Έντυπη Έκδοση

Σαλβατόρε ντι Τζάκομο

Η ζωή και το έργο του

Από το φύλλο αυτό της Βιβλιοθήκης-Καταφύγιο θηραμάτων, και για δύο ακόμη, θα δημοσιευτούν τρία διηγήματα του Σαλβατόρε ντι Τζάκομο. Ομως, ποιος είναι ο συγγραφέας αυτών των διηγημάτων; Ιδού. Στη σελίδα 16, το πρώτο διήγημα

Ο Σαλβατόρε ντι Τζάκομο γεννιέται στη Νάπολη, στις 12 Μαρτίου 1860· ολοκληρώνοντας τις σπουδές του στο Λύκειο γράφεται στον κλάδο της Ιατρικής, για ν' ακολουθήσει τα χνάρια του πατέρα του, που είναι γιατρός. Εγκαταλείπει όμως τις σπουδές του αυτές στο τέλος του δεύτερου χρόνου, το 1880, και απασχολείται στην εφημερίδα «Corriere del mattino», στην οποία είχε αρχίσει να δημοσιεύει απ' τον προηγούμενο χρόνο· εργάζεται εκεί σταθερά ως δημοσιογράφος, μέχρις ότου βρίσκει απασχόληση ως βιβλιοθηκάριος (βλ. το σχόλιο στη νουβέλα Pesci fuor d' acqua)· εξασκεί και τα δύο επαγέλματα για τρία χρόνια, απ' το 1893 έως το 1896, όπου εγκαταλείπει τη θέση του συντάκτη στην «Corriere del mattino», αν και διατηρεί επαφές μαζί της, καθώς εκ παραλλήλου συνεργάζεται και με άλλα περιοδικά ως εξωτερικός συνεργάτης. Περιορίζοντας την καθημερινή δημοσιογραφική του ενασχόληση, ρίχνει όλο του το βάρος στη λογοτεχνική και λόγια παραγωγή, που εκτείνεται από την ποίηση σε ναπολιτάνικη διάλεκτο έως την αφηγηματική πρόζα, απ' τα θεατρικά κείμενα, και τα κείμενα για τη μουσική και το σινεμά (ασχολείται με το κινηματογραφικό σενάριο από το 1915) στην παραγωγή δοκιμίων και ερευνών γύρω απ' τη ναπολιτάνικη ζωή, είτε αφορούν το ιστορικό παρελθόν είτε το καθημερινό σήμερα. Το 1916 νυμφεύεται την Ελίζα Αβιλιάνο, την οποία γνώρισε το 1905. Η δημοφιλία του και η αναγνώριση που κερδίζει στην Ιταλία και στο εξωτερικό τού χαρίζουν, το 1910, την εκλογή του στην Accademia Pontaniana της Νάπολης, ενώ το 1924 προτείνεται για γερουσιαστής, θέση την οποία δεν αποδέχεται· πολιτικά εγγύς1 στις θέσεις της κυβέρνησης Μουσολίνι, το 1925 υπογράφει το μανιφέστο των φασιστών διανοουμένων, που συντάχθηκε από τον Τζοβάνι Τζεντίλε· και το 1929 ονομάζεται Accademico d' Italia. Πεθαίνει στη Νάπολη στις 5 Απριλίου 1934.

Η εμφάνισή του ως νοβελίστα ανάγεται στα χρόνια των ανώτερων σπουδών του, δίνοντας ζωή στο σχολικό περιοδικό «Il Liceo. Giornale Letterario», που διαρκεί έναν χρόνο, από το 1877 έως το 1878, και στο οποίο δημοσιεύει την πρώτη του νουβέλα La bellissima. Fantasia medioevale, το 1877. Στα χρόνια που έρχονται επιμελείται την έκδοση σε τόμο, Minuetto settecento (1883, μία δεύτερη εκδοχή του επανεπεξεργασμένη και διευρυμένη εμφανίζεται το 1887), Nenella, bozzetti napoletani (1884), Mattinate Napoletane (1886), Rosa Bellavita (1888), Pipa boccale. Racconti fantastici (1893), La piccola ladra e Perlina e Gobbetta (1899), Nella vita (1903). Το 1914 εκδίδει ξεχωριστό τόμο τα δύο καταγεγραμμένα τομίδια με νουβέλες, υπό τον τίτλο Novelle Napoletane, που δημοσιεύεται με πρόλογο του Μπενεντέτο Κρότσε· ακολουθούν τα αφηγήματα Garofani rossi (1916), η τελευταία νουβέλα του, Suo nipote, που εμφανίζεται στον συλλεκτικό τόμο Le novelle della guerra. Το Le sette rose εκδίδεται το 1919 και τον επόμενο χρόνο, το 1920, το L' ignoto, που βλέπει το φως της δημοσιότητας αναθεωρημένο υπό την ονομασία Nella vita. Το μεγαλύτερο μέρος των απαριθμημένων τίτλων επαναπαρουσιάζει νουβέλες ήδη δημοσιευμένες σε περιοδικά.

