Έντυπη Έκδοση

R.Ε.Μ.

Ανεξάρτητος ήχος με παγκόσμια απήχηση

Σε λίγες μέρες συμπληρώνονται 30 χρόνια από την ημέρα που συναντήθηκαν για πρώτη φορά σε ένα δισκοπωλείο της Αθήνας, στην Τζόρτζια, ο κιθαρίστας Peter Buck με τον τραγουδιστή Michael Stipe.

Ο Buck δούλευε εκεί και ο Stipe έτυχε να θέλει να αγοράσει όλους σχεδόν τους δίσκους που φύλαγε ο Buck για τον εαυτό του και τους αγόραζε σιγά σιγά, σύμφωνα με τις οικονομικές του δυνατότητες. Από τις βασικές του προτιμήσεις, ο Leonard Cohen.

Στα άλμπουμ αυτά υπήρχαν καλλιτέχνες όπως οι Velvet Underground, Patti Smith, Television και άλλοι από τον χώρο του πανκ. Σύντομα στην παρέα τους προστέθηκαν και οι Mike Mills και Bill Berry, που ήταν επίσης φοιτητές στο Πανεπιστήμιο της ίδιας πόλης και ο Stipe έδωσε το όνομα στο συγκρότημα ύστερα από μια σύντομη αναζήτηση σε ένα λεξικό.

Με την κυκλοφορία του πρώτου τους σινγκλ, που ήταν το Radio Free Europe, το συγκρότημα έφερε με τον ήχο του ξανά στην επικαιρότητα την κιθαριστική ποπ. Υπήρχαν βέβαια αρκετά συγκροτήματα που διατηρούσαν τους δεσμούς με το αμερικανικό πανκ, αλλά κανένα από αυτά δεν είχε καταφέρει να πλησιάσει σε επιτυχία τα ονόματα από τα οποία είχε επηρεασθεί. Οι R.Ε.Μ. μπορεί να επηρεάστηκαν από το παρελθόν, αλλά κατάφεραν από την αρχή να αποκτήσουν δικιά τους ταυτότητα χάρη στο προσωπικό παίξιμο του κιθαρίστα Peter Buck και τα ξεχωριστά φωνητικά του Michael Stipe.

Για αρκετά χρόνια οι R.Ε.Μ. παρέμεναν ένα καλά κρυμμένο μυστικό, που ήταν γνωστό μόνο στο περιορισμένο κοινό αυτών που παρακολουθούσαν τους κολεγιακούς ραδιοφωνικούς σταθμούς της Αμερικής. Οπως και οι Talking Heads, που είχαν εμφανισθεί μόλις τρία χρόνια πριν από αυτούς, έτσι και οι R.Ε.Μ. από τα πρώτα τους βήματα κατάφεραν να έχουν στο ενεργητικό τους τραγούδια που δεν θα μπορούσε να τα πει καμία άλλη μπάντα: Seven Chinese Brothers, επηρεασμένο από γνωστό κινεζικό παραμύθι, στο οποίο όμως τα αδέλφια είναι πέντε, Harborcoat για τη ναζιστική Γερμανία, δοσμένο από την άποψη ενός Εβραίου, Exhuming McCarthy, το οποίο έγραψαν για να περιγράψουν ό,τι ο μακαρθισμός έκανε προσπάθειες να επιστρέψει, It's The End Of The World As We Know It, Finest Worksong, The One Ι Love, Orange Crush κ.ά.

Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω το συγκρότημα σε μία από τις πρώτες εμφανίσεις τους στη Νέα Υόρκη στις αρχές της δεκαετίας του '80, όταν άνοιξαν τη συναυλία των 10.000 Maniacs στο Ράδιο Σίτυ και θυμάμαι ότι με είχαν εντυπωσιάσει.

