Έντυπη Έκδοση

ΔΥΟ ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΙΔΙΟ ΒΙΒΛΙΟ

Η ζωή, μια opera buffa

Αντρέα Καραγιάν

Η αληθής ιστορία

εκδ. Καστανιώτη, σ. 168, 12 ευρώ

«Κάθε Μεγάλη Πέμπτη γινόταν στην εκκλησία η αναπαράσταση του "πλυσίματος των ποδιών" των Δώδεκα Αποστόλων από τον καλό Χριστούλη. Πηγαίναμε λοιπόν δώδεκα καθολικά παιδάκια, από τις καλές οικογένειες φυσικά, καθόμασταν σ' έναν κυκλικό πάγκο, βγάζαμε τις κάλτσες και τα ολοκαίνουργια, γι' αυτόν τον σκοπό αγορασμένα, παπούτσια μας και ο ιερέας έσκυβε μπροστά μας, έπαιρνε απαλά στα χέρια του τα πόδια μας, τα κρατούσε πάνω από ασημένια λεκάνη, τους έχυνε χλιαρό νερό, τα σκούπιζε τρυφερά με λευκό λινό ύφασμα, ενώ έψαλλε γλυκά, μετά ακουμπούσε τα χείλη του στο γυμνό πόδι και το φιλούσε. Αυτή η άκρα "ταπείνωση" είχε κάτι το έντονα αισθησιακό και με άγγιζε σχεδόν ερωτικά, γιατί ιερείς που αποσπώντο από τον Πάπα στην Κύπρο... συχνά ομοίαζαν του αγίου Αντωνίου, του οποίου την εικόνα είχα πάνω από το κρεβάτι μου και του μιλούσα και τον προσκυνούσα κάθε βράδυ. Τα πόδια μας εννοείται ότι τα είχαμε πλύνει και αρωματίσει από το σπίτι!»

Οι κριτικές βιβλίων είναι, κατά το μάλλον ή ήττον, προσαρτημένες στο άρμα μιας τυχαίας επικαιρότητας. Ο αριθμός των τίτλων που έχουν εκδοθεί μέσα στον έναν χρόνο που μεσολάβησε από τη βιογραφία του Α. Καραγιάν, υπεραρκεί για να καταποντίσει στη λήθη έργα μικρότερα από αυτό. Λιγότερο απροκάλυπτα. Λιγότερο της καρδιάς.

Ομως εδώ μιλούν ένα ευφάνταστο διοπτροφόρο αγόρι που σε όλα τα σχολικά του χρόνια το συνόδευε το στίγμα του «διαφορετικού», ένας γιατρός, αργότερα, που αποσκίρτησε στις Καλές Τέχνες, ένας γιος, πάντα, που δεν σταμάτησε να αποζητά έναν πατέρα εγγύτερο του υπαρκτού, ένας Μεγαλονησιώτης αστός, εντέλει, που ανελήφθη στις τέχνες και τον κοσμοπολιτισμό διατηρώντας αλώβητες τις παλιές του αγάπες και θεότητες. Μια χορωδία από επιμέρους φωνές ανακαλούν τις ζυμώσεις της ανθρώπινης πραγμάτωσης καθώς το εγώ διευρύνεται σε χωρητικότητα και συνοχή, παίρνοντας μέσα του όλο και περισσότερο από τον κόσμο. Εναν κόσμο τον οποίο οι σημερινοί τριαντάρηδες και κάτω γνωρίζουν, κυρίως, μόνον από δεύτερο χέρι. Οι όροι της περιγραφής μάς κερδίζουν με τη θέρμη τους καθώς αντλούν τους χυμούς τους από τον «παλιό κόσμο» της Λευκωσίας και της Αθήνας, του 1950 και του '60.

