Έντυπη Έκδοση

ΔΙΗΓΗΜΑ

HERMANN HESSE: Η μη καπνίστρια

Μετάφραση: Φούλα Λαμπελέ

Στα παλιά βαγόνια της σιδηροδρομικής γραμμής του Αγίου Γκοτάρδου -τα οποία παρεμπιπτόντως δεν αποτελούν τα άκρον άωτον της ανέσεως- υπάρχει μια συμπαθητική ιδιαιτερότητα που αξίζει, κατά τη γνώμη μου, να βρει μιμητές, αυτά που το ένα μισό τους προορίζεται για τους καπνιστές και το άλλο για τους μη καπνιστές, δεν χωρίζονται με ξύλινες, αλλά με γυάλινες πόρτες.

Ετσι αν κάποιος θέλει ν' αφήσει τη γυναίκα του ένα τεταρτάκι για να καπνίσει, μπορεί να τη βλέπει πού και πού και να της γνέφει, όπως κι αυτή εκείνον. Σ' ένα τέτοιο βαγόνι ταξίδευα κάποτε μαζί με τον φίλο μου τον Οτμαρ, σε μια κατάσταση υπερδιέγερσης που χαρακτηρίζει τα νιάτα όταν ξεκινούν για διακοπές και διασχίζουν το περίφημο τούνελ πηγαίνοντας στην Ιταλία.

Από τις απόκρημνες βουνοπλαγιές έρρεε λιωμένο χιόνι και έπεφτε ανάμεσα στους στύλους των γεφυριών αφρίζοντας αστραφτερά. Οι χαράδρες γέμιζαν απ' τον καπνό του τρένου, κι αν κοίταζες ψηλά ακουμπώντας τη ράχη σου στο παράθυρο, έβλεπες μικρές λουρίδες ψυχρού γαλάζιου ουρανού ανάμεσα από τους γκρίζους βράχους και τις χιονισμένες εκτάσεις.

Ο φίλος μου καθόταν με την πλάτη στο χώρισμα, εγώ από την αντίθετη πλευρά και μπορούσα να βλέπω τους μη καπνιστές μέσα απ' το τζάμι. Και οι δύο καπνίζαμε τα στενόμακρα πούρα του Μπρισάγκο και πίναμε απευθείας απ' το μπουκάλι το ωραίο κρασί της Υβόρνι (πουλιέται ακόμα και σήμερα στον Σταθμό του Γκοέσενεν* και δεν παραλείπω ποτέ ν' αγοράσω όταν κατεβαίνω στο Τεσίνο). Δεν σκεφτόμασταν παρά πώς να περάσουμε καλά, και οι δυο μαζί ή ο καθένας χώρια, όπως θα το 'φερνε η τύχη και το κέφι μας. Λεφτά είχαμε στις τσέπες και ο καιρός, περίφημος.

Και ξαφνικά ξεπρόβαλε το Τεσίνο, εκθαμβωτικό με τους κοκκινωπούς βράχους και τα κάτασπρα βουνίσια χωριά, αντίκρυ από τις μαβιές σκιές τους. Είχαμε βγει απ' το τούνελ νιώθοντας ακόμα τις ρόδες του τρένου να γυρίζουν κατηφορικά, και δεν χορταίναμε να δείχνουμε ο ένας στον άλλο τις βουνοκορφές που έμοιαζαν συμπιεσμένες όταν τις κοίταζες από κάτω προς τα πάνω, τους καταρράκτες, τα καμπαναριά, τα χωριάτικα σπίτια με τις πέργκολες -ήδη σπίτια του Νότου ανοιχτόχρωμα και χαρούμενα- και τις πινακίδες που υποδείκνυαν ιταλικές τρατορίες. Στο αναμεταξύ όμως συχνοκοίταζα και το άλλο μισό του βαγονιού που βρίσκονταν οι μη καπνιστές. Κατευθείαν απέναντί μου καθόταν μια τριμελής συντροφιά· ένα πολύ νέο ζευγάρι κι ένας πιο ηλικιωμένος συμπαθητικός κύριος, φίλος τους ή θείος ή απλώς γνωριμία του ταξιδιού. Μάλλον βόρειοι Γερμανοί, όπως τους έκρινα. Ο νέος, που δεν μάντευα αν ήταν σύζυγος ή συγγενής του κοριτσιού, κρατούσε μια στάση εξασκημένης αυτοκυριαρχίας και αντικειμενικότητας απέναντι σ' αυτά που έβλεπε και άκουγε. Η προσωποποίηση, θα 'λεγες, νεαρού υπαλλήλου, απ' αυτούς στους οποίους χρωστάει την άνθησή της η σημερινή Γερμανία - αν ερμήνευα σωστά την έκφραση του προσώπου του. Αντιθέτως ο φίλος ή θείος φαινόταν άκακος και λίγο απλοϊκός, γεμάτος όμως μ' εκείνο το χιούμορ που είχε τη γεύση μιας άλλης εποχής.

