Έντυπη Έκδοση

Ενα παιχνίδι ερωτικής οπτασίας κι ένας ύμνος στη γενναιότητα

Τι συμβαίνει όταν οι ποιητές διαλέγουν για πρωταγωνιστές του στίχου τους ονόματα; Τι είναι το ερωτικό όραμα της γοητευτικής Τζούλιας; Μια απτή, σωματική επιθυμία ή ένα άυλο, μακρινό και εντελώς άπιαστο όνειρο;

Και σε τι μπορεί να αναφέρεται ένα μεταμοντέρνο έπος για τον Καραϊσκάκη; Στον ακατάβλητο ήρωα του 1821 ή σ' ένα αίτημα πνευματικής και καλλιτεχνικής ακεραιότητας;

Γιάννης Ζέρβας

Τζούλια 2

εκδόσεις Αγρα, σ. 168, ευρώ 12,56

Με έξι μέχρι στιγμής συλλογές στο ενεργητικό του, ο Γιάννης Ζέρβας επιλέγει να συστεγάσει στο καινούριο του βιβλίο την πρώτη και την τελευταία ποιητική δουλειά του: την «Τζούλια», που κυκλοφόρησε το 1983, στη σειρά του περιοδικού «Τραμ» («Τα τραμάκια»), και την «Τζούλια 2», που καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της σημερινής έκδοσης της Αγρας. Ποια ακριβώς είναι, όμως, η Τζούλια, που τιτλοφορεί δύο ποιητικές συλλογές, καλύπτοντας το διάστημα μιας τριακονταετίας; Οπως εύκολα, ίσως, υποθέτει κανείς, η Τζούλια είναι μια ερωτική περσόνα: μια περσόνα που έχει απασχολήσει διά μακρών τον ποιητή, έχει εγκατασταθεί οριστικά στην καρδιά και στη συνείδησή του και τρέφει την ψυχή και τον λογισμό του με τα ισχυρότερα αισθήματα.

Οι δυο Τζούλιες δεν είναι ταυτόσημες. Η νεανική Τζούλια έχει κάτι έντονα φευγαλέο και αέρινο, χάνεται κάθε τόσο από τον ορίζοντα, για να εμφανιστεί, όμως, απροειδοποίητα σε κάποιο άλλο σημείο του, ενώ σκαρφαλώνει στην υψηλότερη βαθμίδα της ερωτικής θέασης, για να ανατρέψει και πάλι αιφνιδιαστικά την κλίμακα, ορίζοντας εξαρχής την ιεραρχία της λατρείας που περιβάλλει τη μορφή της. Η ώριμη Τζούλια, από την άλλη μεριά, είναι περισσότερο χειροπιαστή και σταθερή, έχει ενδεχομένως αποκτήσει παιδιά, όπως και διάφορες καθημερινές φροντίδες, και μοιάζει κάπως βαρύτερη, παρά την ακμαία ακόμη ερωτική της λάμψη, από την εμπειρία ζωής την οποία εύλογα έχει συγκεντρώσει. Τόσο, όμως, η παλιά όσο και η τωρινή Τζούλια διατηρούν ένα χαρακτηριστικό που προσδιορίζει αποφασιστικά την ποίηση και την ποιητική του Ζέρβα: την κατάφαση ή το μέσον πλοήγησης και επιβίωσης στο εσωτερικό μιας κατά τ' άλλα χαοτικής πραγματικότητας, ικανής να συντρίψει με τις ανερμάτιστες διαθέσεις της κάθε απόκλιση και αντίσταση: «Από το καλοκαίρι και μετά εμπόδια στα εμπόδια / Κλειστός ο κόσμος τίποτα δεν προχωρά, μισθός, δουλειά / Ολα στραβά κλειστά / Τόσο πιο επίμονη στη μάχη τόσο νεότερη κάθε φορά / Τόσο βαθύτερο το βλέμμα / Σαν του παιδιού / Που δεν ήρθε πάλι ο πατέρας / Μόνη μου - θα νικήσω».

