Έντυπη Έκδοση

Ιός Σαββάτου

  • Η «αναψηλάφηση» της Ιστορίας

    Μέχρι ποιο σημείο μπορεί η Δικαιοσύνη να υποκαταστήσει το έργο των ιστορικών;

    Στις 20 Δεκεμβρίου 2009 η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου αποφάσισε την επανάληψη της ιστορικής «Δίκης των Εξι» (1922). Της συνοπτικής, με άλλα λόγια, διαδικασίας με την οποία ένα έκτακτο στρατοδικείο, που συστάθηκε ειδικά για την περίσταση την επαύριο της μικρασιατικής καταστροφής από το «επαναστατικό» στρατιωτικό καθεστώς των Πλαστήρα-Γονατά, δίκασε εντός δεκαπενθημέρου και καταδίκασε σε θάνατο για εσχάτη προδοσία τη μέχρι τότε ανώτατη πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της χώρας: τρεις πρωθυπουργούς (Δημήτριο Γούναρη, Νικόλαο Στράτο, Πέτρο Πρωτοπαπαδάκη), έναν υπουργό Στρατιωτικών (Νικόλαο Θεοτόκη), έναν υπουργό Εξωτερικών (Γεώργιο Μπαλτατζή) και τον τελευταίο αρχιστράτηγο του μετώπου (Γεώργιο Χατζηανέστη). Οι καταδικασθέντες εκτελέστηκαν στο Γουδή, με αποτέλεσμα τον αποκεφαλισμό της αντιβενιζελικής παράταξης για μια δεκαετία.

    Ηταν εμφανώς μια δίκη πολιτικής σκοπιμότητας. Οχι μόνο με τη στενή έννοια, της εξόντωσης δηλαδή της αντίπαλης πολιτικής ηγεσίας, αλλά και με την έννοια της συμβολικής θυσίας που κρίθηκε απαραίτητη για την εκτόνωση της συσσωρευμένης λαϊκής οργής.

    «Ολόκληρος η χώρα είναι ανάστατος», περιγράφει χαρακτηριστικά το κλίμα των ημερών ένας αγωνιστής τής τότε κομμουνιστικής Αριστεράς. «Οργή και αγανάκτηση παντού. Οι δρόμοι είναι γεμάτοι από ένοπλους στρατιώτες που δεν πειθαρχούν σε κανέναν. Χιλιάδες και χιλιάδες πρόσφυγες γυμνοί και πεινασμένοι κατακλύζουν τα λιμάνια, τους δρόμους, τις πλατείες. Οι αρχές έχουν παραλύσει και ουσιαστικά είναι ανύπαρκτες. Στη Ραιδεστό οι αρχές καταλύονται, διαδηλώσεις συγκροτούνται και κόκκινες σημαίες κάνουν την εμφάνισή τους. Η βασική αποστολή της στρατιωτικής "επανάστασης" ήταν φυσικά να σώσει το καπιταλιστικό καθεστώς. Και για να δαμάσουν τα εξαγριωμένα πλήθη, τους ρίχνουν τα πτώματα των πέντε υπουργών και του αρχιστρατήγου» (Αγις Στίνας, «Αναμνήσεις», 2η έκδοση, Αθήνα 1985, σ. 62-3).

    Από τεχνική άποψη, η απόφαση του έκτακτου στρατοδικείου ήταν άκρως προβληματική. Οι έξι βασικοί ηγέτες της χώρας κατά τη διετία 1920-22 κρίθηκαν ένοχοι ότι, στο διάστημα ακριβώς της διακυβέρνησής τους, «συνώμοσαν και συναπεφάσισαν περί πράξεως εσχάτης προδοσίας» και συγκεκριμένα:

    (α) «διά της διά ποικίλων μέσων συστηματικής εργασίας προς κλονισμόν του ηθικού του εν Ιωνία μαχομένου στρατού [...] ενήργησαν εκ προθέσεως την παράδοσιν εις τον εχθρόν αποθηκών πλήρων πολεμοφοδίων, όπλων, πυροβόλων και παντός άλλου πολεμικού υλικού».

