Έντυπη Έκδοση

Εμμισθη αυτοκτονία

Δημήτρης Σωτάκης

Το θαύμα της αναπνοής

εκδόσεις Κέδρος, σ. 216, 14 ευρώ

Ακατάλληλος για ευτυχία, ο ήρωας στο πρόσφατο μυθιστόρημα του Δημήτρη Σωτάκη. Εν τω μέσω ενός πανηγυριού, ένας άνδρας ανεβασμένος σε εξέδρα, μέλος ενός παράξενου θιάσου, επιτίθεται στη μοναδική στιγμή ευφορίας του στο βιβλίο, με τη μονότονη επανάληψη μιας εξαγγελίας, απροσδιόριστα απειλητικής: «Η ψυχή, μην παίζετε μ' αυτά τα πράγματα». Παραίνεση που δυστυχώς εκείνος δεν έλαβε υπόψη του, με αποτέλεσμα να συνθλίψει τον ψυχισμό του κάτω από ένα σωρό ξεψυχισμένων ελπίδων. Οταν πια η ψυχή του βρίσκεται στα τελευταία της, κατασπαραγμένη από τη μάταιη αναμονή μιας ουτοπίας, ένας άλλος άνδρας, μέλος μυστικού θιάσου, του μεταφέρει, υπό τη μορφή παραίσθησης, ένα μήνυμα άφατης φιλευσπλαχνίας. Αυτός ο αγγελιαφόρος του μυαλού του αίρει την απόγνωσή του, αποκαλύπτοντάς του πως η ζωή που τόσο τον απελπίζει δεν είναι παρά μια πρόβα. Στην «επίσημη ζωή» τα λάθη, οι ενοχές, οι αποτυχίες, οι απογοητεύσεις θα σβηστούν από την εμπειρία της επανάληψης. Σε αυτή την άριστα ενορχηστρωμένη ζωή δεν θα υπάρχει περιθώριο για «σαχλές φροντίδες και ανούσιες σκέψεις». Οι δυστυχισμένες ημέρες που έφυγαν, «σύντομα θα επέστρεφαν ντυμένες με τα καλά τους». Τη δεύτερη φορά, χάρη στην προετοιμασία της πρόβας, η επιτυχής, οπωσδήποτε, υπόδυση του ρόλου θα φανέρωνε τον «ιδανικό εαυτό». Μόνον υπομονή χρειάζεται μέχρι τη λήξη της πρόβας και το τράβηγμα της αυλαίας που θα καλωσορίσει μια ζωή «αψεγάδιαστη». Βέβαια, ο Σωτάκης δεν αφήνει τον ήρωά του να περιμένει για πολύ. Σύντομα ένας φασματικός σκηνοθέτης πληροφορεί τον ατυχή ηθοποιό για τη ματαίωση της παράστασης. Τα στραβοπατήματα της υποτιθέμενης δοκιμής, στραβοπατήματα που βιάστηκε να αθωώσει με «το άλλοθι του πρωτάρη», είναι αυτά ακριβώς που θα τον οδηγήσουν στον τάφο.

