Έντυπη Έκδοση

Η ανειλημμένη υποχρέωση ενός μυθιστορήματος

Λέανδρος Πολενάκης

Ιστορίες από το Χαμένο Βιβλίο

εκδόσεις Ενεκεν, σ. 224, ευρώ 12,06

Αδυνατώντας, φαίνεται, να βρει μια πιο ικανοποιητική μυθοπλαστική διέξοδο στο ανυπέρβλητο συγγραφικό ζήτημα «τι να γράψω;», ο Λέανδρος Πολενάκης αποφάσισε να συμφύρει στις σελίδες του παρόντος βιβλίου ετερόκλιτες ιστορίες, εκβιάζοντας τη συνύπαρξή τους με ισχνούς συνδετικούς αρμούς. Συνεπώς, η αφήγηση σχηματοποιείται από την αλλοπρόσαλλη συρραφή διηγήσεων, οι οποίες παρουσιάζονται θρυμματισμένες, αποσπασμένες από ποικίλες πηγές, της λογοτεχνίας, της ιστοριογραφίας, της ιστορίας της τέχνης, της προφορικής παράδοσης. Ο συγγραφέας τις παραθέτει σωρηδόν, χωρίς να προβληματίζεται ιδιαίτερα για τη συνοχή και τον ειρμό αυτού του καταφανώς ακυβέρνητου συμπιλήματος. Διόλου επιλεκτικός καθώς είναι, σταχυολογεί με άνεση επεισόδια της ελληνικής αλλά και της παγκόσμιας ιστορίας, μαζί με παραθέματα λογοτεχνικών έργων, τα αναμειγνύει, προσθέτοντας στιγμιότυπα της σύγχρονης ζωής και σε αυτό το υβριδικό σκηνικό τοποθετεί χαρακτήρες, επινοημένους με βάση πραγματικά πρόσωπα, οι οποίοι διαγράφουν σύντομες τροχιές πριν εγκαταλείψουν οριστικά το βιβλίο, αφήνοντας μόνο τον αφηγητή με τις ιδιωτικές του έγνοιες, χαμένο σ' έναν γραφειοκρατικό λαβύρινθο. Δεν εκπλήσσει τελικά καθόλου το ότι ο παροξυσμός συγγραφικής ευρηματικότητας καταλήγει σε μια φαντασμαγορική ασυναρτησία, όπου φευγαλέα υποφώσκει η παρωδία.

Με αφετηρία έναν μύθο της νησιωτικής γενέτειρας του αφηγητή για έναν αγρότη που εξαπάτησε έναν δεσπότη με δόλωμα ένα λαχταριστό ψάρι, ο Πολενάκης εξακτινώνει το βλέμμα του σε παλιές ιστορίες τού εν λόγω νησιού, ανασυνθέτοντας κατ' αρχάς την περιπλάνηση της γερόντισσας Πελαγίας, ηγουμένης κάποτε σε γυναικεία μονή του τόπου, και της επίσης μοναχής Ευλαλίας, μόλις δεκαπέντε ετών, της οποίας το υποκοριστικό (Λιαλιώ) ανακαλεί νοσταλγικά το παπαδιαμαντικό διήγημα. Η λαϊκή φαντασία ήθελε ακατονόμαστα έργα του Σατανά να εκτυλίσσονται πίσω από τους τοίχους του μοναστηριού και εξύφαινε φοβερές ιστορίες, τις οποίες εν μέρει δικαίωσε η βίαιη διάλυση της μονής. Την ασύλληπτη αγριότητα που ασκήθηκε σε βάρος των μοναχών, μαρτυρούν τα κομματιασμένα λείψανα του υπέρθυρου της Ωραίας Πύλης, τα οποία συνέλεξε ο ίδιος ο αφηγητής και τα συνένωσε για να βρεθεί ενώπιον ενός αριστουργήματος της αγιογραφίας. Από το μοναστήρι του νησιού τα συγγραφικά βήματα κατευθύνονται προς τη μεγάλη πόλη, όπου, Οκτώβριο του 1854, σημειώνονται οι πρώτες εργατικές κινητοποιήσεις. Προσπερνώντας μ' ένα θηριώδες οπισθοδρομικό άλμα τα αιματόβρεχτα εργοστάσια του Κολωνού, ο συγγραφικός διασκελισμός ακινητοποιείται για λίγο στην αποφράδα ημέρα του 1687, όταν μια οβίδα του ενετικού στρατού διαμέλισε ανεπανόρθωτα τον Παρθενώνα, και με την ευκαιρία εποπτεύει τις σκιώδεις δοσοληψίες μεταξύ του Μοροζίνι και του κόμη Καίνιξμαρκ, υποπτευόμενος την παρεμβολή σε αυτές ακαταδάμαστων ερωτικών παθών. Κατόπιν, ο αφηγητής διεξέρχεται σημαδιακές στιγμές από τον αγώνα της ανεξαρτησίας, πληροφορούμενος, μεταξύ άλλων, το παρασκήνιο της ναυπήγησης των φρεγατών του ελληνικού στόλου στην Αμερική του 1826, ενώ δεν παραλείπει να εξάρει το αδούλωτο ταμπεραμέντο της Μαντώς Μαυρογένους, η οποία τον Αύγουστο του 1824 παρότρυνε τις γυναίκες της Γαλλίας να χρησιμοποιούν τη θηλυκότητά τους προκειμένου να μεταστρέφουν τους άνδρες τους υπέρ της ελληνικής υπόθεσης. Παρά τη δυναμικότητά της, ωστόσο, δεν γλίτωσε τα τραύματα στην άνιση μάχη της με τον έρωτα, στο πρόσωπο του Δημητρίου Υψηλάντη. Λίγο πριν σαλπάρει και ο αφηγητής με μια ωραία γολέτα του 19ου αιώνα, βαφτισμένη εις μνήμη τής καπετάνισσας «Μανταλούσα», αμερικανικό σκαρί, δοκιμασμένο στα τρικυμιώδη ύδατα της ιστορίας, προς τα εκεί όπου τον καρτερεί η έμπνευση του επόμενου βιβλίου, αναφωνώντας, πλησίστιος ήδη, στην καταληκτική σελίδα, «όρτσα τα πανιά!», εκχωρεί τις ύστατες λέξεις του σε ένα θήλυ εξίσου μυθικό, με αγαλμάτινο, καίτοι ακρωτηριασμένο, σώμα, στην Αφροδίτη της Μήλου.

