Έντυπη Έκδοση

Οι πότριες του αίματος

Le bevitrici di sangue

ΔΙΗΓΗΜΑ του Σαλβατόρε ντι Τζάκομο

Το πρωί, από τις επτά και μισή έως τις δέκα, λαμβάνει χώρα στο σφαγείο του Ποτζοριάλε ο σφαγιασμός των αγελάδων, ανάμεσα στην παράδοξη πληθώρα των ποτριών του αίματος· και τελείται ως γεγονός, όπως είναι η διαρκής, αιματηρή επιθυμία των ανεμικών, χολερικών, των φτωχών κοριτσιών, κατακίτρινων στο πρόσωπο σαν το κερί. Αυτές φέρνουν κοντά στα χλομά χείλη τους την κούπα γεμάτη από κείνο το ποτό το λεγόμενο κρασί των φλεβών και το πίνουν μονορούφι, με μισόκλειστα μάτια και με χέρια να τρέμουν ανεπαίσθητα. Στο μεταξύ, τριγύρω η σφαγή διαρκεί και διαρκεί μέσα σε συνεχή θόρυβο από λαβωματιές, υπόκωφους γδούπους, αλυσίδες που λύνονται, τσιγκέλια που ανασηκώνουν τα πτώματα των ακόμη παλλόμενων κακόμοιρων ζώων. Τα κορίτσια, αφού πιουν το ζεστό αίμα που αναβλύζει απ' τις κομμένες καρωτίδες των ζωντανών, περνούν σ' ένα φτωχό δωμάτιο, γυμνό και βρόμικο, κι εκεί ξεπλένουν τα «τολμηρά» θηλυκά τους στόματα και τα ματωμένα χέρια. Καλό το γιατρικό, μα το θέαμα φριχτό!

Φτάνοντας στο σφαγείο, και καθώς πλησιάζει ο επισκέπτης στο καταγώγι, ακούει μια γρήγορη αλληλοδιαδοχή βουβών χτυπημάτων, σαν από κρεμασμένα και τιναγμένα χαλιά από αόρατες υπηρέτριες σε αόρατη ταράτσα. Τα «χαλιά» είναι πτώματα, δονούμενα ακόμη, από αμέτρητα μοσχάρια, αγελάδες, βόδια. Οι δήμιοι, μόλις πέσει το ζώο κάτω απ' το μαχαίρι-λεπίδι αυτών των breadores του σφαγείου, αρχίζουν να χτυπούν με μεγάλα ματσούκια τα νεφρά και την κοιλιά των ζωντανών, για να αποκολλήσουν το δέρμα. Κι ενώ ένας κάνει αυτή τη δουλειά, ένας άλλος χρησιμοποιώντας ένα φυσερό φουσκώνει το ζώο, ενώ ένας τρίτος μ' έναν μακρύ σιδερένιο λοστό ανασκαλεύει τα σωθικά του. Το αίμα τρέχει από παντού πλημμυρίζοντας το πάτωμα. Οι παραγιοί κουλουριασμένοι μαζεύουν με τα χέρια τους σχεδόν πηγμένα κομμάτια αίμα, γεμίζουν μ' αυτά σιδερένιες γαβάθες και τις χύνουν στα βαρέλια που είναι στοιβαγμένα σε μια γωνία. Ολα αυτά γίνονται με μεγάλη γρηγοράδα, η σφαγή διαρκεί όλη την ημέρα, ενώ οι μακελάρηδες πρέπει να σκοτώσουν γύρω στα οκτακόσια ζώα.

Οι αγελάδες οδηγούνται σιωπηλές στο σφάξιμό τους. Κλίνουν το κεφάλι τους μέχρι τη γη. Μυρίζοντας το αίμα στροβιλίζονται γύρω γύρω· μια μικρή ασύνειδη ανατριχίλα σουφρώνει το δέρμα τους· τα μάτια, μεγάλα και γλυκά, υγραίνονται. Κρεμασμένες απ' τα κέρατα στους στύλους των υποβατών, στα τσιγκέλια τα πασαλειμμένα πηγμένο αίμα, συνεχίζουν να κουνούν το ανήσυχο κεφάλι, ενώ ρέουν προς τη γη τα αναμειγμένα υγρά με το ασημένιο σάλιο που μουσκεύει τη μουσούδα τους. Αμέσως ένας μακελάρης πλησιάζει, κρύβοντας προσεκτικά το λεπίδι στα δεξιά του. Το χέρι υψώνεται, το λεπίδι κατεβαίνει εγκάρσια, ανάμεσα στα κέρατα του ζώου, διεισδύει ταχύτατα μέχρι το μυαλό και ξαναβγαίνει καπνιστό. Αυτός μ' έναν πήδο απομακρύνεται. Η αγελάδα πέφτει κατακεραυνωμένη· μ' έναν μόνο βραχύ σπασμό ανακινάει τα πόδια, κι αυτό είν' όλο: είναι νεκρή. Η σύντροφός της κουνιέται, προσπαθώντας να απελευθερωθεί, σηκώνει το κεφάλι, τρομαγμένη γουρλώνει τα μάτια. Η ίδια μοίρα -στέκεται κι αυτή παρόμοια κάτω απ' τη φριχτή διχάλα, πέφτοντας δίπλα στην άλλη. Εκείνη τη στιγμή αρχίζει το χτύπημα, μπαίνει μπροστά το φυσερό, ο λοστός, τέλος, το μεγάλο μαχαίρι για να ξεκοιλιάζει. Αλλά προηγουμένως, μόλις αυτό λυγίζει τα πόδια και γυρίζει τη ράχη, ο προμηθευτής αίματος, ξυπόλητος, τσαλαβουτώντας με τα πόδια του στο αίμα, πλησιάζει στην ακόμα ζωντανή πηγούλα το ποτήρι, και τρέχοντας, το πηγαίνει γεμάτο στην αναιμική κορασίδα. Και αυτή το ρουφάει αμέσως μέχρι την τελευταία γουλιά, ενώ τα χείλη και το πιγούνι παίρνουν άλικο χρώμα, και τα δάχτυλα βάφονται ερυθρά, όπου τα δαχτυλιδάκια της λαμπυρίζουν ανάμεσα στο κόκκινο που τρέχει...