    (β) οι πέντε πολιτικοί «εκ προθέσεως παρεκίνησαν» τον αρχιστράτηγο, «προστάξαντες και παραγγείλαντες αυτόν και συμβουλεύσαντες αυτόν μετ' απάτης, πειθούς και φορτικότητος» να προκαλέσει την κατάρρευση του μετώπου. Αυτός δε, υπακούοντας, «παρέδωκεν εις τον εχθρόν μεγάλα τμήματα στρατού και παρημπόδισε την ανασυνάθροισιν αυτού», με αποτέλεσμα την καταστροφή.

    Το κείμενο της απόφασης είναι φυσικά αναιτιολόγητο, η δε ανάγνωση των πρακτικών κάθε άλλο παρά πείθει για τη σοβαρότητα της διαδικασίας. Η «υπονόμευση» π.χ. του στρατού από έναν έβδομο κατηγορούμενο, τον Ξενοφώντα Στρατηγό (που καταδικάστηκε απλώς σε ισόβια με το ελαφρυντικό της «μετρίας συγχύσεως»), στηρίχθηκε σ' ένα δημοσιογραφικό κείμενό του για τις μάχες του Σαγκάριου, με το φοβερό επιχείρημα ότι εκεί γινόταν αναφορά στις ...καλές αμυντικές οχυρώσεις των Τούρκων (κι έτσι υπονομευόταν το ηθικό του ελληνικού λαού και στρατού)! Ανάλογης ποιότητας υπήρξαν και τα λοιπά τεκμήρια της «εσχάτης προδοσίας».

    Αν η κατηγορία της συνειδητής προδοσίας έμπαζε, δεν συμβαίνει ωστόσο το ίδιο με τους ουσιαστικούς λόγους για τους οποίους το «κοινό περί δικαίου αίσθημα» εκατομμυρίων Ελλήνων ικανοποιήθηκε με τη θανατική καταδίκη κι εκτέλεση των έξι ηγετών. Οι τελευταίοι είχαν υπερψηφιστεί στις εκλογές του 1920 για να βάλουν ένα τέλος στους διαδοχικούς πολέμους μιας οκταετίας. Αντί γι' αυτό, προχώρησαν σε γενική επιστράτευση και κλιμάκωση του πολέμου, στέλνοντας εκατοντάδες χιλιάδες κληρωτούς στα βάθη της Ασίας - «σε έδαφος ξένο κι εχθρικό, που μόνο η αρχαιολογική ικανότητα των ελλήνων δημοσιογράφων απεκάλυπτε πως όχι μονάχα ήτανε μα και [εξακολουθούσε να] είναι ελληνικό» (Σεραφείμ Μάξιμος). Στο εσωτερικό οικοδόμησαν προοδευτικά ένα πρωτοφασιστικό καθεστώς, ακριβώς για να καταστείλουν τις αυξανόμενες εκδηλώσεις της λαϊκής δυσαρέσκειας. Οσο για τους Μικρασιάτες πρόσφυγες, ανεξαρτήτως της στάσης τους απέναντι στην εκστρατεία, ήξεραν καλά ότι τον Ιούλιο του 1922, στις παραμονές ακριβώς της (προβλεπόμενης από τους πάντες) κατάρρευσης του μετώπου, η κυβέρνηση των «έξι» απαγόρευσε διά νόμου την είσοδό τους -ως «αλλοδαπών»- στην ελληνική επικράτεια, παραδίδοντάς τους έτσι βορά στην εκδίκηση των κεμαλικών. Μόνο που καμιά κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να στήσει στον τοίχο τούς προκατόχους της για το πραγματικό έγκλημά τους: η «πατριωτική» πλειοδοσία, ακόμη κι όταν οδηγεί σε εθνική καταστροφή, είναι αδιανόητη ως αδίκημα στις εθνικά συντεταγμένες πολιτείες. Η επινόηση της «εσχάτης προδοσίας» πρόκυψε ως εκ τούτου ως η μόνη δυνατή λύση.