Οι οκτώ σελίδες υπό τον τίτλο «Πρόβα» που παρεμβάλλονται στην αφήγηση, συνιστούν αναμφίλεκτα το πιο ουσιαστικό μέρος του μυθιστορήματος, στο μέτρο που συνοψίζουν τον προβληματισμό του συγγραφέα με την ευθυβολία και την πυκνότητα του παραβολικού λόγου. Σε αυτή την αλληγορική, τρόπον τινά, διαθήκη ή, αλλιώς, ομολογία μιας συντριπτικής διάψευσης, υπογεγραμμένη από τον αφηγητή λίγο πριν από την ύστατη ανάσα, το βαρύτιμο κληροδότημα εντοπίζεται στην υπόμνηση της επικινδυνότητας των επιθυμιών. Η νάρκωση της θλίψης με βραδυκίνητα όνειρα μπορεί να αποδειχθεί η συντομότερη οδός για την ανέκκλητη νέκρωση. Καταπλακωμένος από έναν σωρό πανέμορφων επίπλων, έναν τερατώδη όγκο που τον ακρωτηριάζει σταδιακά από καθετί ανθρώπινο, ο ήρωας, δεσμώτης του σπιτιού του, αίφνης σαρκοβόρου, διαπιστώνει πως ακόμη και μια καλαίσθητη ως προς τα επιμέρους σκηνογραφία μπορεί κάλλιστα να αναπαραστήσει την κόλαση. Για τον ανώνυμο πρωταγωνιστή του βιβλίου την πύλη της κόλασης ανοίγει η απαντοχή της ευτυχίας, μεταφρασμένης σε ευπορία. Ενας εργοδότης, ύποπτα γενναιόδωρος, προτίθεται να χρηματοδοτήσει τις ονειροπολήσεις του με αντάλλαγμα τα τετραγωνικά του διαμερίσματός του. Από την ανεκτικότητά του στη μεταμόρφωση του σπιτιού του σε αποθήκη επίπλων θα κριθεί και η παχυλότητα της αμοιβής του. Μόνο που το συμβόλαιο απαιτεί από τον εργαζόμενο να παραμείνει ένοικος αυτού του χώρου που αναπόφευκτα ολοένα θα συστέλλεται. Ομως τι είναι μια μικρή αναστάτωση, όταν σου προσφέρεται κάτι τόσο ασύλληπτο όσο το μέλλον; Ωστόσο αυτό που στην αρχή μοιάζει απλώς με ακαταστασία, μετατρέπεται σε αργόσυρτη ασφυξία, με απόληξη τον εγκλωβισμό σε ένα φέρετρο, από ξύλο, όμως, απαράμιλλης φινέτσας. Ελάχιστη υποχρέωση του εργαζομένου, η περιστολή της κατανάλωσης οξυγόνου. Μια αυτοκτονία επ' αμοιβή.

Ο Σωτάκης αποτυπώνει προσφυώς τα εξελικτικά στάδια της ιδιότυπης εκφυλιστικής νόσου του ήρωά του, αρχίζοντας από τον παροπλισμό του σώματος, απότοκο της αναγκαστικής ακινησίας, προχωρώντας στη συρρίκνωση της ύπαρξης σε συγκεκριμένα βιολογικά χαρακτηριστικά, παρεμποδισμένα και αυτά, για να καταλήξει στον ηθικό και διανοητικό θάνατο και την αποπροσωποποίηση, μέχρι την τελική εκπνοή. Η χειρότερη έκφανση αυτής της αρρώστιας, που θα ήταν δυνατόν να βαφτιστεί ψυχαναγκασμός της αναμονής, δεν είναι η απελπισία, αλλά, αντιθέτως, η εξάλειψή της. Οσο ο ήρωας φοβάται και αγωνιά, η ανθρώπινη υπόστασή του αντιστέκεται ακόμα στη συντριβή της. Οταν, όμως, φύγει ο φόβος, θα πάρει μαζί του και την ελπίδα, τόσο ακριβά εξαγορασμένη. Εκείνος που δεν φοβάται, φαίνεται να υπαινίσσεται ο συγγραφέας, είναι εκείνος που δεν επιθυμεί. Η απώλεια κάθε επιθυμίας δεν ισοδυναμεί μόνο με την απόλυτη ελευθερία, αλλά και με την αμεριμνησία ενός πτώματος. Αλλωστε μόνον έναν νεκρό δεν θα πείραζε να βλέπει διαρκώς τη ζωή ανάσκελα. Οταν ο μικρόκοσμος του ήρωα γίνεται τόσο μικρός όσο οι διαστάσεις μιας κουβέρτας, όταν ακόμη και η πιο επίμοχθη κίνηση δεν μπορεί να τον πάει πουθενά, τότε αισιοδοξία ίσον ματαιοπονία.

