Έντυπη Έκδοση

Στη φυλακή του φύλου

Μια αλληγορική παράσταση για τα στενά όρια της κοινωνίας με πρωταγωνίστρια την κινηματογραφική «Στρέλλα»

Οταν μιλούσε για το έργο του «Φάντο και Λις», ο υπερρεαλιστής Φερνάρντο Αραμπάλ ήταν ειλικρινής: «Δεν ξέρω γιατί το έγραψα, ούτε θέλω να μάθω, γιατί τότε δεν ξέρω αν θα μου αρέσει»...

Νίκη Σερέτη, Αντωνία Καμπάκου, Κώστας Καζανάς και Μίνα Ορφανού στην παράσταση «Φάντο και Λις» του Βασίλη Χριστοφιλάκη. Νίκη Σερέτη, Αντωνία Καμπάκου, Κώστας Καζανάς και Μίνα Ορφανού στην παράσταση «Φάντο και Λις» του Βασίλη Χριστοφιλάκη. Γραμμένο στα τέλη της δεκαετίας του '50, το έργο ανεβαίνει στις «Ροές» στις 4 Ιανουαρίου σε μετάφραση Εφης Γιαννοπούλου και σκηνοθεσία Βασίλη Χριστοφιλάκη. Στον θίασο και μια μη ηθοποιός, η τρανσέξουαλ Μίνα Ορφανού, που έγινε πασίγνωστη και βραβεύτηκε ως πρωταγωνίστρια της ταινίας του Πάνου Κούτρα «Στρέλλα».

Το έργο του Αραμπάλ άνθησε το 1968 και, όταν ο Αλεχάντρο Χοδορόφσκι το μετέφερε στον κινηματογράφο, δημιούργησε σάλο. Ο κόσμος παραλίγο να λιντσάρει τον συγγραφέα, αφού πέρα από τα φιλιά μεταξύ αντρών και την παρουσία τρανσέξουαλ, υπήρχε μία σκηνή απολύτως ρεαλιστική: δύο πλανόδιοι, χρησιμοποιώντας σύριγγα, παίρνουν αίμα από την ηθοποιό που υποδύεται την Λις και το πίνουν!

Ενας νέος με ταμπούρλο (Κώστας Καζανάς) κουβαλά μια ανάπηρη (Αντωνία Καμπάκου) προχωρώντας προς την Ταρ, πόλη μαγική όπου «μέχρι σήμερα κανείς δεν έφτασε ούτε κανείς ελπίζει να φτάσει»... Ο Φάντο και η Λις, σαν δυο άλλοι Εστραγκόν και Βλαντιμίρ («Περιμένοντας τον Γκοντό»), «πάνε γρήγορα αλλά πάντα επιστρέφουν στο ίδιο σημείο». Η σχέση τους σαδομαζοχιστική: εκείνη, πότε στο αναπηρικό της καροτσάκι και πότε στους ώμους του Φάντο, πότε χαρούμενη και πότε ικετεύοντας να σταματήσει να της φέρεται τόσο βίαια. Εκείνος τη χαϊδεύει, την κτυπά, την παρηγορεί, της υπόσχεται, την αφήνει γυμνή όλη νύχτα στη μέση του δρόμου «για να βλέπουν οι άντρες πόσο όμορφη, άσπρη, απαλή είναι και να γίνονται ευτυχισμένοι».

Τρία άφυλα πλάσματα (Μίνα Ορφανού, Νίκη Σερέτη, Πάνος Πανάγου) μπαίνουν στη σκηνή σαν ένα σώμα. Ο μεσαίος κρατά μια μεγάλη μαύρη ομπρέλα που καλύπτει και τους τρεις. «Να μάθουμε από πού έρχεται ο άνεμος» λέει ο πρώτος. «Να μάθουμε από πού φεύγει» επιμένει ο δεύτερος, ενώ ο τρίτος προτείνει να πέσουν να κοιμηθούν κάτω απ' την ομπρέλα και «ν' αφήσουν τον άνεμο στην ησυχία του». «Αυτό κι αν είναι πολιτικό σχόλιο» υποστηρίζει ο σκηνοθέτης. «Τα τρία πλάσματα είναι η κοινωνία και η κουβέντα για τον άνεμο δείχνει τη στάση μας στα πράγματα. Ο ύπνος κάτω απ' την ομπρέλα δεν είναι παρά ο παροπλισμός, ο "καναπές"».

