Έντυπη Έκδοση

Τέσσερις ποιητές: Σίλβια Πλαθ, Αν Σέξτον, Ράνταλ Τζάρελ και Τζον Μπέριμαν

Η Σίλβια Πλαθ γεννήθηκε στη Βοστόνη το 1932 και πέθανε στο Λονδίνο το 1963. Οταν πλησίαζε στο τέλος της -ο γάμος της με τον άγγλο ποιητή Τεντ Χιουζ ήδη διαλυμένος- η επιφάνεια της ζωής της ήταν, κυριολεκτικά, η ποίηση.

Το 1951 στην Αμερική είχε πάθει νευρικό κλονισμό και έκανε απόπειρα αυτοκτονίας. Είχε γράψει γι' αυτή την περίοδο της ζωής της στο μυθιστόρημα The Bell Jar (Ο γυάλινος κώδων), που πρωτοδημοσιεύτηκε το 1963 με το ψευδώνυμο Βικτόρια Λούκας. Οταν αρρώστησε σοβαρά, στο Λονδίνο, το 1963, δεν είχε κανέναν να τη φροντίσει, και στο τέλος αυτοκτόνησε ανοίγοντας το γκάζι. Το πρώτο της βιβλίο, Colossus (Κολοσσός, 1960) απέσπασε πολλούς επαίνους· αλλά η δεύτερη συλλογή, Ariel (Αριέλ, 1965), που εκδόθηκε μετά τον θάνατό της, ήταν αυτή που την ανέδειξε ως μείζονα ποιήτρια.

Οι περισσότεροι άνθρωποι είναι αφιερωμένοι στην επιφάνεια της ζωής τους, κι αυτό τους προφυλάσσει από τις πιέσεις του ποιητικού συλλογισμού: από να νοιάζονται έντονα για το τι -από υλική άποψη- δεν έχει σημασία. Επειδή για μερικούς μήνες η Σίλβια Πλαθ μετέτρεψε όλη της την ύπαρξη σε ποίηση (τα δύο παιδιά της, ο μόνος περισπασμός), οι κριτικοί θεώρησαν πως η υποτιθέμενη θεματογραφία της -τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως και η μοίρα των Εβραίων- ήταν το πραγματικό της θέμα. Ενας κριτικός, που την αποκάλεσε «ελάσσονα ποιήτρια μεγάλης εμβέλειας», δήλωσε ότι «τα τελευταία, αξιόλογα ποιήματα αποκορυφώνονται σε μια πράξη ταύτισης, μια απόλυτη σχέση με όσους βασανίστηκαν και σφαγιάστηκαν». Λίγο περίεργο... Ενας άλλος (κριτικός, όχι γιατρός) θεωρεί ότι έπασχε από σχιζοφρένεια και κηρύσσει ότι η ποίησή της «διατυπώνει την εποχή σχιζοφρενικά». Αλλά η πάθησή της ήταν μάλλον μανιοκαταθλιπτική, όπου η ψυχική ευφορία και η κατάθλιψη συνυπάρχουν (ο ιταλός ποιητής Ντίνο Καμπάνα και ο Ρουμάνος ποιητής Τζορτζ Μπακόβια είχαν την ίδια ψυχική πάθηση). Τα τελευταία ποιήματα της Πλαθ αναμφίβολα είχαν αυτή την τάση.

Ελάσσονα ποιήματα (αλλά θα' λεγα ιστορικά προφητικά, όταν σκεφτείς τις απαράδεκτες, τις άθλιες συνθήκες που παρουσιάζει η αστικοποίηση τη σήμερον ημέρα), διότι το θέμα τους δεν είναι τίποτε άλλο από τη δική της ασθένεια. Κι έτσι, «ελάσσων ποιήτρια μεγάλης εμβέλειας» είναι σωστό. Και αυτό αρκεί. Διότι αυτά τα ποιήματα μιλούν για τη φύση της ψυχικής, και συνεπώς ανθρώπινης, αρρώστιας της.