«Τώρα, η αδύναμη σάρκα μου ηττούνταν πανηγυρικά από έναν αόρατο αντίπαλο, ζούσε εκεί, στο χείλος της αστείας μου κουβέρτας, μπορούσα να τον διακρίνω καθαρά, ένας άυλος δαίμονας που τρόχιζε τα κοφτερά του δόντια σε κάθε απρόσεχτη κίνησή μου. Δεν αισθανόμουν κανέναν φόβο».

Επακόλουθο της σωματικής εκμηδένισης και της ηθικής ακαμψίας, το αβυσσαλέο ρήγμα που ανοίγεται ανάμεσα στον ίδιο και στον κόσμο. Μολονότι οι απολαβές από την ιδιόρρυθμη εργασία του υπόσχονταν αρχικά την πρόσδεσή του στον κοινωνικό ιστό, από τον οποίο θεωρούσε ότι τον είχε αποπέμψει η οικονομική δυσπραγία, είναι οι απολαβές αυτές που περισφίγγουν την απομόνωσή του. Οσο οι άνθρωποι της εταιρείας επαναλαμβάνουν, σαν άλλες σειρήνες που θέλουν να τον καταποντίσουν σε έναν «ξύλινο βυθό», ότι τα χρήματα κατατέθηκαν στον λογαριασμό του, ο υπάλληλος με τα καφκικά γονίδια μπορεί να αισθάνεται πεπεισμένος για την καλοσύνη της τύχης. Η μοναξιά ως δεινό είναι πολύ λίγη για να σκιάσει την ενατένιση ενός φωτόλουστου μέλλοντος. Διαψεύδοντας, ωστόσο, τον Σαρτρ, η αποκοπή του ήρωα από τους άλλους γίνεται το κολαστήριό του. Στο ελάχιστο σύμπαν του, με γεωγραφικές συντεταγμένες την κουβέρτα, ένα μαξιλάρι, ένα μέρος του ταβανιού και μια αξιοθρήνητη προσωπογραφία, δώρο φίλου καλλιτέχνη, ενδεχομένως σαδιστή, που διείδε σε αυτό το δολοφονικό χάος μια πρόκληση της αισθητικής, χωράει μόνον ο εγωτισμός. Το εγώ του ήρωα πάσχει τόσο βαθιά που αφανίζει ό,τι το περιβάλλει. Ο έξω κόσμος περισσεύει από το άγχος του. Ωστόσο, το χαμένο στοίχημα του εγώ με τον Αλλο οδηγεί νομοτελειακά στην ανυπαρξία. Η κατεστραμμένη από την εγωπάθεια όραση του ήρωα ερεθίζεται μόνον από τη μνήμη, μνήμη αγκυλωμένη στη μητέρα του που ψυχομαχεί στην Εντατική. Πολύ ενδιαφέρουσα η αντιστοιχία ανάμεσα σε μητέρα και γιο. Οπως εκείνη έδωσε ζωή σε ένα πλάσμα κατώτερο των απωθημένων της, εκείνος σε μία από τις ζοφερότερες παραισθήσεις του γεννά αδιάκοπα κούκλες, σπαργανωμένες με κουρέλια βουτηγμένα στο αίμα. Μια αυτοαναπαραγόμενη τερατογονία στη μέση του σαλονιού, ένας ομαδικός τάφος πλαστικών λειψάνων. Η αποκαρδιωτική αντανάκλαση του γιου στο αταλάντευτα επιτιμητικό βλέμμα της μητέρας ερμηνεύει εμμέσως την τυραννική του ανάγκη για δικαίωση. Αν αυτή η δεύτερη ζωή τελικά του προσφερόταν, η μητέρα του θα μπορούσε να λέει «ότι έχει έναν γιο όπως τον ήθελε». Αν ο ίδιος λαχταρά να σταθεί «στο ύψος του ανθρώπου» που πάντα επιθυμούσε να είναι, είναι διότι προσδοκά όσο τίποτα να της αποσπάσει ένα νεύμα κατάνευσης.