    Ολα αυτά ανήκουν στη σφαίρα της -αρκετά μακρινής- Ιστορίας. Το ερώτημα που αφορά το σήμερα είναι άλλο: ποια λογική μπορεί να εξυπηρετεί η «επανάληψη» μιας τέτοιας δίκης, ένα σχεδόν αιώνα μετά το ίδιο το γεγονός; Το σχετικό αίτημα υποβλήθηκε στον Αρειο Πάγο απ' τον εγγονό ενός από τους «έξι» και θα μπορούσε να ερμηνευθεί σαν προσπάθεια συμβολικής αποκάθαρσης του οικογενειακού μητρώου. Ταυτόχρονα, βέβαια, λειτουργεί ως απροσδόκητη αναγνώριση της νομιμότητας μιας αυταπόδεικτα διαβλητής «έκτακτης» διαδικασίας: φαντάζεται π.χ. κανείς την οικογένεια του Μπελογιάννη να ζητά την «επανάληψη» της δίκης του για κατασκοπία;

    Η ουσία του ζητήματος δεν βρίσκεται όμως στην υποβολή του αιτήματος, αλλά στην αποδοχή του απ' το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας. Και μάλιστα με αρκετά προβληματικό, από νομική άποψη, σκεπτικό: όπως διαπιστώνουμε από τα σχετικά δημοσιεύματα, τα «νέα στοιχεία» που επιστρατεύθηκαν για να δικαιολογήσουν την αναψηλάφηση δεν είναι παρά κάποιες δηλώσεις βενιζελικών πολιτικών, γνωστές ήδη από τη δεκαετία του 1930!

    Η επισκόπηση των αντιδράσεων μας δίνει, ίσως, ένα πρώτο κλειδί για την ερμηνεία της υπόθεσης. Με λιγοστές εξαιρέσεις (όπως το «Παρόν» του Μάκη Κουρή, που αναρωτήθηκε ρητορικά μήπως πρέπει να «επαναληφθεί» και η δίκη του Ιησού), η πλειοψηφία του «εθνικού χώρου» υποδέχθηκε με πανηγυρισμούς την απόφαση του Αρείου Πάγου. Το ισχυρό φιλοβασιλικό υπόστρωμα της παράταξης εξηγεί εν μέρει αυτό τον ενθουσιασμό. Δεν αρκεί όμως μόνο αυτό. Η στάση κάποιων άλλων παραγόντων, του λεγόμενου π.χ. «ποντιακού κινήματος», μας επιτρέπει μια δεύτερη, εναλλακτική ερμηνεία: όπως ακριβώς η κατασκευή της «εσχάτης προδοσίας» υπήρξε το περιτύλιγμα για να καταδικαστεί η αδιέξοδη και καταστροφική διεξαγωγή ενός πολέμου χαμένου από χέρι, σε πλήρη αντίθεση με την εκφρασμένη λαϊκή βούληση, έτσι και η αναίρεσή της αναμένεται να λειτουργήσει σαν μια συμβολική επανανομιμοποίηση αυτού ακριβώς του πολέμου. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που το δίκαιο αίτημα των παλαιμάχων του κυπριακού «1974», να τους αναγνωριστεί το καθεστώς του πολεμιστή, επιστρατεύεται ως όχημα για το εθνικόφρον ξαναγράψιμο της κυπριακής τραγωδίας και την ουσιαστική δικαίωση των εγκληματικών τυχοδιωκτισμών της «υπερπατριωτικής» χούντας Ιωαννίδη. Ενδεικτική είναι και η χρονική συγκυρία, κατά την οποία υποβλήθηκε η αίτηση για επανάληψη της «δίκης των έξι»: Ιανουάριος του 2008, στον απόηχο της δημόσιας αντιπαράθεσης για το βιβλίο Ιστορίας της Στ' Δημοτικού.

    Η σπουδή του Ανώτατου Δικαστηρίου να ικανοποιήσει αυτό το αίτημα έρχεται, ωστόσο, σε χτυπητή αντίθεση με την κατηγορηματική άρνησή του να επανεξεταστεί μια άλλη, πιο πρόσφατη σκοτεινή σελίδα της ελληνικής δικαιοσύνης. Αναφερόμαστε στη δίκη του 1949 για τη δολοφονία του Αμερικανού δημοσιογράφου Τζορτζ Πολκ και την (πανθομολογούμενα άδικη) καταδίκη σε ισόβια του Σαλονικιού συναδέλφου του Γρηγόρη Στακτόπουλου, ως συνεργού των υποτιθέμενων εκτελεστών. Μέσα στις τρεις τελευταίες δεκαετίες, μεταξύ '79 και 2007, ο Αρειος Πάγος έχει απορρίψει τέσσερις διαδοχικές αιτήσεις -αρχικά του ίδιου του Στακτόπουλου κι εν συνεχεία της χήρας του- για επανάληψη της διαδικασίας. Κι ας έχουν στο μεσοδιάστημα προκύψει πλήθος νέα στοιχεία, που ανατρέπουν εκ βάθρων το συγκεκριμένο κατηγορητήριο. Ενας απλός δημοσιογράφος, που «έσπασε» στην πολυήμερη βασανιστική ανάκριση κι «ομολόγησε» ανύπαρκτες ενέργειες, δεν έχει άλλωστε το κοινωνικό βάρος τριών πρωθυπουργών κι ενός αντιστρατήγου... *