Οταν ο Α. Αλβάρεζ, ένας ικανός κριτικός και, ώς ένα σημείο, σωστός όσον αφορά τη Σίλβια Πλαθ, λέει πως «έπαιξε... και έχασε», υπονοώντας «για χάρη της ποίησης», ξεφεύγει από το θέμα. Το πρόβλημά της δεν ήταν να μη ρισκάρει, αλλά να παραμείνει ντόμπρα, ακόμα και στην καταθλιπτική, αυτοκαταστροφική κατάσταση, διαποτισμένη με μια δόση ψυχικής ευεξίας, στην οποία βρισκόταν. Τα ποιήματά της γι' αυτή την κατάσταση μας μιλούν -όχι για τον «σχιζοφρενικό κόσμο», σύμφωνα με τη ρητορική ενός κριτικού.

Παρ' όλα αυτά η Σίλβια Πλαθ βρήκε τις κατάλληλες λέξεις για να περιγράψει την κατάστασή της, καθώς περίμενε το τέλος της. Ολα της τα ποιήματα έχουν να κάνουν με την αυτοκτονία. Δεν υπάρχει περίπτωση να έχουν σχέση με κάποιο είδος αγάπης. Είναι ποιήματα φρίκης. Κι όμως, αν αυτό μειώνει το ανάστημά τους, παραμένουν σημαντικά για την ανατριχιαστική ακρίβεια με την οποία περιγράφουν τον τρόμο.

Η Αν Σέξτον (1928-1974), γεννήθηκε στο Νιούτον της Μασαχουσέτης. Παντρεύτηκε το 1948 και απέκτησε δύο κόρες. Συνήθως τη συνδέουν με την επονομαζόμενη «εξομολογητική σχολή», αν και η ίδια θα προτιμούσε να την κατατάσσουν στους «παραστατικούς», με τον τρόπο που αντιμετωπίζει την πραγματικότητα και τις δυσκολίες της. Γράφει, αναπόφευκτα, στη σκιά τής Σίλβια Πλαθ, καθώς μερικά από τα ποιήματά της αφορούν την ψυχοπάθεια. Η πρώτη της συλλογή είχε τίτλο Το Bedlam and Part Way Back (Στο τρελοκομείο και εν μέρει επιστροφή, 1960), και μεταξύ άλλων είχε σχέση με μια απόπειρα αυτοκτονίας. Η συλλογή ποιημάτων της Selected Poems δημοσιεύτηκε το 1964. Ακολούθησαν δύο άλλες συλλογές: Live or Die (Ζήσε ή πέθανε, 1967) και Love Poems (Ερωτικά ποιήματα, 1969). Το θεατρικό έργο Οδός Οίκτου ανέβηκε στη Νέα Υόρκη το 1969. Η Αν Σέξτον είναι μια έξοχη συγγραφέας λυρικής αυτοβιογραφίας. Περιγράφει τα δικά της βιώματα - ασθένειες, μητρότητα, έρωτα, όχι ηθογραφικά ή σεμνότυφα. Τα ποιήματά της δημιουργούν λίγες αντηχήσεις, αυτοβιογραφικώς είναι «τοπικά» (ζούσε στα περίχωρα της Βοστόνης). Τα ερωτικά της ποιήματα, για παράδειγμα, είναι άκρως σαρκικά, με θηλυκότητα, καθόσον δεν επιχειρούν να βγάλουν «νόημα» από τις ηδονές που καταγράφουν. Ως ερωτική ποιήτρια είναι πιθανώς ασύγκριτη.