Ανάμεσα σε όλον αυτό το σωρό από χρονικές ψηφίδες και ετερογενή γλωσσικά ύφη που τις αναπαριστούν, σταθερό σημείο αναφοράς παραμένει το εκχυδαϊσμένο παρόν, από όπου ο Πολενάκης αρύεται τις σαρκαστικές του αιχμές. Στην αρχή του βιβλίου, για παράδειγμα, ο ήρωας παρίσταται σε κοσμική συνεστίαση που λαμβάνει χώρα στο «Cosmopolitan Hotel». Εκεί, πέριξ της φωτόλουστης πισίνας, ακροβολίζονται οι πιο ιταμοί εκπρόσωποι του πολιτιστικού και ακαδημαϊκού χώρου, τη χυδαιότητα των οποίων υπογραμμίζουν εύγλωττα τα γελοιογραφικά τους ονοματεπώνυμα. Οσον αφορά τον ιδιωτικό βίο του πρωταγωνιστή, εκεί κυριαρχούν ευλόγως ήσσονες μέριμνες, με κυριότερη εξ αυτών την πώληση ενός αγροτεμαχίου, κληρονομιά της μητέρας του. Κατευθυνόμενος -σε κάποιο σημείο του βιβλίου- στο συμβολαιογραφείο για τη διεκπεραίωση της αγοραπωλησίας, ο αφηγητής σταματά στο «Καφενείον των φίλων», όπου παρακολουθεί την εκρηκτική συνεδρίαση του «Καφενειοδικείου Αθηνών» -ενός από τα πολλά της ελληνικής επικράτειας-, το οποίο εκείνη τη μέρα εκδίκαζε την υπόθεση της εσχάτης προδοσίας, που βάρυνε τον τελευταίο Βυζαντινό αυτοκράτορα. Καθώς οι διάδικοι συνεχίζουν να λογομαχούν για το αν ο Κωνσταντίνος ο Παλαιολόγος όφειλε να συνθηκολογήσει με τον Μωάμεθ τον Πορθητή προκειμένου να γλιτώσει το έθνος από τα τετρακόσια χρόνια σκλαβιάς, ο ήρωας φεύγει από το καφενείο της Θέμιδος, υπακούοντας στη γραφειοκρατική του οδύσσεια. Από το γραφείο της συμβολαιογράφου μεταφέρεται εσπευσμένα σε δικηγορικό γραφείο, έναν θύλακο σπάνιων έργων τέχνης, και από εκεί καταδύεται στα άδυτα μιας ΔΟΥ, όπου, μιμούμενος την καπατσοσύνη ενός αγρότη που είχε αποκτήσει σε παλαιούς καιρούς ένα κτήμα, το οποίο ανήκε στον δεσπότη του τόπου του, καταφέρνει να απαλλαγεί από τον υπέρογκο φόρο κληρονομιάς.