Ο Σωτάκης μέσα από την έξοχη σύλληψή του επανέρχεται στο προεξάρχον μοτίβο των προηγούμενων βιβλίων του, στη χρεοκοπία της ζωής από απαξίες με ανυπολόγιστο κόστος. Εδώ το στοιχείο του άλογου και του αλλόκοτου, σταθερό στο συγγραφικό του οπλοστάσιο, υποχωρεί για να ενισχυθεί το ρεαλιστικό επίστρωμα της ιστορίας, εκείνο που την καθιστά ιδιαζόντως εκφοβιστική, επειδή ακριβώς μοιάζει ανησυχητικά αληθινή, σχεδόν πιθανή. Η ασυνήθιστη συμφορά του ήρωα δεν εκκινεί παρά από μια εξαιρετικά κοινότοπη συμπτωματολογία, την αυτοκαταστροφική αδηφαγία, την ιδεοληψία της ευτυχίας, τη βουλιμία της κατοχής, τη διακαή ανάγκη της ασφάλειας, την αγχόνη του ευδαιμονισμού, εν ολίγοις προκύπτει από τη συνέργεια όλων εκείνων των εφήμερων αντίδοτων του φόβου που δηλητηριάζουν τη στιγμή, το κρισιμότερο διακύβευμα μιας ύπαρξης. Το «τώρα» θυσιάζεται για ένα παραδείσιο «μετά», θυσία ανώφελη, όμως, καθώς δεν αφήνει υπόλοιπο ζωής. Ερμαιο μιας αναπηρίας «που εγκαταστάθηκε ύπουλα και σιωπηρά στο βάθος του κορμιού» του, «αποκομμένος από οτιδήποτε ανθρώπινο», μεταλλαγμένος «σε έναν δειλό παρατηρητή» της ίδιας του της αποσύνθεσης, ένας «μάρτυρας της ντροπής», ο ήρωας του Σωτάκη δεν διαθέτει στο τέλος ούτε την αντοχή για την παραμικρή προσμονή. Απόγειο της εξαθλίωσής του, η ευγνωμοσύνη του για την προνομιακή εργασιακή συνθήκη που τον σκοτώνει, όχι όμως πριν του διδάξει ότι ο χειρότερος εφιάλτης ενός ανθρώπινου όντος είναι η αγωνία της αναπνοής. Η αβεβαιότητα του μέλλοντος δεν μπορεί ποτέ να φοβίσει τόσο όσο η αβεβαιότητα της επόμενης εισπνοής. Φαίνεται πως το θαύμα της ζωής δεν φανερώνεται σε όλο του το μεγαλείο, νωρίτερα από τη στιγμή του θανάτου.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Ενας ωραίος τρελός
Ο μοιραίος κλοιός που απαιτεί θάρρος και τόλμη
Κοινωνικές ιεραρχίες και φυλετικές αναμείξεις
Η σχέση ενός επτάχρονου με την απαγωγέα του
Θα μάθουμε την αλήθεια για το ΄21;
Επαναστατικές παραδόσεις
Από την Κυψέλη στο Τάβιστοκ
Απόμακρος από την ποιητική τύρβη
Ορφανές στιγμές του Ταμπούκι
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Ενας ωραίος τρελός
Ο μοιραίος κλοιός που απαιτεί θάρρος και τόλμη
Κοινωνικές ιεραρχίες και φυλετικές αναμείξεις
Η σχέση ενός επτάχρονου με την απαγωγέα του
Εμμισθη αυτοκτονία
Θα μάθουμε την αλήθεια για το ΄21;
Επαναστατικές παραδόσεις
Από την Κυψέλη στο Τάβιστοκ
Απόμακρος από την ποιητική τύρβη
Ορφανές στιγμές του Ταμπούκι
Διήγημα
HERMANN HESSE: Η μη καπνίστρια
Από τις 4:00 στις 6:00
Τραγούδια ...με συνέχεια
Μια μουσική ιδιοφυΐα
Ποίηση
Ο ποιητής που χρωμάτισε την Πρέβεζα
Άλλες ειδήσεις
Τρόπος κυριακάτικου απογεύματος στην Κω
Ηλεκτρονική μετάφραση
Συνταγές μαγειρικής για γυναίκες συγγραφείς