Έντυπη Έκδοση

Ενα μικρό άλογο

Εργο της Ηούς Αγγελή. Αίθουσα Τέχνης Αθηνών Εργο της Ηούς Αγγελή. Αίθουσα Τέχνης Αθηνών Melanie Wallace

Χειμώνας

μτφρ.: Γιώργος-Ικαρος Μπαμπασάκης

εκδόσεις Πόλις, σ. 280, 16 ευρώ

«Μετά θα σου ζητούσα ένα άλογο». Η Τζέιμι, η νεαρή πρωταγωνίστρια της Μέλανι Γουάλας (γενν. 1949), φανερώνει προκαταβολικά το μελλοντικό της αίτημα στον Γκέιλεν, υπαινικτική εγγύηση μακρόχρονης συντροφικότητας, προκειμένου να τον πείσει για τη σθεναρότητα της συναισθηματικής της αφοσίωσης. Ωστόσο η επιφυλακτικότητα του Γκέιλεν δικαιώνεται, καθώς το μόνο άλογο που έμελλε να γνωρίσει ποτέ η Τζέιμι, χωρίς, όμως, σε καμία περίπτωση να το ζητήσει, ήταν ενσαρκωμένο στη μορφή ενός ανήμερου αγοριού, προσωποποίηση του άλογου, «κάτι λιγότερο από άνθρωπος». Στο μυθιστόρημα το παιδί, δεσμώτης ενός υποχθόνιου σύμπαντος, ένα ον ερεβώδες με τον θάνατο στα μάτια του, συμβολοποιείται ως το υπέρτατο κακό, το οποίο πέραν πάσης λογικής καθαιμάσσει ζωές εντελώς απροστάτευτες απέναντί του. Οτιδήποτε μπαίνει στην τροχιά αυτής της ενστικτώδους βίας είναι εκ προοιμίου ηττημένο. Στον αντίποδα του εωσφορικού αγοριού η Τζέιμι, σύμβολο μιας σπαρακτικά εύθραυστης αθωότητας, γίνεται ανεπίγνωστα το θήραμα του παιδιού και μαζί μιας περισφιγμένης κοινότητας που θέλει πάση θυσία το παιδί σφάγιο. Η Γουάλας σε αντιστάθμισμα της υποτονικής, βραδύκαυστης πλοκής εξεικονίζει σε παραλλαγές ένα τοπίο απαράμιλλης υποβλητικότητας, έναν τόπο παγωμένο, ασάλευτο μες στη νεκρική του ωχρότητα, ένα «μέρος τού πουθενά». Κέντρο αυτής της παγερής σκηνογραφίας μια τεχνητή λίμνη, που ήρθε να σφραγίσει σαν ταφόπλακα τα απομεινάρια ζωών πνιγμένων πριν από πολλά χρόνια μέσα σε φουσκωμένα νερά· μια Αχερουσία που περιφρουρεί μια θλιβερή Ατλαντίδα. Οι φιγούρες που εγκαταβιούν στο βιβλίο είναι εξίσου απόκοσμες με το φυσικό περιβάλλον, υπάρξεις ξεπαγιασμένες, υποθερμικές, βραδυκίνητες, θαμμένες, θαρρείς, κάτω από μια αδιαπέραστη κρούστα, υπάρξεις άφωνες, ναυαγισμένες στη «ροή του αναπόδραστου». Ενας θίασος χειμέριων προσώπων, ανίκανων να αισθανθούν την παραμικρή υποψία ζέστης. Πυρωμένη, αντιθέτως, η υπόσταση του παιδιού, όλη ένα ορμέμφυτο, το οποίο στην εναρκτήρια φράση προβάλλει δεμένο πάνω σε ένα δέντρο μέχρι να το λύσει η Τζέιμι. Η αδόκητη επίσχεση της αιχμαλωσίας του το υποβάλλει σε μια πορεία νομοτελειακή και ολέθρια, αδυσώπητη, στερούμενη κάθε νοήματος. Υπό μία έννοια, η ηρωίδα γίνεται τιμωρός του αγοριού, γυμνώνοντάς το στην ουσία από ό,τι το προστάτευε έναντι της ίδιας του της φύσης. Δεν είναι χωρίς σημασία το γεγονός ότι το τραγικό φινάλε του μυθιστορήματος αποδεικνύεται λυτρωτικό για το παιδί. Τη στιγμή που η Τζέιμι βλέπει την ύστατη ελπίδα της για ευτυχία να θρυμματίζεται μαζί με τους πάγους της λίμνης, το αγόρι καταποντίζεται στον βυθό της νιώθοντας να σβήνει ό,τι μέχρι τότε το κατέκαιγε.