Πριν, ακόμα, από την τουρκική εισβολή, είναι άκρως θελκτική η νοσταλγία που το βιβλίο ανακινεί για την belle epoque της πολυπολιτισμικής Λευκωσίας αλλά και για όσους θυμούνται το view master, έχουν γαλουχηθεί με τη Φίνος Φιλμ («Της μιας δραχμής τα γιασεμιά» της Κατερίνας Βασιλάκου!) και αφυπνιστεί σεξουαλικά από τα αγάλματα στην Εγκυκλοπαίδεια Ηλίου και στις ταινίες του Ταρζάν...

Πρόκειται, φυσικά, για μια εκ των υστέρων ξενάγηση (και φόρο τιμής) στις αναμνήσεις τού σήμερα εξηνταπεντάχρονου Ελληνοκύπριου ζωγράφου, με όλα τα προνόμια του retrospection, δηλαδή της αναδρομικής εποπτείας, όταν πια η μνήμη έχει γίνει συνείδηση: αποδοχή, έστω μελαγχολική, για όσα έχουν χαθεί, συμφιλίωση με τα παλιά (άλυτα;) διλήμματα, χιούμορ και τρυφερότητα απέναντι στον παρελθόντα εαυτό... Αυτή η αίσθηση της ανακεφαλαίωσης γίνεται ιδιαίτερα αντιληπτή στο τέλος του βιβλίου, όταν όλα τα επιμέρους έχουν αδιόρατα συναθροιστεί στο ειδικό βάρος μιας συγκεκριμένης ζωής, χωρίς άλλη λογοτεχνική σκηνοθεσία από την παράταξή τους.

Οι γείτονες της οδού Ουζουνιάν: η ξεπεσμένη αριστοκράτισσα με την ψυχοκόρη της, ο Εγγλέζος «κατάσκοπος», η «πολλοπάιτη», (ήτοι ευτραφής), κυρία Βικτώρ Οχανές, ο τούρκος νυχτοφύλακας... Τα φυσικά τοπία: Ο αυστηρός Πενταδάκτυλος, η νωχελική Κερύνεια, η Ηχώ στον Παχύαμμο, «που έπαιρνε την κάθε λέξη που φωνάζαμε, την άπλωνε και κάλυπτε το βουνό»... Οι τέχνες: οι εβδομαδιαίες όπερες στην πρώτη τηλεόραση της γειτονιάς, το πρώτο πέος στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Λευκωσίας (ανήκε στον Σεπτίμιο Σέβηρο), το μηνιαίο περιοδικό Η Γυναίκα και το Σπίτι, «με πατρόν για φορέματα [που] μου άρεσαν ιδιαίτερα, γιατί με γοήτευαν τα παράξενα σημάδια που στόλιζαν το χαρτί, και όπως τ' άνοιγα, ξετυλίγονταν μπροστά μου μυστηριώδεις χάρτες που οδηγούσαν σε κρυμμένους θησαυρούς».

Εκτός από πολιτιστικό ντοκουμέντο μιας Κύπρου αμετάκλητα εξόριστης, οι λεπτομέρειες των παλιών διαδρομών που παρατίθενται η μία δίπλα στην άλλη με τρόπο ποϊνταλιστικό, (ετούτο κι εκείνο και τ' άλλο) επιβεβαιώνουν τα δεδομένα της καλλιτεχνικής ιδιοσυγκρασίας: την αλληλεξάρτηση του αισθησιασμού με τις εικαστικές αναζητήσεις και του ερωτισμού με την περιρρέουσα μεταφυσική (εν προκειμένω την Καθολική μυθογραφία). Κυρίως, ίσως, σηματοδοτούν την επίπονη μετάλλαξη της αυτο-αμφισβήτησης σε τέχνη, μια και η δημιουργική δράση ενέχει εξ ορισμού το ρίσκο της ρήξης και της απεμπόλησης. (Διακύβευμα αδιαφιλονίκητο και στη ζωγραφική του Καραγιάν, ειδικά στα πιο σκοτεινά γυμνά του.)

