Έντυπη Έκδοση

Η τέχνη παίζει μπάλα

Σε μια ακτή στεφανωμένη από έναν λαμπερό ουρανό, με θέα τα βράχια που υψώνονται μέσα από την ακύμαντη θάλασσα, μια αλλόκοτη, ολόγυμνη γυναίκα με τεράστια μέλη και μικροσκοπικό κεφάλι πασπατεύει μια λευκή μπάλα, απορροφημένη από τις χαρές του παιχνιδιού.

«Ποδοσφαιριστές στην παραλία», του Πάμπλο Πικάσο (1928) «Ποδοσφαιριστές στην παραλία», του Πάμπλο Πικάσο (1928) Ακριβώς από κάτω της, μέσα σε μια λιλιπούτεια καμπίνα λουομένων, βρίσκεται στριμωγμένος ένας μυώδης άντρας, τα χαρακτηριστικά του οποίου δεν διακρίνονται, με μια δεύτερη μπάλα πάνω απ' το κεφάλι του, το ίδιο σκοτεινή μ' αυτόν...

Θέλει πολλή φαντασία για να χαρακτηρίσεις ποδοσφαιριστές τους παραπάνω, αλλά ο Πικάσο, όταν το 1928 φιλοτεχνούσε τους «Ποδοσφαιριστές στην παραλία», δεν είχε κανέναν ενδοιασμό. Λάτρης κι ο ίδιος του ήλιου, της θάλασσας, των γυναικών και του αθλητισμού, ήταν ανάμεσα στους μεγάλους ζωγράφους των αρχών του 20ού αιώνα που είδαν το ποδόσφαιρο σαν αναπόσπαστο κομμάτι του αναδυόμενου μοντέρνου κόσμου κι άντλησαν έμπνευση για τους πίνακές τους από αυτό το καινούριο, με τις δικές του αισθητικές αξίες κι εξαρχής δημοφιλές σπορ.

Υμνος στην ταχύτητα

Αλλοι ομότεχνοι του Πικάσο, όπως ο Ζορζ Μπρακ, ο Φερνάν Λεζέ ή ο Ρομπέρ Ντελονέ, έδωσαν πιο ρεαλιστικά έργα με το ίδιο θέμα. Ο ιταλός φουτουριστής Ουμπέρτο Μποτσιόνι, όμως, από το 1913 ήδη είχε αναδείξει τον «Δυναμισμό των ποδοσφαιριστών» σ' έναν εντελώς αφαιρετικό πίνακα, πλημμυρισμένο στα χρώματα, που σήμερα φυλάσσεται στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης. Οι φουτουριστές είχαν βρει στο ποδόσφαιρο έναν επιπλέον πεδίο για να υμνήσουν την ταχύτητα, την ενέργεια αλλά και τη σύγκρουση και τον εθνικισμό, πριν ακόμα εξερευνηθεί καλλιτεχνικά η σχέση μεταξύ αθλητών και μηχανών. Διόλου τυχαίο που στο τέλος της δεκαετίας του '20, ο Γερμανός Μπίλι Μπαουμάιστερ, έδινε στον «Ποδοσφαιριστή» του τη μορφή μιας γεωμετρικής φιγούρας όλο ρώμη, χωρίς την παραμικρή υποψία έκφρασης.

Την ίδια πάνω κάτω εποχή, εντούτοις, οι σουρεαλιστές και οι ντανταϊστές αντιμετωπίζουν με σκεπτικισμό τα θεαματικά ή συμβολικά προσόντα των παιχτών. Εξ ου και το φωτομοντάζ του γερμανικής καταγωγής και πολέμιου του εθνικισμού Τζον Χάρτφιλντ, μ' έναν ποδοσφαιριστή με μια γιγαντιαία μπάλα, όχι στα πόδια του, αλλά στη θέση του κεφαλιού του! Τι κι αν σ' όλη τη διάρκεια του περασμένου αιώνα, η Παγκόσμια Ποδοσφαιρική Ομονσπονδία δεν προώθησε ιδιαίτερα το άθλημα μέσω της τέχνης; Ποτέ δεν έλειψαν εκείνοι που θέλησαν ν' αναμετρηθούν εικαστικά μαζί του, είτε τονίζοντας τη μεταπολεμική έκρηξη της δημοτικότητάς του, είτε σχολιάζοντας τα φαινόμενα βίας και χουλιγκανισμού που προέκυψαν αργότερα.