    IOSPRESS

    **Από τον Νίκο Μάλλιαρη, παλαίμαχο ποδοσφαιριστή και πρώην γραμματέα του Δ.Σ. ΠΣΑΠ λάβαμε την ακόλουθη επιστολή:

    «Σχετικά με την εμπεριστατωμένη και ενδιαφέρουσα παρουσίαση του θέματος "Σκυλιά και αστυνόμευση στα γήπεδα" (31/1/2010), θα ήθελα να επισημάνω τα εξής: Οι ποδοσφαιριστές Α' και Β' κατηγορίας, διά του συνδικαλιστικού τους φορέα, ΠΣΑΠ, είχαν πρωτοστατήσει την αγωνιστική περίοδο 1978-79 στην απόσυρση του νομοσχεδίου που προέβλεπε την αστυνόμευση των γηπέδων με σκύλους. Μάλιστα, είχαν προτείνει στους τότε συναρμόδιους υπουργούς και τα πολιτικά κόμματα τη συνεργασία με τους φορείς του ποδοσφαίρου και των φιλάθλων».

    **«Μπροστά στην άρνηση της κυβέρνησης, ο ΠΣΑΠ δημιούργησε το 1980 την Επιτροπή Καλλιέργειας Αθλητικού Πνεύματος, αποτελούμενη από εκπροσώπους ποδοσφαιριστών, διαιτητών, προπονητών, παραγόντων, δημοσιογράφων, κοινωνιολόγων, ψυχολόγων και φιλάθλων, η οποία μελέτησε το φαινόμενο του οπαδισμού και του φανατισμού, που δεν είχε καμία σχέση με τη σημερινή μορφή βιαιοτήτων μέσα και έξω από τα γήπεδα. Πρότεινε, δε, με σχετικό υπόμνημα, λύσεις στις κυβερνήσεις της εποχής, οι οποίες όμως, όχι μόνο δεν θέλησαν να συμμετάσχουν διά εκπροσώπων τους, αλλά αγνόησαν

    παντελώς τις προτάσεις μας».

    **«Από τότε, επέλεξαν την... οδό της άκρα της καταστολής, η οποία όμως δεν αντιμετώπισε τις ήπιας μορφής βιαιότητες, βωμολοχίες και μικροσυμπλοκές της εποχής, αλλά συνέβαλε στην έξαρση του φαινομένου, με αποτέλεσμα τις οξύτατες βιαιότητες και τις δολοφονίες μεταξύ οπαδικών στρατών που παρακολουθούμε στις μέρες μας. Η απόφαση, δε, της σημερινής κυβέρνησης να καταφύγει στην πιο ακραία μορφή καταστολής, χρησιμοποιώντας σκύλους κατά ανθρώπων, όχι μόνο δεν θα αντιμετωπίσει το πρόβλημα, αλλά θα το οξύνει κι άλλο».

    **«Δυστυχώς, οι πολιτικοί μας εφαρμόζουν κατασταλτικές μεθόδους, παρότι τα τελευταία 30 χρόνια έχουν αποδειχθεί αναποτελεσματικές. Ενδεικτικό παράδειγμα είναι η απαξιωτική στάση του πρώην

    πρωθυπουργού κ. Κώστα Καραμανλή στην πρωτοβουλία των παλαιμάχων ποδοσφαιριστών (Λάκης Νικολάου, Γιώργος Κούδας, Νεοτάκης Λουκανίδης, Πέτρος Καραβίτης, Νίκος Σαργκάνης, Δημήτρης

    Σαραβάκος, Μίμης Παπαϊωάννου, Κώστας Αϊδινίου, Γιάννης Βένος, Νίκος Μάλλιαρης, Κυριάκος Καραταΐδης) όταν του ζήτησαν με σχετική επιστολή να τον συναντήσουν και να συστρατευθούν στην εξυγίανση του ποδοσφαίρου, κάτι που είχε εξαγγείλει ο ίδιος μετά τη δολοφονία του οπαδού του Παναθηναϊκού, Μιχάλη Φιλόπουλου, το 2007 στα επεισόδια της Παιανίας ανάμεσα στις οπαδικές στρατιές

    Παναθηναϊκών και Ολυμπιακών».