Η παρουσία τους αναβίωσε το λεγόμενο Southern Rock, με ήχο όμως που διέφερε αρκετά από τα παραδοσιακά συγκροτήματα της δεκαετίας του '70 και έδινε μεγαλύτερη έμφαση στη σχέση του ροκ με το πανκ, που είχαν επαναφέρει στην επικαιρότητα η Patti Smith, οι New York Dolls και άλλα ονόματα από την δεκαετία του '70, επηρεάζοντας τα μέλη των R.Ε.Μ. που τότε ήταν παιδιά.

Το να ανήκεις στον χώρο του ανεξάρτητου ροκ και οι Times της Νέας Υόρκης να επιλέγουν το πρώτο σου τραγούδι -που κυκλοφόρησε μάλιστα σε περιορισμένα αντίτυπα (Radio Free Europe)- μέσα στα 10 καλύτερα της χρονιάς, σίγουρα είναι ένα πολύ ενθαρρυντικό στοιχείο για τη συνέχεια και τα μέλη των R.Ε.Μ. φρόντισαν με την πορεία τους να δικαιώσουν αυτόν που τους ξεχώρισε από την πρώτη στιγμή και όχι μόνο καθιερώθηκαν, αλλά έβαλαν και τις βάσεις για να διεκδικήσουν σήμερα τον τίτλο του μακροβιότερου σε επιτυχία αμερικανικού συγκροτήματος για τα τελευταία 30 χρόνια.

Γίνεται εύκολα αντιληπτό το ότι κανένα άλλο αμερικανικό συγκρότημα στο ίδιο χρονικό διάστημα δεν κατάφερε να ηχογραφήσει τόσα πολλά καλά άλμπουμ. Αυτό προκύπτει βέβαια από την ανταπόκριση κοινού και κριτικών, αλλά και μαθηματικά, αφού συνολικά κυκλοφόρησαν 14 στούντιο άλμπουμ, ιδιαίτερα μεγάλος αριθμός για συγκρότημα του δικού τους βεληνεκούς. Σε κανένα μάλιστα από αυτά ο τίτλος δεν αφορά κάποιο από τα τραγούδια που περιέχει, όλα έχουν έναν αυτόνομο, σχετικά παράξενο τίτλο.

Από την αρχή οι R.Ε.Μ. χρησιμοποίησαν αρκετούς διαφορετικούς παραγωγούς, όπως ο Mitch Easter (Murmur) 1983 (ο Easter στη δεκαετία του '70 ήταν μέλος των Game Theory και αργότερα στις αρχές του '80 βασικό μέλος του συγκροτήματος Let's Active, ο Joe Boyd (Fables Of The Reconstruction) 1985, που ήταν παραγωγός των Fairport Convention και ο Nick Drake, οι οποίοι βοήθησαν το συγκρότημα να αναπτύξει τις ακουστικές του δυνατότητες φέρνοντάς τους πιο κοντά στη μουσική φολκ.

Για το τέταρτο άλμπουμ τους το συγκρότημα χρησιμοποίησε ως παραγωγό τον Don Gehman, που είχε δουλέψει πριν με τον John Mellencamp. Ο Gehman, που δεν είχε χρόνο να ηχογραφήσει το πέμπτο άλμπουμ τους, θα τους συστήσει τον Scott Litt, ο οποίος θα κάνει παραγωγή στα επόμενα πέντε άλμπουμ τους και θα αλλάξει εντελώς την τύχη τους οδηγώντας τους στην κορυφή με μία σειρά από εντυπωσιακούς δίσκους, όπως το άλμπουμ Document (1987), το πρώτο άλμπουμ τους που ξεπέρασε το 1 εκατ. αντίτυπα, περιείχε την επιτυχία τους The One Ι Love και τους χάρισε το πρώτο εξώφυλλο στο περιοδικό Rolling Stone, που τους χαρακτήρισε μάλιστα την καλύτερη αμερικανική ροκ εντ ρολ μπάντα. Το επόμενο άλμπουμ Green ηχογραφείται στο Νάσβιλ και το συγκρότημα αρχίζει να ασχολείται περισσότερο με την πολιτική παίρνοντας θέση σε πολλά από τα κοινωνικά προβλήματα της εποχής.