Η δραστηριότητά του, λοιπόν, ως νοβελίστα ξεκινάει αρχικά, όπως και για τους περισσότερους συγγραφείς του Ottocento, από τη δημοσίευση αφηγημάτων στις σελίδες των περιοδικών, όπως είπαμε και πριν, στο «Il Liceo», μετά στο «Il Corriere del mattino» και σε άλλα έντυπα, και εμπλέκεται στενά με τη δημοσιογραφική πρακτική, την οποία ο συγγραφέας αναπτύσσει στα ίδια περιοδικά. Αυτή η σχέση διαρθρώνεται και στο περιεχόμενο και στη μορφή, από τη στιγμή που, κατά πρώτον, τα χρονογραφήματα και οι νουβέλες μοιράζονται το ίδιο θεμελιώδες υποκείμενο: τη ζωή των λιγότερο προνομιούχων τάξεων της ναπολιτάνικης κοινωνίας, ενώ κατά δεύτερον συμπλέκεται καθ' ολοκληρίαν η δημοσιογραφική με την αφηγηματική δομή. Πράγματι η Νάπολη, όπως περιγράφεται από τον Ντι Τζάκομο ως ρεπόρτερ αστυνομικού και δικαστικού χρονογραφήματος, μ' άλλα λόγια η Νάπολη των καθαρμάτων και των χαμηλών κοινωνικών στρωμάτων, που χαρακτηρίζεται από την κοινωνική και ηθική παρακμή, απ' τη διαφθορά και την ανικανότητα των διοικούντων, η Νάπολη του προλεταριάτου, των δικαστηρίων, των φυλακών, των νοσοκομείων, των ασύλων και των μοναστηριών, είναι η ίδια πόλη στην οποία κινείται ο, φιλολογικά μιλώντας, Ντι Τζάκομο νοβελίστας· και μερικά απ' τα χρονογραφήματά του αποτελούν μέρος από συλλογή με νουβέλες, που τα έχει υποβάλει σε εξαντλητική αναθεώρηση, όχι τόσο ριζική όμως όπως της νουβέλας Le bevitrici di sangue, που εδώ ανθολογείται. Οταν ανατρέχουμε στα συμφραζόμενα που αφορούν το αστικό τοπίο και τον ανθρώπινο περίγυρό του, επαληθεύεται ότι το χρονογράφημα τείνει συχνά να προσλάβει αφηγηματική υφή, να γίνει «ιστορία» προσιδιάζοντας στη νουβέλα, η οποία με τη σειρά της αποκτά και τη βραχύτητα, κοφτή και ουσιαστική, του χρονικού, και την ιδιόμορφη περιγραφή στις περιβαλλοντικές και ανθρώπινες συνθήκες. Για τα σημαινόμενα που περικλείει η γραφή του Ντι Τζάκομο, για την προσχώρησή του στον ρεαλισμό και στην επιλογή «ταπεινών» υποκειμένων μιλάμε για υιοθέτηση από μέρους του συγγραφέα των κανόνων του βερισμού, για την «προγραμματική» αποδοχή του οποίου όμως πρέπει να τονίσουμε τα όρια και τα χαρακτηριστικά, όπως αυτό αναφαίνεται με τον σχολιασμό για τη νουβέλα Cocotte.

Το ενδιαφέρον για τη μητρική πόλη του, τη Νάπολη, διαπερνάει στην πραγματικότητα όλο το πνευματικό έργο του Ντι Τζάκομο, όχι μόνον την πρόζα: φτάνει να σκεφτούμε τη χρήση της διαλέκτου στην ποίηση ή στην αναθεώρηση ντοκουμέντων στα τοπικά αρχεία, στις σπουδές πάνω στις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες του αστικού κέντρου, και πάει λέγοντας μέχρι την ίδρυση, το 1892, με τους Benedetto Croce, Riccardo Carafa, Giuseppe Ceci, Luigi Conforti, Michelangelo Schipa και Vittorio Spinazzola του περιοδικού «Napoli nobilissima». Σ' όλον αυτό τον προβληματισμό αντιτίθεται μία και μόνη σημαίνουσα εξαίρεση: ο προσανατολισμός του φανταστικού στοιχείου όχι στο περιβάλλον της Νάπολης, αλλά σ' αυτό της Γερμανίας. Η φανταστική πλοκή εκδηλώνεται πρώιμα στην πρόζα του Ντι Τζάκομο, με την πρώτη του κιόλας νουβέλα, που εκδόθηκε στο περιοδικό «Corriere del mattino», το 1879, με τον τίτλο Karl il violinista, η οποία διαδραματίζεται στη Νυρεμβέργη, πόλη που μαζί με το Ερλάγκεν αποτελούν τους αγαπημένους του γερμανικούς χώρους. Να σημειωθεί εδώ ότι δεν είχε επισκεφθεί ποτέ τη Γερμανία.