«Με την εφηβεία και την αφύπνιση του κορμιού μου άρχισε να με γοητεύει το σκοτεινό. Διάβαζα "Υπεράνθρωπο", ένα εβδομαδιαίο περιοδικό που κυκλοφορούσε κάθε Τετάρτη. Φυσικά ήμουν με το μέρος του Καλού, του καλού Υπεράνθρωπου, της Αστραπής, της πανέμορφης κόρης του, και του Κεραυνού, του γιου του...έλα όμως που ασκούσε τρομερή γοητεία επάνω μου η Ρεγγίνα, και οι δέκα κακοί Υπεράνθρωποι, οι εχθροί τους! Ντυμένοι με πράσινες εφαρμοστές στολές, να κρύβουν τα ωραία καλογυμνασμένα κορμιά τους... αψηφούσαν τα κοινωνικά δεδομένα, ενώ στα σκληρά χαρακτηριστικά τους διέκρινα μια έντονη σεξουαλικότητα...στο ημίφως της κάμαρής μου, φανταζόμουν τα όργια που κάνανε μεταξύ τους γυμνοί, όταν δεν τους μάχονταν οι καλοί και το Κακό απλωνόταν στον κόσμο, και τότε με περιέλουζε η ηδονή».

Κι αφού έχουν όλα αυτά ειπωθεί ή υπονοηθεί, στη δεύτερη ενότητα του βιβλίου με τίτλο «Γλυκιά αίσθηση των παρωχημένων πραγμάτων» έρχονται τα φοιτητικά χρόνια στην Αθήνα της Μεταπολίτευσης, η αίθουσα Ανατομίας, η απρόθυμη στράτευση, η ερωτική σύγχυση και η ομοφυλοφιλική ενοχή και η συνακόλουθη εξιλέωση (επιτέλους!) μέσα από τη συνεύρεση με τη μία και μοναδική, ονειρική γυναίκα της ζωής του: «Και όταν ένα βράδυ αφεθήκαμε και ο μετέωρος μέχρι τότε ανδρισμός μου εισέδυσε στα μυστήρια της θηλυκότητας, μια ανείπωτη χαρά πλημμύρισε το είναι μου, που πια σε όλη τη μεγαλοπρέπειά του ενωνόταν με την καινούργια του μοίρα, και τη στιγμή της απόλυτης έκρηξης ευχαρίστησα την Εύα, που επέλεξε τον απαγορευμένο καρπό, ώστε ν' αποκαλυφθούν σ' εμάς τους θνητούς τα μυστικά της Δημιουργίας».

Στην ίδια αυτή ενότητα, μια συλλογή από φωτογραφίες, (εκδρομές, Απόκριες, το πιλοποιείο της μητέρας, ο πατέρας στην Αίγυπτο, οι Σμυρνιοί πρόγονοι), «ξεθωριασμένες εικόνες μιας άλλης εποχής, με κοστούμια και χτενίσματα του '30, ρομαντικά βλέμματα και πόζες», κάνουν ακόμα πιο παραστατική την αναβίωση ενός κόσμου που δεν πρόκειται να ξαναδούμε.

Μια κατάθεση ανερυθρίαστα βιωματική, γεμάτη στιγμιότυπα που συνθέτουν μια τροχιά μεγαλύτερη από το άθροισμα των επιμέρους στιγμών. Ιδιαίτερη είναι η συμβολή του βιβλίου ως μαρτυρία στην εξέλιξη του ομοφυλοφιλικού Φαντασιακού σε συνθήκες, ως είθισται, εχθρικές και στην πραγμάτωση ενός επινοητικού εγώ μέσα από την τέχνη.

[Η μητέρα] «με ήθελε τίμιο, δίκαιο, και με έμαθε ότι τα χρήματα δεν έχουν αξία, αξία έχει η αξιοπρέπεια στην κοινωνία, όσο σκληρό κι αν ήταν το τίμημα - αυτό που πλήρωσε η ίδια. Τα πρώτα τα έμαθα καλά, όσο για το τελευταίο, πολύ που σκοτίστηκα».