Το Out Of Time (1990) θα ηχογραφηθεί με αρκετά παραδοσιακά όργανα, όπως μαντολίνο, ακουστική κιθάρα και για πρώτη φορά θα έχει σημαντική συμμετοχή το όργανο. Το Losing My Religion από αυτό το άλμπουμ θα γίνει η μεγαλύτερη επιτυχία τους, παρότι η εταιρεία τους δεν ήθελε αρχικά να το κυκλοφορήσει σαν σινγκλ. Ο Stipe για πρώτη φορά άρχισε να τραγουδά σε εκκλησίες όταν ήταν 18 ετών και είχε καλή επαφή με την θρησκεία. Στη συνέχεια, το 1992 κυκλοφορεί το Automatic For The People, που για πολλούς είναι το καλύτερο άλμπουμ τους και ο John Paul Jones, μπασίστας των Led Zeppelin θα κάνει την ενορχήστρωση σε μερικά από τα τραγούδια του δίσκου. Θα ακολουθήσει το Monster το 1994 με αρκετά πιο ροκ ήχο, κάτι που περίμεναν αρκετά χρόνια οι φίλοι του συγκροτήματος, αλλά η σύγκριση με το Automatic For The People μοιραία οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι μεγάλες στιγμές για το συγκρότημα ήταν πια παρελθόν. Το άλμπουμ αυτό θα οδηγήσει στην πρώτη περιοδεία ύστερα από έξι χρόνια αποχής από τις ζωντανές εμφανίσεις και το What's The Frequency Kenneth?, που ήταν ένα από τα τραγούδια του δίσκου, θα ακούγεται σε κάθε συναυλία τους στα επόμενα χρόνια. Οι περιοδείες αυτές ταυτόχρονα θα αλλάξουν και τη φυσιογνωμία τους ως συγκροτήματος, αφού ο Peter Buck θα καταρρεύσει στη σκηνή σε εμφάνισή τους στη Λοζάνη της Ελβετίας και το εγκεφαλικό ανεύρυσμα, από το οποίο επέζησε, θα τον οδηγήσει στο να αποχωρήσει από το συγκρότημα.

Ο Peter Buck επηρεάστηκε αρχικά από τον Roger McGuinn στο παίξιμο της κιθάρας του, όπως και από συγκροτήματα όπως οι Smiths, Big Star και Soft Boys, ο Mike Mills από τον Paul McCartney και τη μελωδική πλευρά των Yes. Ο Michael Stipe ήταν αυτός που ενορχήστρωνε συνήθως τα τραγούδια τους, ενώ παράλληλα έχει και τη μεγαλύτερη συμμετοχή στους στίχους τους. Ολοι μαζί απέδειξαν ότι μπορεί κάποιο συγκρότημα να γίνει μεγάλο χωρίς να χρειαστεί να προδώσει τις αρχές του.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Μουσική
Σχετικά θέματα: Από τις 4:00 στις 6:00
Shakespeare και μουσική
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Άμος Οζ
Ιστορία αγάπης και ερέβους
Από τις 4:00 στις 6:00
Shakespeare και μουσική
Ανεξάρτητος ήχος με παγκόσμια απήχηση
Κριτική βιβλίου
Ενα μικρό άλογο
Αθέμιτα ερωτικά πάθη
Το βλήμα της εικόνας
Εξουσία δεν είναι μόνο το κράτος και η πολιτική
Η ζωή, μια opera buffa
Η θεατρική γραφή
Πρωτεργάτες καταστάσεων
Τοπιογράφοι και αμαξάδες πριν από τα ταξί
Λογοτεχνικοί χαρακτήρες του Βυζαντίου
Ποίηση
Ενα γράμμα
Η σειρά βιβλίων ποίησης «ΤΤΤ» στις εκδόσεις Νεφέλη
Ο εναγκαλισμός με τον Ταρκόφσκι
Προδημοσίευση
Για τα δικαιώματα του ανθρώπου
Άλλες ειδήσεις
Μια επιστολή