Επειδή, όμως, ο αφηγητής πέρα από πολίτης του σύγχρονου ελληνικού κράτους είναι πρωτίστως επίδοξος συγγραφέας, στο δέκατο κεφάλαιο ανακαλύπτει το χειρόγραφο ενός άγνωστου Αργεντινού συγγραφέα, το οποίο, όπως εύκολα διαπιστώνει ο βιβλιόφιλος ευρετής, είναι ένας κέντρωνας· λογοτεχνικό είδος παλαιότατης προέλευσης, που στα καθ' ημάς ανέλαβε να αναστήσει ο Σταύρος Κρητιώτης με το «Μηνολόγιο ενός απόντος» (Πόλις, 2005), όπου η διακειμενικότητα προτείνεται σαν λύση τόσο της μορφής όσο και του περιεχομένου. Το πόνημα του προαναφερθέντος εγχώριου πεζογράφου, όπως και αυτό του φανταστικού Αργεντινού συγγραφέα, προέκυπτε από τη συνύφανση αποσπασμάτων από ξένα κείμενα. Ωστόσο, ο Πολενάκης μόνο περιστασιακά αλιεύει αυτούσια παραθέματα από άλλα βιβλία, προτιμώντας να συναρμόζει θρύμματα ιστοριών, προσωπικής του επίνοιας. Ακόμα και στην περίπτωση του χειρογράφου, το οποίο φτάνει ως διά μαγείας στα χέρια του αφηγητή, τα προτεινόμενα ως πηγές κείμενα αποδεικνύονται κατά κύριο λόγο πλαστά. Οπως και να έχει, το εύρημα ταιριάζει, λόγω ακριβώς της πολυσυλλεκτικότητάς του, στο αφηγηματικό καλειδοσκόπιο του Πολενάκη, το οποίο προς στιγμή μοιάζει να φανερώνει στον παραζαλισμένο αναγνώστη το κρύφιο νόημά του. Εχοντας απέναντί του τα σπαράγματα ενός χαμένου βιβλίου, ο αφηγητής-συγγραφέας συλλογίζεται πως αυτές οι ξένες σελίδες θα μπορούσαν να αποκαταστήσουν τα κενά της δικής του συγγραφής, «συνομιλώντας» μαζί της. Διότι, όπως λέει, κάθε κείμενο προσκρούει κάποτε νομοτελειακά σ' ένα σημείο μηδέν, το οποίο παρεμποδίζει την αρτίωσή του. Από το άλλο μέρος, κάθε συγγραφέας οφείλει να γνωρίζει πως η ιστορία που επιθυμεί να γράψει, «βρίσκεται πάντα πέραν των ορίων της γραφής», γι' αυτόν το λόγο ένα κομμάτι της ιστορίας του «μένει πάντοτε άγραφο, λευκό, ανερμήνευτο», αποζητώντας την ερμηνεία και τη συμπλήρωσή του από ένα άλλο κείμενο. Η συλλογιστική αυτή οδηγεί τον συγγραφέα στο συμπέρασμα πως μόνο τα αποσπάσματα ενός χαμένου βιβλίου, αλληγορικά ιδωμένου προφανώς, μπορούν να καταστήσουν την αφήγησή του ακέραιη.

Πάντως, ο εκ Λατινικής Αμερικής ορμώμενος συγγραφέας και το χαμένο βιβλίο του δεν συνέδραμαν σημαντικά το μυθιστόρημα του Λέανδρου Πολενάκη, στο οποίο η μυθοπλασία παραμένει μέχρι τέλους ένα ζήτημα σε εκκρεμότητα. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Ο Αράπης του Πικρού
Ο λευκός θόρυβος της 11/9
Η «άγονη» χώρα της μητρότητας
Η αυτοβιογραφία μιας εποχής
Οι σκιώδεις διαδρομές του Ψυχρού Πολέμου
Ενα παιχνίδι ερωτικής οπτασίας κι ένας ύμνος στη γενναιότητα
Ελληνες «Εγκυκλοπαιδιστές» - πέρασαν και δεν κόλλησαν!...
Θραύσματα αυτοβιογραφίας
«Ο,τι ζωγραφίζω μού έρχεται σε όνειρο»
Η ποιητική του χάκερ
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Ο Αράπης του Πικρού
Ο λευκός θόρυβος της 11/9
Η «άγονη» χώρα της μητρότητας
Η αυτοβιογραφία μιας εποχής
Οι σκιώδεις διαδρομές του Ψυχρού Πολέμου
Η ανειλημμένη υποχρέωση ενός μυθιστορήματος
Ενα παιχνίδι ερωτικής οπτασίας κι ένας ύμνος στη γενναιότητα
Ελληνες «Εγκυκλοπαιδιστές» - πέρασαν και δεν κόλλησαν!...
Θραύσματα αυτοβιογραφίας
«Ο,τι ζωγραφίζω μού έρχεται σε όνειρο»
Η ποιητική του χάκερ
Συνέντευξη
Ο παλαιστής και ο δερβίσης
Από τις 4:00 στις 6:00
Ουράνιο τόξο, πηγή αισιοδοξίας
Ακροβατώντας μεταξύ κάντρι και ροκ
Άλλες ειδήσεις
«Μια ζωή»
Η αιρετική θέση