Ηταν ενδιαφέρον να βλέπεις τους δύο δίπλα δίπλα και να τους συγκρίνεις: ο ευχάριστος θείος αντιπροσώπευε μια εποχή και τους ανθρώπους της, που έφυγαν μ' ένα αποχαιρετιστήριο χαμόγελο όλο στωικότητα και ήρεμο κέφι.

Ο άλλος, τη νέα γενιά που ερχόταν με κρύα, συνειδητή ενεργητικότητα και ευγενική ασυγκινησία, εστιασμένες σ' έναν σταθερό σκοπό. Ναι, ήταν ενδιαφέρον και μ' έβαλε σε σκέψεις πολλές φορές. Παρ' όλ' αυτά τα μάτια μου δεν ξεκολλούσαν από την κοπέλα κάθε φορά που έριχνα απέναντι ματιές.

Μου έδινε την εντύπωση μιας σχεδόν αψεγάδιαστης ομορφιάς: σ' ένα κατακάθαρο, πολύ νέο πρόσωπο έλαμπε ανοιχτοκόκκινο ένα όμορφο, σαν παιδικό στόμα, και πάνω στο τρυφερό, λευκό δέρμα, τα μεγάλα βαθυγάλανα μάτια με τα μακριά, μαύρα τσίνορα και τα σκούρα φρύδια χάριζαν μια σπάνια χάρη.

Ηταν χωρίς αμφιβολία πολύ όμορφη.

Ντυμένη με γούστο, είχε σκεπασμένα τα σκούρα μαλλιά της μ' ένα λεπτό, άσπρο σάλι για να τα προστατεύσει απ' τη σκόνη όταν φτάσαμε στο Γκόεσενεν και κάθε φορά που κρυφοκοίταζα αυτό το χαριτωμένο κοριτσίστικο πρόσωπο, η ευχαρίστησή μου μεγάλωνε μαζί με κάποια οικειότητα.

Φαίνεται πως είχε προσέξει τον θαυμασμό μου με ικανοποίηση, τουλάχιστον δεν προσπάθησε ν' αποφύγει τα βλέμματά μου, πράγμα που θα μπορούσε να κάνει εύκολα, γέρνοντας λίγο το κεφάλι προς τα πίσω ή αλλάζοντας θέση με τον συνοδό της. Αυτόν τον πιθανώς σύζυγο, δεν τον κοίταζα συχνά αλλά κάθε φορά που περνούσε απ' τον νου μου μ' ενοχλούσε. Γιατί μπορεί να είχε εξυπνάδα και φιλοδοξίες, αλλά όπως και να το κάνεις, ήταν ένας άψυχος καραγκιόζης που δεν του άξιζε μια τέτοια γυναίκα με τίποτα.

Λίγο πριν φτάσουμε στην Μπελιντζόνα ο φίλος μου Οτμαρ άρχισε να παίρνει είδηση πως του έδινα αφηρημένες απαντήσεις, και τα μάτια μου ακολουθούσαν με το ζόρι το δάχτυλό του που έδειχνε τις ομορφιές της φύσης. Ψυλλιάστηκε λοιπόν και σηκώθηκε να δει τι βλέπω απ' την άλλη πλευρά. Ετσι ανακάλυψε την ωραία μη καπνίστρια, κάθισε στο μπράτσο του καναπέ και βάλθηκε να την κοιτάζει κι εκείνος μ' επιμονή.