Οπως κι αν δούμε ή αν ονομάσουμε την Τζούλια, με όποια άλλη ποιητική φιγούρα κι αν υποκαταστήσουμε την περσόνα της (με τη Βεατρίκη, που θα οδηγήσει τον Δάντη, παρέα με τον Βιργίλιο, στην εκτυφλωτική αποκάλυψη της «Θείας Κωμωδίας», με τη Λάουρα, που θα παραμείνει ο ύπατος, αλλά αδιευκρίνιστος πόθος του Πετράρχη, με την Ευρυδίκη, που θα ρίξει τον Ορφέα σε βαρύ και αθεράπευτο πένθος, ή με την οργουελιανή Τζούλια, που θα ζήσει μια σπουδαία αγάπη, για να υποστεί εν συνεχεία μιαν ολοκληρωτική αφαίμαξη), οι συστάσεις της για τον Ζέρβα δεν θα αλλάξουν: λιγότερο ή περισσότερο συγκεκριμένη, λιγότερο ή περισσότερο νέα, λιγότερο ή περισσότερο επιθυμητή, θα είναι πάντα μια διαλείπουσα παρουσία και μια αφόρητη επιθυμία διαφυγής - ένας κόσμος προ των πυλών και μια υδρόγειος μακρινή, ένα όνειρο από χώμα και νερό ταυτοχρόνως, μια βεβαιότητα αλλά και μια απαντοχή. Ενα πλάσμα, για να το πω με μία φράση, απείρως διαιρετό και προκλητικά ενιαίο, απαύγασμα τέχνης και βίου.

Δεν υπάρχει, νομίζω, η παραμικρή αμφιβολία πως η ώριμη Τζούλια είναι και η καλύτερη ποιητικά: τοποθετημένη μέσα σ' ένα fractal σύμπαν, ένα ακούραστα μεγεθυνόμενο αντίγραφο του εαυτού της, που παίρνει σάρκα και οστά σε μια σειρά από γοητευτικά ασύμμετρες επιφάνειες (γλώσσας, εικόνων, συμβόλων και ήχων), για να εμπνεύσει ξανά και ξανά τον έρωτα, μακριά από την κάπως γραμμική καλλονή της νιότης της.

Γιώργος Μπλάνας

Ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη

Εκδόσεις Γαβριηλίδης, σ. 43, ευρώ 7,39

Το καινούργιο ποιητικό βιβλίο του Γιώργου Μπλάνα αποτελείται από δύο ευδιάκριτες ενότητες: την «Ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη», που προσφέρει και τον γενικό τίτλο του έργου, και το «Αγίου Οκάτη» ανήμερα, που έρχεται ως συμπλήρωμα του μακροσκελούς πρώτου μέρους του. Και οι δύο ενότητες είναι γραμμένες σε επικό στιλ, συγκροτώντας δύο στιχουργημένες αφηγήσεις για την τόλμη και τη γενναιότητα. Ευνόητα, πιθανόν, θα σκεφτεί κανείς: αφηγήσεις για την τόλμη και τη γενναιότητα στις ποικιλοτρόπως αντιηρωικές και αντιεπικές ημέρες μας; Ναι, αλλά ο Μπλάνας δεν κάνει τίποτε ανυποψίαστος ή με ευκολία. Συνομιλώντας, άλλοτε κρυφά και από τα παρασκήνια και άλλοτε ευθέως και δίχως την ελάχιστη συγκάλυψη, με τον Σολωμό και τον Κάλβο, όπως και ρίχνοντας μέσα στο ίδιο μεταμοντέρνο καλούπι (η Ιστορία χωρίς αρχή, μέση και τέλος) τον Καραϊσκάκη, τον Κολοκοτρώνη και τον Βελουχιώτη ή τον Στέφανο Σαράφη και τον Κωνσταντίνο Κανάρη, ο Μπλάνας φτιάχνει ένα ποιητικό puzzle εκρηκτικών διαθέσεων, όπου στη θέση της τόλμης και της γενναιότητας θα πρέπει πρωτίστως να βάλουμε, μαζί με την τόλμη ή τη γενναιότητα των πραγματικών-ιστορικών προσώπων, και την τόλμη ή τη γενναιότητα του στοχασμού και της τέχνης: «Ατροπος, τότε, ο Μέγας Αλβιών, που τον τραγούδησε καχύποπτος ο Ουίλλιαμ Μπλαίηκ / -γιατ' ήξερε πως κάποτε θα έρθουν πολλοί πανάθλιοι στους γάμους του παραδείσου με την κόλαση- θέλησε χάρτινος να κλείσει την ατραπό των ημερών σου. / Κι ενώ υπήρχες έφιππος, ανοίγοντας τον δρόμο των Κομμουνάρων Παριζιάνων, έγινες στόχος κολάρων σαρκοβόρων».