    **Με αφορμή το ίδιο δημοσίευμα, μάς γράφει και ο Παναγιώτης Κουρκουμέλης: «Οταν ο άνθρωπος χρησιμοποιεί τη γνώση και την επιστήμη για να εφεύρει νέους τρόπους καταστολής και καταστροφής της υπόστασης είναι απλά ανώμαλος. Οταν όμως χρησιμοποιεί την ίδια τη φύση απλά δεν είναι άνθρωπος. Αν χρησιμοποιείς ένα ον με "κατώτερη" νόηση ενάντια στον συνάνθρωπό σου τι θα σε σταματούσε να χρησιμοποιήσεις παιδιά σαν ασπίδα για τους μπάτσους; Γιατί όχι να γαλουχήσεις στρατιές παιδιών στα βίαια πρότυπα σου; Τους αυριανούς "σκύλους" της ευταξίας. [...] Η κοινωνία μας

    -όχι μόνον η ελληνική - μοιάζει με τη σύγχρονη ιατρική, είναι συμπτωματική. Κανένας δεν απευθύνεται στις αιτίες παρά μόνο προσπαθεί να καταστείλει τα συμπτώματα, είτε υγιή είτε παθογόνα.

    Ενα ερώτημα μένει: άντε, οι βαυκαλισμένοι θεατές των δελτίων δεν αντιλαμβάνονται τόσα χρόνια τους τετράποδους ναρκομανείς, οι φιλόζωοι γιατί δεν ακούγονται;».

    «Οι ομογενείς που λείπουν πενήντα και εκατό χρόνια από την Ελλάδα έχουν περισσότερα δικαιώματα και είναι οι παρατρεχάμενοι του Σβαρτζενέγκερ και του εκάστοτε Μπους»

    Αλέκα Παπαρήγα

    (Βουλή, 8/2/2010)

    Δυο «μαύροι» στην πολυκατοικία

    Την κινδυνολογία Καρατζαφέρη αντιγράφει ο Σαμαράς

    Πήρε τα πάνω της η «πολυκατοικία» της Δεξιάς, μετά τις κυβερνητικές υποχωρήσεις στο νομοσχέδιο για τους όρους πολιτογράφησης και ψήφου των μεταναστών, και βυθίζεται ακόμα πιο βαθιά στα θολά νερά της «εθνικοφροσύνης».

    Η τερατολογία και το μίσος κατά των μεταναστών φτάνει σε τέτοιο σημείο νοσηρότητας που να θεωρείται ότι η οικονομική κρίση και οι οδυνηρές επιπτώσεις της στα φτωχά στρώματα των Ελλήνων είναι περίπου προϊόν συνωμοσίας των ακόμα φτωχότερων μεταναστών.

    Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που η Δεξιά πορεύεται με ψέματα, δημιουργεί εχθρούς και καλλιεργεί ανασφάλειες για να «ηγεμονεύσει» και παράλληλα να συσκοτίσει τη διαχρονική της ευθύνη για την αδικία, τη διαφθορά, την (κοσμοπολίτικη) μανία των κερδοσκόπων φίλων της και τις κραυγαλέες ανισότητες που δημιούργησε. Ομως, τώρα φαίνεται ακόμα πιο καθαρά: τη μια στιγμή ο κ. Σαμαράς υποστηρίζει τις νεοφιλεύθερες συνταγές καταστροφής της κοινωνικής συνοχής ως ιδεολόγος των παγκοσμιοποιημένων «αγορών», προσφέροντας τη συναίνεσή του στο βραχυκυκλωμένο ΠΑΣΟΚ, και την επόμενη ξιφουλκεί κατά των μεταναστών. «Εχουμε αποδείξει ότι έχουμε το θάρρος να στηρίζουμε τα μέτρα της κυβέρνησης για την οικονομία», είπε στη Βουλή, ώστε μετά να προσθέσει και την απαραίτητη αντιπολιτευτική του πομφόλυγα: «Η μαζική (σ.σ. πού την είδε;) χορήγηση ιθαγενείας σε συνθήκες ανέχειας εγκυμονεί κινδύνους κοινωνικών εκρήξεων και κορύφωσης της ξενοφοβίας». Τι θέλει να πει ο ηγέτης της Δεξιάς; Οτι όποιος περάσει από τα σαράντα κύματα και πολιτογραφηθεί ως ισότιμος πολίτης θα ψηφίσει την Αλ Κάιντα στις επόμενες δημοτικές εκλογές ή θα μας ανεβάσει δολίως τα spreads; Ή μήπως το «μετέχον της ημετέρας παιδείας» μεταναστόπουλο, μόλις αποκτήσει ελληνική ταυτότητα θα διεκδικήσει με θρασύτητα κομμουνιστή συνδικαλιστή ίση αμοιβή για ίση εργασία, και συνεπώς θα τροφοδοτήσει αυτομάτως τη "δίκαιη" ξενοφοβία του κάθε ελληναρά μαυραγορίτη, που δεν θα μπορεί πλέον να τον "επαναπροωθεί" άνετα, όπως ισχύει με το σημερινό καθεστώς, πίσω στην Μπαρμπαριά;