Δεν έκανε κανένα σχόλιο, κατέβασε μόνο μούτρα σαν να τον είχα προδώσει, και μόνο όταν φτάσαμε στο Λουγκάνο άνοιξε το στόμα του.

«Και από πότε, να 'χουμε καλό ρώτημα, βρίσκεται αυτή η παρέα στο βαγόνι;», μας ρώτησε.

«Από το Φλίελεν, νομίζω», είπα, κι αυτό ήταν εν μέρει ψέμα, αφού θυμόμουν πολύ καλά ότι τους είδα ν' ανεβαίνουν στο Φλίελεν. Ο Οτμαρ μου γύρισε την πλάτη, και ενώ ήταν τόσο άβολο, στραβολαίμιασε και αφοσιώθηκε στο κοίταγμα της ωραίας, χωρίς να μου δίνει σημασία.

«Θα πας μέχρι το Μιλάνο;», με ρώτησε ύστερα από μακριά σιωπή.

«Δεν ξέρω. Το ίδιο μου κάνει».

Συνεχίσαμε τη μουγκαμάρα και τη λατρεία της όμορφης, αρχίζοντας σιγά σιγά να σκεφτόμαστε πως ήταν μπελάς να ταξιδεύεις με παρέα. Είχαμε βέβαια συμφωνήσει ν' αφήσουμε στον άλλο απόλυτη ελευθερία να κάνει αδίσταχτα ό,τι τραβούσε η ψυχή του, όμως τώρα νιώθαμε στριμωγμένοι και καταπιεσμένοι. Αν ήμασταν μόνοι, ο καθένας μας θα είχε πετάξει το πούρο του απ' το παράθυρο, θα έστριβε το μουστάκι του, κι αφού αεριζόταν λίγο για να φύγει η τσιγαρίλα, θα μετακόμιζε στους μη καπνιστές. Τώρα όμως, εκτός που δεν μπορούσαμε να το κάνουμε, δεν μπορούσαμε ούτε να το ομολογήσουμε στον άλλον, ούτε να μη θυμώνουμε μέσα μας που μας χαλούσε την ευχαρίστηση. Στο τέλος βαρέθηκα, και επειδή είμαι φιλήσυχος άνθρωπος ξανάναψα το σβησμένο πούρο μου και είπα μ' ένα υποκριτικό χασμουρητό.

«Θα κατεβώ στο Κόμο. Με κούρασε αυτή η ατελείωτη διαδρομή».

Χαμογέλασε φιλικά.

«Αλήθεια; Εγώ είμαι μια χαρά, μόνο λίγο νυσταγμένος απ' το κρασί. Αυτά τα κρασιά της δυτικής Ελβετίας πίνονται σαν νερό, αλλά σε χτυπούν στο κεφάλι. Μη σε νοιάζει, θα ξαναβρεθούμε στο Μιλάνο».

«Σίγουρα. Από τώρα χαίρομαι όταν σκέφτομαι την Μπάρα και μια βραδιά στη Σκάλα με μουσική του Βέρντι».

Είχαμε ξαναρχίσει να μιλάμε και ο Οτμαρ ήταν πάλι τόσο ευχάριστος που σχεδόν μετάνιωσα που είπα πως θα μείνω στο Κόμο· γιατί να μείνω: σκέφτηκα, θα ξανανεβώ κρυφά σ' άλλο βαγόνι. Δικαίωμά μου δεν είναι;