Η θρηνώδης μορφή της Τζέιμι, που με το κάτισχνο κορμί της αντιπαλεύει ένα αδιανόητο ψύχος, είναι με απόσταση η πιο θελκτική επίτευξη της συγγραφέως, η σάρκινη απόληξη των κρυστάλλων της τοπιογραφίας. Πλάσμα ακαταμάχητο όσο και καθημαγμένο, η ηρωίδα περιπλανιέται, υποχείρια μιας αθεράπευτης ανεστιότητας, σε έναν κόσμο κατερειπωμένο, διασχίζοντας ακατονόμαστες πολιτείες μιας Αμερικής που αναρρώνει, σε βαριά κατάσταση ακόμη, από τον πόλεμο του Βιετνάμ. Η περίφημη κραταιά Αμερική δεν διακρίνεται ούτε καν σαν υπόνοια στους άθλιους επαρχιακούς δρόμους που διαβαίνει η Τζέιμι, και σε κάθε περίπτωση φαίνεται παντελώς χρεοκοπημένη ως προς τα εθνικά της ιδεώδη, ενώ το αμερικανικό όνειρο έχει παραμορφωθεί σε ένα διόλου υποσχόμενο «βόλεψέ-τα-όπως-μπορείς». Η Μάργκαρετ, μια ηλικιωμένη φωτογράφος, το μόνο πρόσωπο στο μυθιστόρημα που αρθρώνει νηφάλιους στοχασμούς, αμυδρότατα κυνικούς, απότοκους ενδεχομένως της μποέμικης ιδιοσυγκρασίας της, συλλογιζόμενη τους ένδοξους πατέρες του έθνους, σκέφτεται πικρόχολα πως οι τάφοι τους γλιτώνουν από την οδυνηρή έκπληξη για τα κατορθώματα των συγχρόνων. Η εν λόγω ηρωίδα συνειδητοποιεί επίσης με θλίψη τη διαστρέβλωση της ελευθερίας από ζωτικό δικαίωμα σε άλλοθι ενός ακραίου ατομικισμού, πεδίο εξόντωσης οιασδήποτε εκδοχής φιλαλληλίας. Ενας τοίχος στο διαμέρισμά της επικαλυμμένος εξ ολοκλήρου από ένα όχι και τόσο μακρινό παρελθόν, κατατμημένο σε ασπρόμαυρα, σκονισμένα ενσταντανέ, είναι για εκείνη μια άποψη της Αμερικής, που αξίζει οπωσδήποτε να περισωθεί.

