και ανθρώπους.

Στις 200 φωτογραφίες της έκθεσης στη Βενετία αίφνης μπορεί ο επισκέπτης να δει μια σκληρή σεκάνς με θέμα το θωρακισμένο βαν με το οποίο μεταφέρονταν οι κρατούμενοι στη Νέα Υόρκη: πιστόλια, κλειδαριές ασφαλείας, χειροπέδες και βλοσυρά βλέμματα, λευκό φως και αδρές φυσιογνωμίες. Κι ύστερα ως κατ' επίφαση αντίστιξη υπάρχει η ιστορία ενός μικρού λούστρου, του Μίκι από το Μπρούκλιν. Μπορεί να είναι όμορφος σαν Χριστός, να τον βλέπουμε να μελετά, να παίζει με τα περιστέρια ή να ρεμβάζει, παραμένει όμως ένας γαβριάς που παίζει χαρτιά στο δρόμο ή μποξ, πάνω απ' όλα όμως δουλεύει σκληρά ακόμα και μεταφέροντας τσουβάλια με άπλυτα στο καθαριστήριο.

Υστερα είναι άλλες λήψεις, ο μαγικός κόσμος του τσίρκου, ζώα και άνθρωποι, τραβηγμένοι πίσω από τις κουίντες, χωρίς τις ενοχές που και το άκουσμα μόνο της αιχμαλωσίας των πρώτων δημιουργεί σήμερα. Ο Κιούμπρικ όμως δείχνει και το διαφορετικό ενός κόσμου που τη νύχτα αστράφτει αλλά τη μέρα δουλεύει σκληρά. Και δείχνει ακόμα και την παράνοια στην οποία μπορεί να οδηγήσει ο άνθρωπος το σώμα του προκειμένου να το κάνει αξιοθέατο.

Στις φωτογραφίες της Μπέτσι φον Φίρστενμπεργκ -λίγο μοντέλο, λίγο ηθοποιός, πολύ καλή κοινωνία- υπάρχει ίσως ο προάγγελος από το «Μάτια ερμητικά κλειστά» ή ένα δεύτερο φινάλε στον «Μεγάλο Γκάτσμπι». Τα πράγματα μοιάζουν αποστειρωμένα, ακόμα κι αν η Μπέτσι χορεύει ένα τρελό ροκ εν ρολ μέσα στην άψογη τουαλέτα της ή όταν παρακολουθεί έναν κομμωτή να κουρεύει το σκυλάκι της, ο φακός όμως ξέρει ν' αγκαλιάζει τους μηρούς της με υφέρποντα ερωτισμό.

Μοντέλα, ηθοποιοί και χωρικοί

Το Μάη του 1948 ο Κιούμπρικ βρέθηκε στην Πορτογαλία κι εκεί αντί να δείξει τα τουριστικά αξιοθέατα που θα εντυπωσίαζαν τον άνθρωπο του Νέου Κόσμου, στράφηκε προς τους κατοίκους ενός μικρού χωριού. Στις φωτογραφίες του γίνεται αμέσως αντιληπτός ο σεβασμός του προς την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, κάτι που ο Ανρί Καρτιέ-Μπρεσόν θεωρούσε απαραίτητο για όποιον ήθελε να τιμά την ιδιότητα του φωτορεπόρτερ. Και εδώ ο σκηνοθέτης έχει το πάνω χέρι, είτε φωτογραφίζει τον ανθρώπινο μόχθο (το τράβηγμα της βάρκας στα ρηχά - λήψεις που στάζουν ιδρώτα), είτε τα παιδιά που τσακώνονται, είτε ένα ζευγάρι τουριστών που ανακαλύπτει το τοπίο.

Τα θέματα δεν θα εξαντληθούν ποτέ: υπάρχει ακόμα ο Μοντγκόμερι Κλιφτ, ο «Εργένης της μόδας», χαρακτηριστική περίπτωση αντικομφορμίστα, όπως τον θέλει ο Κιούμπρικ, και βέβαια υπάρχει ο έρωτας παντού διάχυτος, στους δρόμους ή στις πανεπιστημιακές αίθουσες και, τέλος, ο ερωτισμός. Διακριτικός, κλείνει το μάτι στο θεατή για όσα θα έρχονταν αργότερα και για να γίνουν έπρεπε να υπάρχει η θητεία των πέντε χρόνων στις αποσπασματικές λήψεις.

Σε ό,τι αφορά την κοσμοθεωρία του ως φωτογράφου, ο Κιούμπρικ έλεγε σε μια από τις σπανιότατες συνεντεύξεις του προς τον επιμελητή της έκθεσης: «Πίστευα πάντα πως η ύπαρξη της αβεβαιότητας συνεισφέρει στην τέλεια μορφή έκφρασης. Για διάφορους λόγους. Κυρίως γιατί κανείς δεν θέλει να του εξηγήσεις την αλήθεια ενός γεγονότος εν εξελίξει. Κι ακόμα σημαντικότερο είναι ότι κανείς δεν γνωρίζει τη διαφορά ανάμεσα στην αλήθεια και σ' αυτό που βλέπουν τα μάτια του. Πιστεύω ότι η αβεβαιότητα οδηγεί σε διαφορετικά συμπεράσματα, κάθε ένα εκ των οποίων αντανακλά μια πλευρά της αλήθειας, ενώ παράλληλα εξαναγκάζει τον παρατηρητή να κινείται συναισθηματικά, προς εκεί όπου εμείς θέλουμε. Υπό αυτό το φως η αντικειμενικότητα είναι αφ' εαυτής ψευδής και δεν μπορεί ποτέ να έχει την ισχύ της απόλυτης αβεβαιότητας».

«Ι hate love»

Και σχολιάζει επ' αυτού ο Κρόουν: «Ο έρωτας του Κιούμπρικ για το παράδοξο και το οξύμωρο εκφράζεται σχεδόν σαν σε μανιφέστο στην περίφημη φωτογραφία του, του 1950, με τίτλο "Ι hate love". Βλέπει εκεί πλάτη μια νέα γυναίκα, που κρατά ακόμα στο δεξί της χέρι το κραγιόν, με το οποίο έγραψε αυτή την αυθόρμητη και παθιασμένη φράση. Με το κεφάλι της να ακουμπά στο αριστερό της χέρι, εκφράζει μαζί τη συμφιλίωση με την αυτοκαταστροφική της διάθεση αλλά και την αβεβαιότητα για το αν την ίδια στιγμή θέτει υπό συζήτηση την ίδια την προσωπικότητά της αλλά και τον ρόλο της στην κοινωνία». *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Φωτογραφία
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Εικαστικά
Τα ζώα; Νεκρή φύση...
Μουσική
Το Schoolwave πάει Μέγαρο
Η επέλαση των Prodigy
Το χιπ χοπ κάνει πόλεμο
Συνέντευξη: Σοφία Κόπολα
«Ευτυχώς, η μητέρα μου δεν ήταν διάσημη»
Φεστιβάλ Βενετίας
Αγαπητέ Ηλία
Φωτογραφία
Μάτια ερμητικά ανοιχτά
Απαγόρευση καπνίσματος
Αυτό το τσιγάρο που φταίει...
Ακτιβισμός
Ακτιβιστές όλων των χωρών φανταστείτε
Εκθεση
Ο άσωτος Γκογκέν
Κινηματογράφος
Αναζητώντας τρυφερότητα
Γραφιστική
Η αρχιτεκτονική του αλφαβήτου
Βιβλίο
Οι βιβλιοθήκες των άλλων
Στη γη των ξένων