Σε μια τέτοια παλίμψηστη σύνθεση εκείνο το οποίο, προφανώς, προέχει είναι όχι μόνο οι δόσεις της ανάμειξης, που αποδεικνύουν έναν ποιητή ο οποίος ξέρει πώς να βάλει χαλινό στο άκρως ετερογενές υλικό του, χωρίς, από την άλλη πλευρά, να πέσει στην παγίδα να στερήσει από τον αναγνώστη την απόλαυση του ελεύθερου συνειρμού και της πολλαπλής ερμηνείας, αλλά και ο τόνος της αφήγησης, ο οποίος στην περίπτωση του Μπλάνα διαθέτει έναν ολοφάνερα ειρωνικό χαρακτήρα. Η ποιητική ειρωνεία του Μπλάνα επιδιώκει να διαλύσει μέσω της ανήσυχης φαντασίας της κάθε σύμβαση ή κατεστημένη παραδοχή. Ο Καραϊσκάκης μεταμορφώνεται στην ωδή του σε πολιορκητικό κλοιό της διστακτικής έμπνευσης και της διανοητικής ατολμίας που, αλίμονο, επικράτησαν κατ' επανάληψη στις πιο διαφορετικές περιόδους της Ιστορίας, σπεύδοντας να πνίξουν και να αφανίσουν όσους προέβαλαν ανυποχώρητα την ακεραιότητά τους μέχρι το τέλος. Κι όλα αυτά, παρά το εσκεμμένα υψηλό φρόνημα, χωρίς την ελάχιστη προσποίηση και δίχως την παραμικρή χασμωδία. Πρωτότυπη και προσεκτικά σκηνοθετημένη δουλειά ενός ώριμου ποιητή. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Σχετικά θέματα: Κριτική βιβλίου
Ο Αράπης του Πικρού
Ο λευκός θόρυβος της 11/9
Η «άγονη» χώρα της μητρότητας
Η αυτοβιογραφία μιας εποχής
Οι σκιώδεις διαδρομές του Ψυχρού Πολέμου
Η ανειλημμένη υποχρέωση ενός μυθιστορήματος
Ελληνες «Εγκυκλοπαιδιστές» - πέρασαν και δεν κόλλησαν!...
Θραύσματα αυτοβιογραφίας
«Ο,τι ζωγραφίζω μού έρχεται σε όνειρο»
Η ποιητική του χάκερ
Άλλα θέματα στην κατηγορία Βιβλίο της έντυπης έκδοσης
Κριτική βιβλίου
Ο Αράπης του Πικρού
Ο λευκός θόρυβος της 11/9
Η «άγονη» χώρα της μητρότητας
Η αυτοβιογραφία μιας εποχής
Οι σκιώδεις διαδρομές του Ψυχρού Πολέμου
Η ανειλημμένη υποχρέωση ενός μυθιστορήματος
Ενα παιχνίδι ερωτικής οπτασίας κι ένας ύμνος στη γενναιότητα
Ελληνες «Εγκυκλοπαιδιστές» - πέρασαν και δεν κόλλησαν!...
Θραύσματα αυτοβιογραφίας
«Ο,τι ζωγραφίζω μού έρχεται σε όνειρο»
Η ποιητική του χάκερ
Συνέντευξη
Ο παλαιστής και ο δερβίσης
Από τις 4:00 στις 6:00
Ουράνιο τόξο, πηγή αισιοδοξίας
Ακροβατώντας μεταξύ κάντρι και ροκ
Άλλες ειδήσεις
«Μια ζωή»
Η αιρετική θέση