Κ.Μ.

**********

Αληθής ιστορία είναι ο τίτλος που φέρει το σπονδυλωτό αφήγημα του κύπριου ζωγράφου Ανδρέα Καραγιάν, χωρισμένο σε 20 ξεχωριστές, αυτοτελείς, εγκιβωτισμένες οντότητες. Πρόκειται για ένα φιλόδοξο όσο και παράξενο αυτοβιογραφικό εγχείρημα, το οποίο καλύπτει μια χρονική περίοδο από τη δεκαετία του '40 μέχρι τη δεκαετία του '60 και το 22ο έτος της ηλικίας του. Το αφηγηματικό νήμα ξεκινάει αργά αργά στην Κύπρο (πρώτο μέρος του έργου), για να αποκτήσει ιδιαίτερη ταχύτητα (δεύτερο μέρος) στην Αθήνα.

Το κείμενο, ενώ είναι συρραμμένο με τρόπο γλαφυρό, ελαφρώς αυτοσαρκαστικό και παιγνιώδη, φωτίζει διακριτικά το ύφος μιας ολόκληρης εποχής, υπερβαίνοντας τον κίνδυνο ή την κακή αισθητική των φλας μιας αναμνηστικής απεικόνισης προσωπικών γεγονότων. Γραμμένο σε μια γλώσσα που ισορροπεί με ειλικρίνεια μεταξύ της δημοτικής και της καθαρεύουσας, παρεμβάλλει με ιδιαίτερο τρόπο την κυπριακή διάλεκτο ως μητρική, περιφραγμένη πολλές φορές εντός εισαγωγικών, να κορυφώνει τον μύθο εκεί που είναι αδύνατον να διαβεί η κοινή ελληνική.

Η Αληθής ιστορία, έργο προσεγμένο στις λεπτομέρειες, προσφέρει ακόμη δύο καίρια ψήγματα διαφορετικότητας. Ψήγμα πρώτο: τα ήθη. Οταν το 1978 ο ζωγράφος Ανδρέας Καραγιάν εξέθεσε τα πρώτα ανδρικά γυμνά στην Κύπρο τάραξε τα νερά της εγχώριας κοινωνίας, γιατί δεν το είχε τολμήσει κανείς πιο πριν. Το ίδιο έρχεται να διαπράξει ξανά, ύστερα από είκοσι χρόνια, με περισσότερη γαλήνη, διά της γραφής. Πίσω από τη facade μιας μεσοαστικής οικογένειας, ξεπηδάνε αντικρουόμενα συμφέροντα, πάθη, απαγορευμένες πράξεις και ανομολόγητοι έρωτες. Και πού το περίεργο; Το παράξενο έγκειται στον τρόπο. Οταν η αλήθεια δεν προχωρά μέσα από τις αυστηρές συμβάσεις της εποχής, περνά διαμεσολαβημένη με το νυστέρι ενός προσωπικού χιούμορ. Οι ειλικρινείς περιγραφές της οικογενειακής όσο και προσωπικής διαφορετικότητας δημιουργούν υψηλή αισθητική ένταση, γιατί γίνονται υπό το πρίσμα της αθωότητας και το βλέμμα ενός διψασμένου νέου που σκέφτεται. Πίσω από την εγκράτεια και το απαγορευμένο δημιουργούνται ψήγματα ιδανικών στιγμών που δίχως θόρυβο κλέβουν ίσως κάτι από το ύφος της Jane Austen ή του Marcel Proust.