Ο διάλογος μεταξύ τέχνης και ποδοσφαίρου αποτελεί ένα από τα βασικά κεφάλαια του τόμου «Εκατό χρόνια ποδόσφαιρο» που δημοσιεύτηκε το 2004 υπό την αιγίδα της FIFA (εκδ. Weidenfeld & Nicolson). Και μεταξύ των έργων που παρουσιάζονται στις σελίδες του, πέρα απ' αυτά που αναφέρθηκαν πιο πάνω, υπάρχει και το «Πηγαίνοντας στο ματς» του Βρετανού Λ.Σ. Λόουρι (1953) που αγοράστηκε πριν λίγα χρόνια από την Ενωση Επαγγελματιών Ποδοσφαιριστών της Βρετανίας έναντι δύο εκατομμυρίων λιρών!

Το διάστημα ωστόσο που ο Λόουρι «κένταγε» στον καμβά του πλήθη φιλάθλων που έσπευδαν στο γήπεδο, ο ρωσικής καταγωγής Νικολά ντε Σταλ, εμπνευσμένος από τον πυρετό και τα ακροβατικά των παιχτών στον χλοοτάπητα σε ματς του 1952 μεταξύ Σουηδίας και Γαλλίας στο Παρκ ντε Πρενς του Παρισιού, έδινε τους δικούς του «Ποδοσφαριστές» σ' έναν τεράστιο πίνακα, που σύντομα συμπληρώθηκε από 24 ακόμη ανάλογα έργα. Δημοφιλέστατη όπως αποδείχτηκε συλλογή, με ιμπρεσιονιστικές καταβολές, που εκτέθηκε ξανά στο Μπομπούρ το 2003.

Η σταδιακή μεταμόρφωση του ποδοσφαίρου σε βιομηχανία κέρδους από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο κι έπειτα, άνοιξε επιπλέον «πόρτες» στους καλλιτέχνες, όπως αυτές της διαφήμισης και της αφίσας. Ανάμεσα δε σ' εκείνους που υπέγραψαν αφίσες με αφορμή παγκόσμια ποδοσφαιρικά πρωταθλήματα ήταν κι ο Χουάν Μιρό για εκείνο της Βαρκελώνης του 1982. Ενώ όμως από τον χώρο των εικαστικών προέκυψαν αρκετά αξιόλογα έργα, η σοδειά από αυτόν της αποκαλούμενης «υψηλής» λογοτεχνίας είναι μάλλον περιορισμένη. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες, ο σημαντικότερος συγγραφέας της Αργεντινής, όπου το ποδόσφαιρο μιλάει στις καρδιές και των διανοουμένων, είχε εκφράσει ανοιχτά τη δυσφορία του για το σπόρ. Και παραμονές του Μουντιάλ που θα φιλοξενούσε η χώρα του το 1978, δήλωνε έτοιμος να την εγκαταλείψει μέχρι να... καταλαγιάσει η τρέλα.