Χάρη στη Μάργκαρετ η Τζέιμι γίνεται για λίγο κάποια, αποκτά, με άλλα λόγια, την ψευδαίσθηση μιας ταυτότητας συνοψισμένης στην ιδιότητα της οικονόμου. Ο θάνατος της εργοδότριάς της επιστρέφει την πρωταγωνίστρια σε μια συνθήκη υπαρκτικής κενότητας, στο αφετηριακό σημείο του οδοιπορικού της. Η Τζέιμι εγκαταλείπει τη γενέτειρά της, επιθυμώντας διακαώς να αφήσει πίσω της τον τάφο της μητέρας της, να βαδίσει μακριά από την απώλεια. Ομως δεν αργεί να διαπιστώσει, ως επακόλουθο της ανυπολόγιστης συντριβής της, ότι το πένθος συνιστά για εκείνη μια ανέκκλητη πατρίδα. Περισσότερο από οτιδήποτε άλλο η ηρωίδα είναι ένα πλάσμα καταδικασμένο να υπομένει ένα σισύφειο μνημονικό φορτίο, με βάρος δυσανάλογο εν σχέσει με το μικρό μέγεθος της ζωής του. Η Γουάλας προδιαγράφει σαφώς τη ματαιότητα της απαντοχής της να δραπετεύσει από το μνήμα της μητέρας της. Σε μία από τις προσωπογραφίες της Τζέιμι η συγγραφέας σημειώνει μεταξύ άλλων πως «(...) είχε επίσης το ύφος κάποιας που είχε μάθει πόσο εύκολο ήταν να σηκωθεί και να φύγει απ' ό,τι κι αν παρατούσε πίσω της, και κάτι τέτοιο να το περάσει λαθεμένα γι' αυτό που οι άνθρωποι αποκαλούν λύση». Γι' αυτό ο Γκέιλεν, μολονότι παγιδευτής, εναντιώνεται με ανείπωτο σπαραγμό στην επιθυμία του να αποτρέψει την προδιαγεγραμμένη φυγή της. Από τις πολύ δυνατές σκηνές του μυθιστορήματος είναι αναμφίλεκτα εκείνη όπου ο Γκέιλεν καρφώνει σανίδες στα παράθυρα της λεηλατημένης καλύβας του, ενόσω η Τζέιμι στο εσωτερικό της ξαναγίνεται για τελευταία φορά οικονόμος. Η αποφασιστικότητα των κινήσεών της μέσα στον χώρο βεβαιώνει τον Γκέιλεν ότι μέσα εκεί δεν υπάρχει χώρος για εκείνον. Αλλά και μέσα στο σπίτι του πρώτου εραστή της στο βιβλίο η όψη της πρόβαλε φασματική, πιστοποιώντας την εξορία της από τον κόσμο, την εξωπραγματική ερημία της. «Η Τζέιμι στάθηκε στο άνοιγμα της πόρτας σαν λεκιασμένο φάντασμα, που ενοχλούνταν κι ενοχλούσε στο κατώφλι ενός σύμπαντος σκοτεινιασμένου απ' τη χιονόπτωση (...)».

Κατά τραγική ειρωνεία λίγο πριν από την τελειωτική κατάλυση κάθε ευοίωνου μέλλοντος η ηρωίδα νιώθει για πρώτη φορά ευτυχισμένη, αρκετά μακριά από τον τάφο του γενέθλιου τόπου. Διαπλέοντας στο πλευρό του Γκέιλεν την πάλλευκη έκταση της παγωμένης λίμνης γελά με τη σκέψη ότι «γλίστρησε έξω από το παρελθόν μέσα από κάποια σκισμένη ραφή στο σύμπαν». Ομως το πένθος ταιριάζει στην Τζέιμι, την οποία ένα μοχθηρό πεπρωμένο υποχρεώνει να κατευοδώνει ό,τι αγαπά. Αν η μητέρα της πεθαίνοντας πήρε μαζί της όλες τις λέξεις που θα είχε νόημα να ειπωθούν, αφήνοντάς την άλαλη, στο τέλος του βιβλίου οι λέξεις έχουν τελεσίδικα σιγήσει για εκείνη, και για τον θρήνο της δεν της μένουν παρά μόνον κάποιοι ήχοι «που έβγαιναν άγρια από μέσα της». Η ακύρωση της φωνής από έναν άφατο πόνο είχε ήδη εκφραστεί εκπληκτικά όταν στην εκπνοή ενός διαλόγου μεταξύ του Γκέιλεν και της ηρωίδας η συγγραφέας κατέληγε: «και η σιωπή αιμορράγησε ανάμεσά τους σαν από ένα σπηλαιώδες τραύμα».