Ψήγμα δεύτερο: Οι πόλεις. Η Λευκωσία. Μια διαφορετική, αδιαίρετη πρωτεύουσα εμφανίζεται στην Αληθή ιστορία. Είναι η Λευκωσία μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο και μέχρι την ΕΟΚΑ. Ο Καραγιάν επονομάζει την περίοδο Belle epoque, γιατί όντως ήταν μια ξέγνοιαστη ώρα για τα ανώτερα και μεσαία στρώματα. Μέσα στις σελίδες του πρώτου μέρους δεσπόζει η οδός Ουζουνιάν και ξετυλίγονται καρέ καρέ χοροεσπερίδες, απογευματινά tee party, ball masque, θερινά σινεμά, μια άλλης ποιότητας αστική ζωή και μια άλλου μεγέθους επικοινωνία, κοινωνικότητα, ασφάλεια και συνοχή. Πριν ραγίσει, η πόλη σαν ποτήρι ήταν ολόκληρη και σε καλούσε να πιεις από μέσα όλη τη ζωή. Η Αθήνα. Η Αθήνα του '60, νεόδμητη, με το άρωμα της πασχαλιάς αλλά και το σκοτεινό -την ενοχή για τις αναδυόμενες σεξουαλικές φαντασιώσεις και την απουσία της εκπλήρωσής τους-, όπως και τη γοητεία των παλιών ιστοριών, ευγενικών και παραμυθένιων, από τη Σμύρνη όπου ζει ο ήρωας, στις αφηγήσεις μιας γυναίκας που κατάντησε πρόσφυγας «ενώ ήταν γεννημένη γι' άλλα τρανά πράγματα».

Ο Καραγιάν αυτοβιογραφούμενος χτίζει γέφυρες επικοινωνίας μέσα στον χρόνο παρουσιάζοντας πόλεις μαγικές με «μισοϊδωμένα πρόσωπα». Μέσα από το διαφορετικό που γίνεται ξεχωριστό και δεν φωνασκεί, μας υπενθυμίζει την ιδεώδη πολιτεία. Δίνοντας ενδείξεις ενός κόσμου που χάθηκε δεν γίνεται παρά να προκαλέσει νοσταλγία στους μεγαλύτερους και να δώσει το έρεισμα στους νεότερους να ξαναχτίσουν τη νέα Πόλη ως εχθροί του μετρίου. Γιατί τότε ο κόσμος δεν ήταν κατακερματισμένος, ήταν εδώ ολόκληρος, δεμένος γύρω σου, δίπλα σου, στην τσέπη σου, σαν να σου ανήκε. Η ζωή δεν ήταν παζλ, ήταν ολοήμερο παιχνίδι, ένα κουτί σπίρτα που μπορούσες να παίξεις μαζί τους και να ανάψεις τον κόσμο φωτιά.

Τ.Γ.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Ενα μικρό άλογο
Αθέμιτα ερωτικά πάθη
Το βλήμα της εικόνας
Εξουσία δεν είναι μόνο το κράτος και η πολιτική
Η θεατρική γραφή
Πρωτεργάτες καταστάσεων
Τοπιογράφοι και αμαξάδες πριν από τα ταξί
Λογοτεχνικοί χαρακτήρες του Βυζαντίου
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Άμος Οζ
Ιστορία αγάπης και ερέβους
Από τις 4:00 στις 6:00
Shakespeare και μουσική
Ανεξάρτητος ήχος με παγκόσμια απήχηση
Κριτική βιβλίου
Ενα μικρό άλογο
Αθέμιτα ερωτικά πάθη
Το βλήμα της εικόνας
Εξουσία δεν είναι μόνο το κράτος και η πολιτική
Η ζωή, μια opera buffa
Η θεατρική γραφή
Πρωτεργάτες καταστάσεων
Τοπιογράφοι και αμαξάδες πριν από τα ταξί
Λογοτεχνικοί χαρακτήρες του Βυζαντίου
Ποίηση
Ενα γράμμα
Η σειρά βιβλίων ποίησης «ΤΤΤ» στις εκδόσεις Νεφέλη
Ο εναγκαλισμός με τον Ταρκόφσκι
Προδημοσίευση
Για τα δικαιώματα του ανθρώπου
Άλλες ειδήσεις
Μια επιστολή