Οπως ωστόσο επεσήμανε ο Μονταλμπάν στο «Ποδόσφαιρο. Μια θρησκεία σε αναζήτηση θεού» (εκδ. Μεταίχμιο), «με τον ίδιο τρόπο που χώρες όπως η Βραζιλία και η Αργεντινή εξάγουν ποδοσφαιριστές σ' όλον τον κόσμο, εξάγεται και το ποδοσφαιρικό έπος συγγραφέων όπως ο Εντουάρντο Γκαλεάνο και ο Οσβάλτο Σοριάνο». Σύμφωνα με τον πολυβραβευμένο ισπανό δημιουργό, ο Ουρουγουανός Γκαλεάνο («Τα χίλια πρόσωπα του ποδοσφαίρου», εκδ. Ελληνικά Γράμματα) και ο αργεντίνος συνάδελφός του μίλησαν για το λαϊκό αυτό άθλημα με μια απλότητα που λείπει από τους ευρωπαίους συγγραφείς, που είτε το περιφρόνησαν είτε το δαιμονοποίησαν. Η αλήθεια ωστόσο είναι πως, τις τελευταίες τουλάχιστον δεκαετίες, τα πιο ανάρπαστα μυθιστορήματα που γράφτηκαν για το ποδόσφαιρο, χωρίς να στερηθούν και τα κριτικά εύσημα, Βρετανοί τα υπογράφουν.

Το 1992, ο Νικ Χόρνμπι με το αυτοβιογραφικό «Ο πυρετός της μπάλας» (εκδ. Ελληνικά Γράμματα), εξιστορώντας την καθημερινότητα ενός παθιασμένου οπαδού της Αρσεναλ όπως αυτός, όχι μόνο απενοχοποίησε τους αστούς συμπατριώτες του που καταπίεζαν μέσα τους το ίδιο πάθος, αλλά έδωσε φωνή και σε μια ολόκληρη γενιά αρσενικών -θύματα της εποχής του μεταφεμινισμού. Τη σκυτάλη πήρε το 1996 ο Τζον Κινγκ με το «Εργοστάσιο ποδοσφαίρου» (εκδ. Οξύ), όπου μέσα από τον μονόλογο ενός καθωσπρέπει εξωτερικά μικροαστού, φανατικού της Τσέλσι, εξευρευνά τις σκοτεινές όψεις του χουλιγκανισμού. Ενώ πιο πρόσφατα, το 2006, ο Ντέιβιντ Πις με την «Καταραμένη ομάδα» (εκδ. Τόπος), στο επίκεντρο της οποίας βρίσκεται ο εκκεντρικός προπονητής Μπράιαν Κλαφ, μίλησε γιά τη διαφθορά, την εξαγορά των συνειδήσεων και τις ταξικές συγκρούσεις που συνοδεύουν το άθλημα, σ' ένα μυθιστόρημα που, κατά την «Γκάρντιαν», «έχει τη μεγαλοπρέπεια μιας ταινίας του Σέρτζιο Λεόνε».

Το ποδόσφαιρο έδωσε υλικό και σε σκηνοθέτες, έστω και ως φόντο, αλλά καμιά σχετική ταινία δεν συμπεριλαμβάνεται στον κατάλογο του Αμερικανικού Κινηματογραφικού Ινστιτούτου με τα σημαντικότερα φιλμ του 20ού αιώνα. Η αίσθηση που επικρατεί διεθνώς στους κόλπους των ποδοσφαιρόφιλων είναι ότι στη μεγάλη οθόνη είτε εμφανίζονται παίχτες που αδυνατούν να μπουν στο πετσί του ρόλου τους, είτε ηθοποιοί που αδυνατούν να παίξουν μπάλα πειστικά. Ενώ και στα μέρη μας, το μυθιστόρημα του Μένη Κουμανταρέα «Η φανέλα με το εννιά» (εκδ. Κέδρος) γνώρισε μεγαλύτερη καλλιτεχνική επιτυχία απ' ό,τι η ομώνυμη ταινία του Παντελή Βούλγαρη, με πρωταγωνιστή τον Στράτο Τζώρτζογλου.

Οπως ομολογούσε σε συνέντευξή του στο «7» πέρσι ο Ερίκ Καντονά, πρωταγωνιστής του «Αναζητώντας τον Ερίκ» του Κεν Λόουτς, «δεν έχω δει μια πράγματι καλή ταινία για το ποδόσφαιρο. Είναι δύσκολο να δώσεις τη ζωντάνια και τον αυθορμητισμό που υπάρχει στο γήπεδο. Για φαντάσου τον Σιλβέστερ Σταλόνε σ' εκείνη την ταινία που έκανε τον ποδοσφαιριστή. Μόνο αν έχεις χιούμορ το δέχεσαι...».