Ο χώρος (σκηνικά-κοστούμια Αγγέλου Μέντη) είναι γυμνός. Ο Φάντο άλλωστε «φέρνει» τα πράγματα: λουλούδια, ζώα, δέντρα, βράχους. Η ατέρμονη πορεία προς την Ταρ βρίθει συμβολισμών: στις διαπροσωπικές σχέσεις, την άσκηση εξουσίας, τον εγωκεντρισμό, την κυκλοθυμία. Το καροτσάκι, όχημα της αναπηρίας και ανωριμότητάς μας. Το τύμπανο, με τα οποίο ο Φάντο παίζει συνεχώς το ίδιο εμμονικό τραγούδι, μέσον εξέγερσης.

Κατά τον σκηνοθέτη, η Μίνα Ορφανού είναι σαν σφουγγάρι που αφομοιώνει γρήγορα τα πάντα: «Φέρει μια ατόφια αλήθεια που ήθελα να συμπράξει στην παράσταση μέσα από το ρόλο της Μιτάρο. Το κίνητρο δεν ήταν η εμπορικότητα της περίπτωσής της. Πρόκειται για προσωπικότητα "παρά τη λογική" γι' αυτό και αντιμετωπίζει το έργο εύστοχα».

Πώς και δέχθηκε η ίδια να ανέβει στη σκηνή; «Με προβλημάτισε, γιατί ο ρόλος είναι τελείως διαφορετικός και το θέατρο δεν έχει cut. Δεν υπάρχει "πάμε πάλι", αλλά μόνο μπρος. Τελικά ρισκάρισα, δούλεψα πολύ».

Στα 28 της χρόνια, είναι αυτοδίδακτη και στις τρεις τέχνες με τις οποίες έχει καταπιαστεί: ζωγραφική, κινηματογράφο και τώρα θέατρο. Δεν θέλει να τελειώσει κάποια δραματική σχολή, πιστεύει στην κλίση και τη θέληση. «Πόσοι σπουδάζουν σήμερα χωρίς να διαθέτουν το πρώτο; Γνώσεις αποκτά κανείς και με άλλους τρόπους κάθε μέρα. Χωρίς μαθήματα ζωγραφικής, έχω κάνει εννιά εκθέσεις, πουλάω έργα μου και μάλιστα καλά. Κι έπειτα, μερικές φορές, νομίζω πως οι πιο κακοί άνθρωποι είναι οι γραμματιζούμενοι».

«Οπως στο δημοτικό»

Δεν τρομάζει που παίζει με επαγγελματίες ηθοποιούς. «Το θέμα είναι τι χαρακτήρα βγάζεις. Αν είσαι σκύλα-ντίβα θα σε μισήσουν. Αν πας με φιλότιμο και την διάθεση να συνεργαστείς, όλα καλά. Αλλωστε μιλάμε για ταλαντούχους ηθοποιούς. Κι επειδή, όσο ισχυρό κι αν είναι το ένστικτό μου δεν φτάνει, σε πολλά πράγματα που δεν κατανοώ, με βοηθούν. Είναι λίγο σαν να επιστρέφω στο Δημοτικό, αλλά μ' αρέσει»...

Η μεγάλη επιτυχία της «Στρέλλας» τής άφησε μια... παράξενη γεύση, που μεταφέρει με μια εικόνα: «Η εξής μικρή σκηνή: η θέα τριών χιλιάδων άγνωστών μου ανθρώπων στο Μέγαρο Μουσικής όταν βραβεύτηκα. Οι πέντε που ήρθαν απ' όλους αυτούς για να με συγχαρούν. Ενα ποτήρι κρασί που ήπια ξερά σαν παρακατιανή για να φύγω γρήγορα γρήγορα. Οι έλληνες ηθοποιοί είναι πουριτανοί και μπρουτάλ στην ψυχή, παρόλο που υποδύονται ρόλους από τρανσέξουαλ και γκέι μέχρι αστούς. Οσο για μένα, ξέρω να ισορροπώ. Ολοι περίμεναν ότι, μέσω του φύλου μου, θα γίνω ρόμπα. Αλλά δεν τους έδωσα τη χαρά». *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Θέατρο
Σχετικά θέματα: Θέατρο
Η σιωπή που μιλάει
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Θέατρο Μπολσόι
Επιμένουν κλασικά
Συνέντευξη: Τσάρλι Χέιντεν
Τζαζ του έρωτα και της διαμαρτυρίας
Θέατρο
Η σιωπή που μιλάει
Στη φυλακή του φύλου
Συνέντευξη: Τζορτζ Ρομέρο
«Ζόμπι είναι τα ανθρώπινα λάθη»
Αφιέρωμα
Ημουν κι εγώ εκεί
Τροφή για τη συνείδηση
Κατανοώντας την ύφεση
Η σαγήνη του νουάρ
Τη γλώσσα τους έδωσαν ελληνική
Οι ξένες δυνάμεις
Ο λόγος της εικόνας
Προδημοσίευση
Καπνίζοντας στη Νέα Υόρκη