Το μεγάλο μέρος αυτών των ποτριών είναι αστικής καταγωγής. Είναι μοδιστρούλες, ράφτρες, ανθοπώλισσες και τα παρόμοια. Βγαίνουν απ' το σφαγείο ακροπατώντας στις μύτες των παπουτσιών με τα ψίδια* ψηλά, μες στο αίμα. Στη Νάπολη η αναιμία σέρνεται σχεδόν παντού: τώρα αναλογισθείτε την καθιστική ζωή που κάνουν αυτά τα κορίτσια, σ' ένα εργαστήριο, κάτω απ' το φως του γκαζιού να καίει όλο το χειμώνα· σκεφτείτε αυτές τις κοπελίτσες τις κομψοντυμένες, που το σπίτι τους όλο κι όλο βρίσκεται σε άθλια γαλαρία χωρίς φως· σκεφτείτε τις στερήσεις, την έλλειψη αέρα, ήλιου, την έλλειψη υγιεινής τροφής, του κρέατος, πολύ ακριβού, κι έτσι θα εξηγήσετε το γιατί η έλλειψη ερυθρών αιμοσφαιρίων.

Παρατηρήστε, λοιπόν, τις πρώτες ώρες του πρωινού, αυτές τις δεσποινιδούλες του λαού να διασχίζουν το Τολέδο, με καπελίνο που στραφταλίζει από πέρλες, ντυμένες σαν μαρκησίες, μαύρες μεταξωτές κάλτσες, λουστρινένια γοβάκια, το τσεπάκι ραμμένο, απ' όπου ξεμυτίζει ένα μαντιλάκι άσπρο στο πέτο, τη μαντίλα στο μπράτσο και το ομπρελίνο στο χέρι. Είναι εκείνες που χθες ρούφηξαν το αίμα ζεστό ζεστό. Τώρα κοιτάξτε τες: Διαθέτουν δυο δεκάρες στην τσέπη για κολατσιό, μα απ' τη μια τα χείλη τους είναι έτοιμα ν' αγγίξουν τον μίσχο ενός λουλουδιού κι απ' την άλλη χαριεντίζονται μ' έναν εύπορο νεαρό αμαξηλάτη, που τους ανταποδίδει το χαμόγελο και τις απειλεί με το λεπτό μαστίγιο...

* Ψίδι: το πρόσθιο επάνω μέρος του παπουτσιού (Μείζον Ελληνικό Λεξικό Τεγόπουλος-Φυτράκης)

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία
Σχετικά θέματα: Σαλβατόρε ντι Τζάκομο: Η ζωή του και το πρώτο του διήγημα
Η ζωή και το έργο του
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Το τελώνι του Φουζέλυ
Το παιχνίδι των έμφυλων ταυτοτήτων
Τις επιγραφές των προγόνων μπορούμε να τις διαβάσουμε;
Ιδεώδης περιήγηση
Μουσικών πάθη
Η περικύκλωση του κενού
Γεννημένοι με θλίψη για τον δρόμο
Νύχτα και μέρα δουλεύουν οι μνήμες
Ποίηση και περιοδικά του '60
Περιοδικά και ποιητές τη δεκαετία του '60 σε Αμερική, Αγγλία
Τέσσερις ποιητές: Σίλβια Πλαθ, Αν Σέξτον, Ράνταλ Τζάρελ και Τζον Μπέριμαν
Οψεις της ανάγνωσης
Η αχνή γραμμή του μολυβιού κάτω από τις λέξεις, να γίνει εικόνα
Από τις 4:00 στις 6:00
Θρησκεία και μουσική
Ο άνδρας με τα μαύρα...
Σαλβατόρε ντι Τζάκομο: Η ζωή του και το πρώτο του διήγημα
Η ζωή και το έργο του
Οι πότριες του αίματος
Περί τυπογραφίας
Παραδοσιακή τυπογραφία και νέα τεχνολογία
Άλλες ειδήσεις
Γράμμα από την Κω