Η κωμόπολη του Κόμο απλωνόταν νωχελικά στον απογευματινό ήλιο με τις τρελές γιγαντοαφίσες να γελάνε πάνω στο Μπρουνάτεμπεργκ καθώς το τρένο πήγαινε προς τον Σταθμό. Εδωσα το χέρι στον Οτμαρ, πήρα το σακίδιό μου και κατέβηκα. Απ' την ώρα που είχαμε περάσει τα σύνορα -λίγο πιο πριν δηλαδή- είχαμε μεταφερθεί σε ιταλικό βαγόνι που δεν είχε γυάλινη διαχωριστική παρειά και είχα χάσει τη θέα της ωραίας Βορειογερμανίδας. Καθώς όμως σκουντουφλούσα αναποφάσιστος πάνω στις γραμμές, βλέπω τον «θείο», την ωραία και τον «δικηγόρο» να καταφτάνουν φορτωμένοι με αποσκευές και να προσπαθούν με τα κουτσοϊταλικά τους να βρουν αχθοφόρο. Εσπευσα τρέχοντας σε βοήθειά τους, κι αφού βρέθηκε και αχθοφόρος και αμαξάκι, τους ξεπροβόδισα, σίγουρος πως θα τους ξαναέβλεπα, αφού είχα ακούσει το όνομα του ξενοδοχείου τους. Ο Οτμαρ δεν ήταν στο παράθυρο όταν πήγα να του γνέψω στην αναχώρηση του τρένου. Ε! Καλά να πάθει.

Ξεκίνησα κεφάτος για το Κόμο, νοίκιασα δωμάτιο, πλύθηκα και κατέβηκα στην πλατεία για ένα Βερμούτ. Θα ήθελα να ξαναδώ εκείνη την παρέα του τρένου, χωρίς όμως, να σκέφτομαι την περιπέτεια, αφού όπως είχα καταλάβει στον Σταθμό, το ζευγάρι ήταν πράγματι σύζυγοι, και το ενδιαφέρον μου για τη γυναίκα του μελλοντικού εισαγγελέα έγινε πια καθαρά αισθητικό, γιατί αναμφισβήτητα άξιζε το κοίταγμα. Καθαροντυμένος, φρεσκοξυρισμένος, με κίτρινο γαρύφαλλο στην μπουτονιέρα και το πρώτο ιταλικό τσιγάρο στο στόμα, πήρα μετά το δείπνο τον δρόμο για το ξενοδοχείο όπου έμεναν οι Γερμανοί.

Το εστιατόριο ήταν άδειο, οι πελάτες κάθονταν ή περπατούσαν στον πίσω κήπο με τα άσπρα, κόκκινα παρασόλια. Παιδιά ψάρευαν από μια κοντινή εξέδρα, μερικοί έπιναν καφέ σε μοναχικά τραπέζια και η ωραία με τον σύζυγο και τον θείο σουλατσάριζαν. Φαίνεται πως αυτή τουλάχιστον ερχόταν σ' αυτά τα μέρη για πρώτη φορά, γιατί ψηλάφιζε έκπληκτη τα σαρκώδη φύλλα μιας καμέλιας.

Και ξαφνικά ποιον βλέπω να περιδιαβαίνει πίσω τους και κόπηκε η ανάσα μου; Τον φίλο μου τον Οτμαρ! Ξεγλίστρησα με τρόπο και πήγα να ρωτήσω τον θυρωρό αν ο κύριος έμενε σ' αυτό το ξενοδοχείο. Ο κύριος έμενε. Είχε προφανώς κατεβεί απ' το τρένο ύστερα από μένα στα κρυφά, η προδοσία του όμως μου φαινόταν περισσότερο αστεία παρά οδυνηρή, γιατί από μέρους μου η γοητεία είχε τελειώσει. Δεν κάνει κανείς όνειρα για μια νεαρή γυναίκα που βρίσκεται στο ταξίδι του μέλιτος.

Εγκατέλειψα το πεδίο στον Οτμαρ και εξαφανίστηκα πριν με πάρει είδηση. Βγαίνοντας στον δρόμο έριξα ένα βλέμμα πάνω απ' τον φράκτη και τον είδα να της ρίχνει φλογερές ματιές. Κάποια στιγμή είδα και το δικό της πρόσωπο, αλλά τώρα που η ερωτική έλξη είχε χαθεί, τα χαρακτηριστικά της μου φάνηκαν ασήμαντα, και κενά. Είχαν χάσει τη γοητεία τους.