Ο Ράνταλ Τζάρελ, που γεννήθηκε στο Νάσβιλ του Τενεσί το 1914, πέθανε στις 14 Οκτωβρίου 1965, όταν ρίχτηκε κάτω από τις ρόδες ενός φορτηγού. Ανήκε στην προικισμένη γενιά των Ντέλμορ Σγουόρτς (1913-67), Ρόμπερτ Λόουελ (1917-77) και Τζον Μπέριμαν (1914-72) και, όπως αυτοί, δίδασκε σε πανεπιστήμια. Επιπροσθέτως ήταν μέλος του Εθνικού Ιδρύματος Τεχνών και Γραμμάτων και σύμβουλος ποίησης στη Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου. Στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο υπηρέτησε στην Αμερικανική Αεροπορία. Υπήρξε ιδιοφυής κριτικός, συγγραφέας δύο τόμων, Poerty and the Age (Ποίηση και η εποχή) και Α Sad Heart at the Supermarket (Μία λυπημένη καρδιά στην υπεραγορά) - και μέγας καλαμπουρτζής, εις βάρος όλων των ακαδημαϊκών κύκλων. Εγραψε κι ένα μυθιστόρημα που γνώρισε μεγάλη επιτυχία, σατιρίζοντας την πανεπιστημιακή ζωή (Εικόνες από ένα ίδρυμα, 1954). Πάνω απ' όλα ο Τζάρελ ήταν αισθαντικός ποιητής: αισθαντικότητα για την καταδικασμένη να αποτύχει αναζήτηση του ανθρώπου για ευπρέπεια και καλοσύνη. Εγραψε πολλά βιβλία για παιδιά, καθώς η αθωότητα ήταν αυτό που τον ενδιέφερε. Δυστυχώς, παρασύρθηκε σε συναισθηματισμούς, ενδίδοντας στον αναμενόμενο πειρασμό. Πιθανότατα να τον ονομάσουν ελάσσονα ποιητή· δεν είναι τόσο φιλόδοξος όσο ο Λόουελ και δεν προσπαθεί για περισσότερα όσο ο Μπέριμαν.

Η ποίηση που έγραψε κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου ίσως να είναι η πιο αξιόλογη απ' όλες που εμφανίστηκαν εκείνη την εποχή. Τα καλύτερα απ' αυτά τα ποιήματα, μαζί με άλλα, συμπεριλαμβάνονται στην επιλογή Selected Poems (1955). Ο μεταπολεμικός Τζάρελ, λάτρης των αδελφών Γκριμ, δεν μπορούσε πάντα να αποφύγει τα καπρίτσια. Πάντως στα τελευταία χρόνια της ζωής του βρήκε ένα πιο κατάλληλο ύφος. Τα ποιήματα, τα περισσότερα μονόλογοι γυναικών, βρίσκονται στη μεταθανάτια συλλογή The Lost World (Ο χαμένος κόσμος, 1966). Στην καλύτερη περίπτωση έχουν το απόλυτο ποιον της νοσταλγίας τού αγαπημένου του Μαρσέλ Προυστ. «Σκέπτοντας τον χαμένο κόσμο» αρχίζει:

Αυτή η κουταλιά σοκολατένιας ταπιόκας

Εχει τη γεύση φιστικοβούτυρου, του εκχυλίσματος

Βανίλιας που η μαμά μου είπε να μην πιω.

Καταπίνοντας την κουταλιά, ήδη ταξίδευσα

Στο χρόνο μέχρι την παιδικότητα. Απορώ

Πως η ηλικία είναι έτσι...

Και οι παρακάτω στίχοι:

Ολοι έχουν φύγει

Εκτός από μένα· και για μένα τίποτα δεν έχει φύγει-

Το σώμα της κότας εξακολουθεί να γυρίζει

Γύρω γύρω με ευρύτερους κύκλους...

Η μαμά, ο μπαμπάς κι η Ντανντήν είναι ακόμα εκεί

Στην Εύθυμη Δεκαετία του Είκοσι.

Και τελειώνει:

Κρατώ στα χέρια μου, ευτυχισμένος,

τίποτα: το τίποτα για το οποίο δεν υπάρχει αμοιβή.

Λίγοι αμερικανοί ποιητές είχαν το χάρισμα να γράφουν τόσο όμορφα και τόσο απλά - και συγχρόνως να αποφεύγουν την ψυχοπάθεια, την ανωμαλία και τη φρίκη.