Κορίτσια στη σέντρα

Ο μεγάλος μπαλαδόρος αναφερόταν στην «Απόδραση των 11» του Τζον Χιούστον (1981), όπου πλάι στους Μάικλ Κέιν και Μαξ φον Σίντοφ εμφανιζόταν κι ο Πελέ, κι όπου ένας αγώνας μεταξύ Γερμανών και αιχμαλώτων σ' ένα ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης χρησιμοποιούνταν από τους τελευταίους ως προκάλυμμα για τη σχεδιαζόμενη δραπέτευσή τους. Δυό δεκαετίες αργότερα, πάντως, η -γι' άλλους χοντροκομμένη και γι' άλλους απολαυστικότατη- κωμωδία «Κάν' το όπως ο Μπέκαμ» της Γκουρίνερ Τσάντα, έσπαζε ταμεία κι όχι επειδή έκανε σ' αυτήν ένα φευγαλέο πέρασμα ο διάσημος ποδοσφαιριστής: το πάθος για την μπάλα που τρέφει μια ινδικής καταγωγής νεαρή Λονδρέζα, δίνει αφορμή για να εξερευνηθεί η σύγκρουση ανάμεσα σε δυο διαφορετικούς πολιτισμούς, των παραδοσιακών αξιών και του μοντέρνου τρόπου ζωής.

Κορίτσια παθιασμένα με το ποδόσφαιρο πρωταγωνιστούν, όμως, και στο εξαιρετικό «Οφ σάιντ» του Τζαφάρ Παναχί. Ο ιρανός σκηνοθέτης, που στα νιάτα του πρέπει να ένιωθε συχνά την ...«Αγωνία του τερματοφύλακα πριν από το πέναλτι» (για να θυμηθούμε και την παλιά εκείνη ταινία του Βέντερς, από το ομώνυμο, αλληγορικό αφήγημα του Πέτερ Χάντκε), παίρνει εδώ αφορμή από τον αγώνα ανάμεσα στο Ιράν και το Μπαχρέιν κατά το προηγούμενο Μουντιάλ. Κι εστιάζοντας την κάμερα σε γυναίκες που μεταμφιέζονται σε άντρες προκειμένου να τους επιτραπεί η είσοδος στο γήπεδο, καταγγέλλει με τόλμη την υποτιμητική μεταχείριση και τον αποκλεισμό που υφίσταται το δεύτερο φύλο στην πατρίδα του. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Εικαστικά
Ποδόσφαιρο
Κινηματογράφος
Λογοτεχνία
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Μουσική
Τζαζ και λαϊκή παράδοση
Οι αγαπημένοι των djs
Βγείτε στο «Προαύλιο»
Η πρώτη των Aerosmith
Ανθρωποι-ορχήστρα
Ντοκουμέντο
Η άγνωστη όπερα του Μάνου
Θερινό σινεμά
Σάμαλι τέλος, τώρα μοχίτο
Προσφορά «Κ.Ε.»
Αγωνία διά χειρός Χίτσκοκ
Ντοκιμαντέρ
Ενας Ελληνας στο Πράσινο Ακρωτήρι
Θέατρο
«Moroloja» της Τροίας
Ιστορίες εκτός ορίων
Δίψα για εξουσία
Μουσείο Περιβάλλοντος
Ενα μουσείο για τη Στυμφαλία
Έκθεση
Φωτογραφίζοντας ερήμην
«Οδός Πανός»
Αφιερωμένα εξαιρετικά
Το ποδόσφαιρο στην τέχνη
Η τέχνη παίζει μπάλα
Βιβλίο
Ταξίδι στην ενηλικίωση
Η σκοτεινή Ευρώπη
Το χάρισμα που έγινε εφιάλτης
Το τάνγκο της βαρβαρότητας