Για το ξεκίνημά του ως φανταστικού διηγηματογράφου, ο συγγραφέας μάς λέει τα εξής: Στο «Corriere» άρχισα να δημοσιεύω μερικές νουβέλες γερμανικού ύφους που, αν και βρομούσαν μπίρα, ωστόσο δεν στάλαζαν τιμή των συζύγων και αίμα των εραστών2. Η κλίση του προς το φανταστικό είδος ισούται με άρνηση στο συναισθηματικό είδος γραφής, που δέσποζε στη λογοτεχνική σκηνή του 1900, θέση που δεν μεταβάλλεται, αλλά αντιθέτως επιβεβαιώνεται στη συλλογή σε τόμο της φανταστικής πρόζας, ιδιαίτερα στην εισαγωγή με τη μορφή αφιέρωσης «στον professor Otto Zimmerman - Erlangen (Βαυαρία) στον τόμο Pipa e boccale [...]

Ο γερμανικός εντοπισμός αποτελεί λοιπόν την αφορμή για να αντιτάξουμε στη δραματική, συναισθηματική και παθητική «νότια» αφηγηματογραφία τη φανταστική λογοτεχνία («βόρεια»), την οποία αργότερα ο ίδιος ο συγγραφέας διακρίνει απ' τη βεριστική γραφή, και στην οποία αναγνωρίζει το κύριο διακριτικό των αφηγήσεών του (βλ. Cocotte).

Σ.τ.μ. Η επιλογή των διηγημάτων αυτών του Salvatore di Giacomo έγινε από τον τόμο: Racconti italiani dell' Ottocento, σε επιμέλεια της Mara Santi, Amoldo Mondadori Editore S.Ρ.Α., Μιλάνο 2005. Οι σημειώσεις με αστερίσκο είναι της επιμελήτριας· άλλως όταν γράφεται, του μεταφραστή.

1. Σ.τ.μ. Είναι πράγματι ενδιαφέρον να εξεταστεί διεξοδικά η συγγένεια πολλών επιφανών ιταλών διαννοουμένων (συμπεριλαμβανομένων και των συγγραφέων, δες π.χ. Ντ' Ανούντσιο, Ντι Τζάκομο) με τον ιταλικό φασισμό.

2. Το χωρίο είναι παρμένο από την αυτοβιογραφική σελίδα που δημοσιεύτηκε στο «L' occhialetto», στις 18 Σεπτεμβρίου 1886, με τον τίτλο «Pubblicisti: Salvatore di Giacomo», τώρα στο «Salvatore di Giacommo: Poesie e prose», σε επιμέλεια Ε. Croce και L. Orsini, Mondadori, Milano 1977, σελ. 392

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία
Σχετικά θέματα: Σαλβατόρε ντι Τζάκομο: Η ζωή του και το πρώτο του διήγημα
Οι πότριες του αίματος
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Το τελώνι του Φουζέλυ
Το παιχνίδι των έμφυλων ταυτοτήτων
Τις επιγραφές των προγόνων μπορούμε να τις διαβάσουμε;
Ιδεώδης περιήγηση
Μουσικών πάθη
Η περικύκλωση του κενού
Γεννημένοι με θλίψη για τον δρόμο
Νύχτα και μέρα δουλεύουν οι μνήμες
Ποίηση και περιοδικά του '60
Περιοδικά και ποιητές τη δεκαετία του '60 σε Αμερική, Αγγλία
Τέσσερις ποιητές: Σίλβια Πλαθ, Αν Σέξτον, Ράνταλ Τζάρελ και Τζον Μπέριμαν
Οψεις της ανάγνωσης
Η αχνή γραμμή του μολυβιού κάτω από τις λέξεις, να γίνει εικόνα
Από τις 4:00 στις 6:00
Θρησκεία και μουσική
Ο άνδρας με τα μαύρα...
Σαλβατόρε ντι Τζάκομο: Η ζωή του και το πρώτο του διήγημα
Η ζωή και το έργο του
Οι πότριες του αίματος
Περί τυπογραφίας
Παραδοσιακή τυπογραφία και νέα τεχνολογία
Άλλες ειδήσεις
Γράμμα από την Κω