Ο Τζον Μπέριμαν (1914-1972), που γεννήθηκε στο Μακάλιστερ της Οκλαχόμα, από θρησκόληπτους Καθολικούς γονείς, και του οποίου ο πατέρας αυτοπυροβολήθηκε μπροστά στα μάτια του, όταν ο ίδιος ήταν στην ηλικία των 12 ετών, μπορεί κάλλιστα να χαρακτηριστεί ως κατεξοχήν εξομολογητικός ποιητής. Το στυλ του είναι συχνά αινιγματικό, επιτηδευμένο, περιελισσόμενο· μα το θέμα της ποίησής του (αρχίζοντας με τα Σονέτα που έγραψε τη δεκαετία του '40, αλλά τα δημοσίευσε μόνο το 1967) είναι κυρίως ο εαυτός του: οι νοητικές του διαταραχές, η μοιχεία του, οι φίλοι του, η αγωνία του γενικώς. Προφανώς ο Μπέριμαν είναι στα Ονειρικά άσματα -77 ονειρικά άσματα (1964), Το παιχνίδι του, το όνειρό του, η ανάπαυσή του (1968) - συχνά κάκιστος ποιητής: απροσπέλαστα δυσνόητος, να παραπέμπει ανηλεώς σε προσωπικά ζητήματα, στρυφνός, αρχαϊκός, μελοδραματικός. Αυτό κανείς δεν μπορεί να το αρνηθεί, εκτός από κάποιον επιπόλαιο αναγνώστη που δεν τον έχουμε ανάγκη. Το ερώτημα είναι αν με τα Ονειρικά άσματα όσο και με τα Σονέτα ο Μπέριμαν, με το να ρισκάρει, πέτυχε ένα καινούριο, καλύτερο και πιο καθαρό ύφος. Ναι, πέτυχε ένα συναρπαστικό και διαφορετικό ποιητικό ύφος που άξιζε να μελετηθεί. Ο Μπέριμαν ποτέ δεν έκρυψε ότι διψούσε για φήμη· κι όμως, σε μια συνέντευξη στη βρετανική τηλεόραση είπε πως είχε μόνον έξι αναγνώστες που κατανοούσαν τι επεδίωκε. Αραγε να το εννοούσε; Οι πολυάριθμες προσωπικές αναφορές στα ποιήματά του δείχνουν, από μια έννοια, ότι πράγματι το εννοούσε. Αλλά, δυστυχώς, ήταν μια ερώτηση που δεν θα 'θελε ν' απαντήσει. Ισως επειδή ως Καθολικός άφηνε τέτοιες υποθέσεις στον Θεό. Εξαρτημένος από το αλκοόλ, αυτοκτόνησε σε μια κρίση κατάθλιψης, η οποία εν μέρει προκλήθηκε από το γεγονός ότι έκοψε το ποτό.

Ο Μπέριμαν ξεκίνησε λίγο-πολύ ως ακαδημαϊκός ποιητής, γράφοντας με αυστηρές στροφές. Συγκέντρωσε όσα από τα πρώτα του ποιήματα ήθελε να διασώσει στη συλλογή Short Poems (Μικρά ποιήματα, 1967), αλλά αυτά διαφέρουν πολύ από τις τρεις επόμενες σειρές. Homage to Mistress Bradstreet (Φόρος τιμής στην κυρία Μπράντστριτ, 1956) είναι μια σειρά ποιημάτων βασισμένων στη διπλή έπαρση ότι η πουριτανή Αν Μπράντστριτ, (Anne Bradstreet, 1612-72), η πρώτη αμερικανίδα ποιήτρια, είναι η ερωμένη του - και το άλλο εγώ του. Με το να συμμετέχει στη ζωή της (για την οποία ο Μπέριμαν είχε κάνει έρευνα) ο ποιητής φωτίζει πώς ανακάλυψε την ίδια του τη χώρα.