    Τις ίδιες και ακόμα μεγαλύτερες αγωνίες με τον κ. Σαμαρά έχει και ο άλλος ένοικος της "πολυκατοικίας". «Εκεί, που το καφενείο πήγαινε να ομονοήσει, ακούγοντας τους πολιτικούς αρχηγούς, τώρα στο καφενείο βάζετε φωτιά με το νομοσχέδιο», έλεγε ο κ. Καρατζαφέρης στον πρωθυπουργό, για να δείξει κουτοπόνηρα ότι μπορεί να επιβάλει τη δική του ατζέντα στο ...καφενείον η Ελλάς. Και αφού ανέβασε αυθαίρετα στα ύψη τους αριθμούς των ύποπτων "αλλογενών" που θα πολιτογραφηθούν, "τρόμαξε" και την Αριστερά: «Στην Αριστερά, σε ένα Κόμμα μεγάλο, τους Πρασίνους, ο αρχηγός είναι Τούρκος στην καταγωγή. Είναι ο αρχηγός των Πρασίνων. Πολιτικά συγγενείς είστε. Γιατί να το κρύψετε εξάλλου; Λέω λοιπόν: Φανταστείτε εδώ, με το νόμο αυτό που θέλετε να γίνει αύριο πράξη, με πεντακόσιους χιλιάδες μουσουλμάνους να προκύψει αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ να είναι μουσουλμάνος εκ Τουρκίας».

    Την επομένη βεβαίως ο κ. Καρατζαφέρης ζήτησε «πολιτική κινήτρων για την προσέλκυση κεφαλαίων από το εξωτερικό». Δηλαδή κάτι σαν ξέπλυμα κοσμοπολίτικου χρήματος. Αυθημερόν εισακούστηκε. Διότι οι καπιταλιστές δεν χρειάζονται σύνορα και πατρίδες, οι λαοί είναι αυτοί που οφείλουν να κάθονται στ' αβγά τους και στην εθνική τους στρούγκα, αλληλομισούμενοι.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Πολιτική
Άλλα θέματα στην κατηγορία Πολιτική της έντυπης έκδοσης
Κοστούμι ΔΝΤ
Με αίτημα Γιώργου η εμπλοκή του ΔΝΤ
Γιατί η Μέρκελ έβαλε φρένο στην άμεση οικονομική ενίσχυση
Επίθεση Γιώργου στη Ν.Δ. και σε «κάποιους της Ε.Ε.»
Παναγιωτόπουλος: Αλλοθι σε μας ζητάει το ΠΑΣΟΚ
Υπό πίεση και πάλι ευρώ και spread
Λαγκάρντ: Τον Μάρτιο η ώρα της αλήθειας...
«Τάνγκο» με λάθος βήματα και νεκρές «ασιατικές τίγρεις»
Η φωτογραφία
Ονομασία των Σκοπίων
Ερχεται ο Νίμιτς, διαφορά στις ημερομηνίες
Υπόθεση Siemens
Να καταθέσει στην εξεταστική για Siemens θέλει ο Βερελής
Άλλες ειδήσεις
Μήνυμα Ρέππα σε Aegean και Olympic Air
Παπακωνσταντίνου: Θα κυνηγήσουμε με κάθε μέσο τα κεφάλαια που βρίσκονται στο εξωτερικό