Το επόμενο πρωί, όταν πήγα στον Σταθμό για το Μιλάνο, ο Οτμαρ ήταν ήδη επί τόπου. Επαιρνε τη βαλίτσα του απ' τον αχθοφόρο και, σαν να μη συνέβαινε τίποτα, ανέβηκε πίσω από μένα στο βαγόνι.

«Καλημέρα», είπε ήσυχα.

«Καλημέρα», απάντησα!..., «απόψε παίζουν Αΐντα στη Σκάλα».

«Ναι. Το είδα».

Το τρένο ξεκινούσε και το Κόμο γλιστρούσε πίσω μας.

«Ξέρεις», άρχισα να λέω, «αυτή η γυναίκα, του δικηγόρου, είναι κάπως σαν ψεύτικη. Με απογοήτευσε. Δεν μπορείς να την πεις ωραία. Το πολύ πολύ νόστιμη».

Ο Οτμαρ κούνησε το κεφάλι.

«Δεν είναι δικηγόρος. Είναι έμπορος. Είναι και έφεδρος λοχαγός».

Και σε λίγο.

«Συμφωνώ. Είναι ασχημόφατσα. Εχει το χειρότερο ελάττωμα που μπορεί να χαλάσει και το ωραιότερο πρόσωπο: πάρα πολύ μικρό στόμα! Φρίκη! Το είδες; Οχι; Εγώ κάτι τέτοια τα προσέχω αμέσως».

«Είναι και λίγο κοκέτα», τον τσίγκλισα.

«Λίγο; Τι να σου πω! Ο μόνος που αξίζει απ' το τρίο είναι ο χαζοχαρούμενος θείος. Χθες δεν τη χαλάλιζα στον άντρα της τον τζιτζιφιόγκο, τώρα όμως εκείνον λυπάται η ψυχή μου. Εχουν να δουν τα μάτια του! Μπορεί όμως και να περάσει καλά μαζί της. Ισως να μην το καταλάβει».

«Να καταλάβει τι;».

«Πως είναι μόνο βιτρίνα. Από πίσω δεν υπάρχει τίποτα».

«Εμένα δεν μου φάνηκε και τόσο κουτή, να πω την αλήθεια».

«Κατέβα τότε στον επόμενο Σταθμό και πήγαινε να της μιλήσεις. Θα μείνουν μία εβδομάδα. Εγώ της έχω μιλήσει. Ευτυχώς στην Ιταλία που πηγαίνουμε, η ομορφιά προσφέρεται ατόφια στο βλέμμα».

Δύο ώρες αργότερα βολτάραμε στους δρόμους του Μιλάνου και βλέπαμε με απόλαυση, χωρίς κανέναν ανταγωνισμό, τις όμορφες γυναίκες αυτής της ευλογημένης πόλης να περνάνε μπροστά μας σαν βασίλισσες.

* Σ.τ.μ.: Το τούνελ του Αγίου Γκοτάρδου διασχίζει τις ελβετικές Αλπεις. Στη βόρεια είσοδό του βρίσκεται το χωριό Γκοέσενεν, σχεδόν πάντα συννεφιασμένο, και στην έξοδο αρχίζει το ηλιόλουστο Τεσίνο.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Ενας ωραίος τρελός
Ο μοιραίος κλοιός που απαιτεί θάρρος και τόλμη
Κοινωνικές ιεραρχίες και φυλετικές αναμείξεις
Η σχέση ενός επτάχρονου με την απαγωγέα του
Εμμισθη αυτοκτονία
Θα μάθουμε την αλήθεια για το ΄21;
Επαναστατικές παραδόσεις
Από την Κυψέλη στο Τάβιστοκ
Απόμακρος από την ποιητική τύρβη
Ορφανές στιγμές του Ταμπούκι
Διήγημα
HERMANN HESSE: Η μη καπνίστρια
Από τις 4:00 στις 6:00
Τραγούδια ...με συνέχεια
Μια μουσική ιδιοφυΐα
Ποίηση
Ο ποιητής που χρωμάτισε την Πρέβεζα
Άλλες ειδήσεις
Τρόπος κυριακάτικου απογεύματος στην Κω
Ηλεκτρονική μετάφραση
Συνταγές μαγειρικής για γυναίκες συγγραφείς