Τα Ονειρικά άσματα είναι οργανωμένα έτσι ώστε ο αναγνώστης να μπορεί να ερευνήσει τον εαυτό του και τον κόσμο του με τη μεγαλύτερη δυνατή ελευθερία. Το κάθε ποίημα αποτελείται από δεκαοχτώ στίχους μοιρασμένους σε τρεις στροφές, η καθεμιά με έξι στίχους. Το μάκρος, ο τόνος των στίχων και η ομοιοκαταληξία ποικίλλουν. Ο Μπέριμαν μεταφέρει τον εαυτό του σε διάφορες φωνές: ο Χένρι, ένας λευκός με μαύρο πρόσωπο, που μιλάει σαν νέγρος τραγουδιστής, ένας ανώνυμος φίλος που τον αποκαλεί κύριο Μπόουνς, και κάτι άλλες, όχι επακριβώς καθορισμένες φωνές. Αυτός ο Χένρι και ο φίλος του δεν είναι παρά αναγνώριση εκ μέρους του ότι ουδείς ποιητής μπορεί να είναι το «εγώ» σε κανένα ποίημα· μπορεί μόνον να το προσποιείται. Αυτή η προσποίηση δεν είναι κατ' ανάγκην μεμπτή· αλλά όχι κατάλληλη για ένα τόσο μακροσκελές και μεγαλεπήβολο έπος που ο Μπέριμαν είχε σχεδιάσει. Το ποίημα δίκαια έχει θεωρηθεί φτιαχτό, άνισο και εξεζητημένο.

Η περιπαικτική διάθεση του Μπέριμαν σε πολλά σημεία δείχνει τον ποιητή σαν αυτό που είναι, και με το παραπάνω. Υπάρχουν οι συνεπακόλουθοι κίνδυνοι, που μπορούν να καταλήξουν σε ποίηση όχι μόνο εγωκεντρική αλλά και προσβλητική. Πάντως για κάποιον που ενδιαφερόταν για το παρελθόν της ποίησης, και την ιδέα της προσπάθειας να το πραγματοποιήσει, έπρεπε να κάνει τη βουτιά. Είναι περισσότερο ιστορικού παρά εσωτερικού ενδιαφέροντος. Δεν ξέρω με τα χρόνια τι αποτέλεσμα έχει ή θα έχει. Ωστόσο η σημαντικότητα του έργου δεν επιδέχεται αμφισβήτηση.

Το κείμενο αυτό διαβάστηκε ενώπιον του κοινού από τον υπογράφοντα δημιουργό του, την Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2009, στο κτήριο της Παλαιάς Βουλής των Ελλήνων, στη σειρά Ομιλίες με θέμα τη σχέση της λογοτεχνίας με τη δεκαετία 1960-1970, κι όλα αυτά ενταγμένα στον εορτασμό επί τη συμπληρώσει σαράντα ετών από την κυκλοφορία του δίσκου του Δ. Σαββόπουλου «Το περιβόλι του τρελλού» (1960-2009).

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία
Σχετικά θέματα: Ποίηση και περιοδικά του '60
Περιοδικά και ποιητές τη δεκαετία του '60 σε Αμερική, Αγγλία
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Το τελώνι του Φουζέλυ
Το παιχνίδι των έμφυλων ταυτοτήτων
Τις επιγραφές των προγόνων μπορούμε να τις διαβάσουμε;
Ιδεώδης περιήγηση
Μουσικών πάθη
Η περικύκλωση του κενού
Γεννημένοι με θλίψη για τον δρόμο
Νύχτα και μέρα δουλεύουν οι μνήμες
Ποίηση και περιοδικά του '60
Περιοδικά και ποιητές τη δεκαετία του '60 σε Αμερική, Αγγλία
Τέσσερις ποιητές: Σίλβια Πλαθ, Αν Σέξτον, Ράνταλ Τζάρελ και Τζον Μπέριμαν
Οψεις της ανάγνωσης
Η αχνή γραμμή του μολυβιού κάτω από τις λέξεις, να γίνει εικόνα
Από τις 4:00 στις 6:00
Θρησκεία και μουσική
Ο άνδρας με τα μαύρα...
Σαλβατόρε ντι Τζάκομο: Η ζωή του και το πρώτο του διήγημα
Η ζωή και το έργο του
Οι πότριες του αίματος
Περί τυπογραφίας
Παραδοσιακή τυπογραφία και νέα τεχνολογία
Άλλες ειδήσεις
Γράμμα από την Κω