Η ακραία απόγνωση εξομοιώνει τώρα τη φωνή της Τζέιμι με εκείνη του αγοριού που περιοριζόταν σε ανατριχιαστικούς γρυλισμούς και ζωώδεις οιμωγές, ανήμπορο καθώς ήταν να σκεφτεί με λέξεις. Ομως πολύ πριν από το τέλος η Γουάλας είχε υπαινιχθεί σημεία ταύτισης ανάμεσα στο παιδί και την ηρωίδα. Κατ' αρχάς και οι δύο φαντάζουν μετέωροι μέσα στο τοπίο, σαν να περισσεύουν από αυτό, ευρισκόμενοι στο έλεος του αναπόφευκτου, ρημαγμένοι από την «ανεπάρκεια της μοίρας» τους, ενώ παράλληλα περιφέρονται εξίσου αεικίνητοι μέσα σε έναν νοητό φαύλο κύκλο για να γίνουν εντέλει βορά της αναίτιας ορμής τους. Αν το παιδί διατρέχει σπασμωδικά και ξέφρενα μια άχρονη πραγματικότητα, αντιληπτή μόνον ως ένα σύμφυρμα ενοχλητικών ερεθισμάτων, την οποία «περιπολούσε με την επιμονή ενός ηδονοβλεψία και το ένστικτο του αχαλίνωτου», η συνειδητότητα της Τζέιμι δεν την προφυλάσσει από τη μοιρολατρία, καθώς δεν τη βοηθά να συλλάβει την αιτιότητα των όσων της συμβαίνουν. Επιπρόσθετα κι εκείνη είναι, όπως το αγόρι, άοπλη απέναντι στον χρόνο. «Δεν μπορούσε να κάνει πολλά πέρα από το να περιμένει και να υπομένει τον χρόνο, που την πίεζε με τη δύναμη της βαρύτητας, πανταχού παρών και κρατώντας τη σε μιαν αίσθηση ακινησίας στην οποία έμοιαζε ριζωμένη, καίτοι ήταν ξεριζωμένη, ανέστια».

Η δύναμη του κακού, συνηρημένη με την αθωότητα της ηρωίδας σε μια οξύμωρη σύμπλευση, την αναιρεί, ενώ συνάμα εκπορεύεται από αυτήν. Η καλοσύνη της Τζέιμι επιτρέπει στο αγόρι να ενσαρκώσει το κακό. Το αγόρι, από το άλλο μέρος, την ενοχοποιεί εξαλείφοντας την αθωότητά της, καθώς το ίδιο δεν είναι παρά ένας εφιάλτης που συνέβη εξαιτίας της. Το κακό, προειδοποιεί με νυγμούς η Γουάλας, βαίνει επί τα ίχνη του καλού μέχρι τη στιγμή του άφευκτου πλησιάσματος. Ο υψηλής θερμοκρασίας λυρισμός της εικονοποιίας βρίσκεται σε αντίστιξη με την ψυχρότητα του φυσικού τοπίου απέναντι στους ήρωες, στον ψυχισμό των οποίων μαίνεται αδιάπτωτη μια χιονοθύελλα που δεν λογοδοτεί σε κανέναν ουρανό.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Αθέμιτα ερωτικά πάθη
Το βλήμα της εικόνας
Εξουσία δεν είναι μόνο το κράτος και η πολιτική
Η ζωή, μια opera buffa
Η θεατρική γραφή
Πρωτεργάτες καταστάσεων
Τοπιογράφοι και αμαξάδες πριν από τα ταξί
Λογοτεχνικοί χαρακτήρες του Βυζαντίου
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Άμος Οζ
Ιστορία αγάπης και ερέβους
Από τις 4:00 στις 6:00
Shakespeare και μουσική
Ανεξάρτητος ήχος με παγκόσμια απήχηση
Κριτική βιβλίου
Ενα μικρό άλογο
Αθέμιτα ερωτικά πάθη
Το βλήμα της εικόνας
Εξουσία δεν είναι μόνο το κράτος και η πολιτική
Η ζωή, μια opera buffa
Η θεατρική γραφή
Πρωτεργάτες καταστάσεων
Τοπιογράφοι και αμαξάδες πριν από τα ταξί
Λογοτεχνικοί χαρακτήρες του Βυζαντίου
Ποίηση
Ενα γράμμα
Η σειρά βιβλίων ποίησης «ΤΤΤ» στις εκδόσεις Νεφέλη
Ο εναγκαλισμός με τον Ταρκόφσκι
Προδημοσίευση
Για τα δικαιώματα του ανθρώπου
Άλλες ειδήσεις
Μια επιστολή