Έντυπη Έκδοση

Δώστε χαβιάρι στο λαό

Βρισκόμαστε στην Ελλάδα, λίγο μετά την καταστροφή των Ψαρών. Ενας ατημέλητος γκριζομάλλης άντρας, με έντονο, εκφραστικό βλέμμα, επισκέπτεται έναν καταυλισμό προσφύγων από τα Ψαρά, προσφέροντας γενναιόδωρα τη βοήθειά του.

Αρης Σταύρου (διεύθυνση φωτογραφίας), Σμαραγδής και Κοχ επί το έργον... Αρης Σταύρου (διεύθυνση φωτογραφίας), Σμαραγδής και Κοχ επί το έργον... Δεν είναι άλλος από τον Ιωάννη Βαρβάκη, τον πειρατή που έγινε εθνικός μας ευεργέτης (βλέπε Βαρβάκειο Σχολή, Βαρβάκειο Αγορά κ.λπ.) συμβάλλοντας τα μέγιστα στην ελληνική επανάσταση. Λίγοι θα αναγνώριζαν στο αλλοιωμένο από το μέικαπ πρόσωπο του ηθοποιού τον Σεμπάστιαν Κοχ: τον πρωταγωνιστή της γερμανικής ταινίας-φαινομένου οι «Ζωές των άλλων»...

«Cut!» φωνάζει ο Γιάννη Σμαραγδής, που σφύζει από ενεργητικότητα και κέφι αλωνίζοντας το επιβλητικό κάστρο της Μεθώνης, όπου στήθηκε ένας ολόκληρος καταυλισμός. Εχει κάθε λόγο: μετά την επιτυχία του «Ελ Γκρέκο» κατάφερε να πετύχει την υποστήριξη της SONY για τη νέα, γυρισμένη στα αγγλικά, ταινία του «Ο Θεός αγαπάει το χαβιάρι». Εξασφαλίζοντας έτσι, μεσούσης της κρίσης, όχι απλώς διεθνή διανομή αλλά και μεγάλα ονόματα: Σεμπάστιαν Κοχ, Τζον Κλιζ, Κατρίν Ντενέβ -για να αναφέρουμε μόνο μερικά.

«Πρέπει να δείχνετε χαμένοι» λέει ο σκηνοθέτης στους πρόσφυγες (παιδάκια της περιοχής ντυμένα με τα εκπληκτικά κοστούμια εποχής της Λάλα Χουέτε αλλά και ηλικιωμένους από το ΚΑΠΗ της Καλαμάτας!). «Δεν έχετε τίποτα πια. Και δεν ξέρετε τι σας ξημερώνει αύριο. Να, όπως σήμερα, στην Ελλάδα...» (ήταν οι μέρες που όλοι περίμεναν την παραίτηση του Παπανδρέου ή και την έξοδό μας από το ευρώ...). Κι όμως, ο Σμαραγδής συνεχίζει να κάνει στους Ελληνες ένα είδος «ψυχοθεραπείας». Σε μια εποχή ταπείνωσης για την Ελλάδα, επιμένει να εστιάζει σε μεγάλους Έλληνες που άφησαν το στίγμα τους διεθνώς: Καβάφης, Θεοτοκόπουλος, και τώρα Βαρβάκης.

Πειρατής στο Αιγαίο το 1770 (την εποχή των Ορλωφικών), ο Βαρβάκης καίει τον τουρκικό στόλο στο Τσεσμέ κερδίζοντας τον θαυμασμό των Ρώσων. Γρήγορα γίνεται προστατευόμενος της Μεγάλης Αικατερίνης (που στην ταινία ενσαρκώνει η Κατρίν Ντενέβ), η οποία του εκχωρεί ειδικά προνόμια αλιείας στην Κασπία Θάλασσα. Και κάπου εδώ μπαίνει το χαβιάρι, που τότε δεν είχε ακόμα γίνει διάσημο. Πώς να ταξιδέψει μια τέτοια λιχουδιά στη Μόσχα και στον υπόλοιπο κόσμο όταν είναι ζήτημα λίγων ωρών να αλλοιωθεί;

«Ο Βαρβάκης κατάφερε να μάθει από τους ψαράδες το μυστικό της συντήρησής του» μας εξήγησε ο Γ. Σμαραγδής. «Του αποκάλυψαν πως το συντηρούσαν σε σπηλιές (cave, εξ ου και η λέξη caviar), όπου η θερμοκρασία είναι σταθερή. Ο ίδιος έκανε μελέτες και ανακάλυψε πως το ξύλο της φλαμουριάς δεν έχει πόρους και άρα θα μπορούσε κι αυτό να διατηρεί σταθερή θερμοκρασία. Χρησιμοποιώντας ένα είδος βοτάνου βρήκε τρόπο να συντηρεί το χαβιάρι και έτσι μπόρεσε να το εξάγει διεθνώς. Η Μ. Αικατερίνη του έδωσε το μονοπώλιο εμπορίας του χαβιαριού για όλη του τη ζωή. Και έγινε ζάπλουτος...»

Στην ταινία αυτός που πρωτοδίνει στον Βαρβάκη να δοκιμάσει τα αυγά του ψαριού (τα οποία αρχικά σιχαίνεται) είναι ο «ψαράς του Θεού»: ο Λάκης Λαζόπουλος. Αγνώριστος, με πυκνή γκρίζα γενειάδα, θυμίζει βιβλική μορφή και εμφανίζεται μέσα από την ομίχλη στον ήρωα. «Καμιά φορά τα δώρα του Θεού δεν φαίνονται απ' την αρχή ότι είναι δώρα», του λέει, χωρίς ίχνος από το χιούμορ στο οποίο μας έχει συνηθίσει. Λίγο πριν, η θάλασσα έχει ξεβράσει το πτώμα του δεκαεννιάχρονου γιου του Βαρβάκη που πνίγεται, μεθυσμένος, μετά από έναν καβγά με τον πατέρα του. «Ο γιος του Βαρβάκη, από τον δεύτερο γάμο του, με μια Ρωσίδα, ήταν αυτό που λέμε ο τρελός του χωριού» μας είπε ο Σμαραγδής. «Ομως στην ταινία αλλάζουμε λίγο τα πράγματα: το παιδί, που μεγάλωσε στο Αστραχάν, νιώθει Ρώσος και δεν θέλει να συμμετάσχει στην Ελληνική Επανάσταση, όπως του ζητάει ο πατέρας του. Αυτή είναι η μεγάλη σύγκρουση του φιλμ: ο Βαρβάκης συνειδητοποιεί την ανικανότητά του να δείξει την αγάπη του».

Ο Βαρβάκης, εξέχον μέλος της Φιλικής Εταιρείας, χρησιμοποιεί τον αλιευτικό του στόλο για να στείλει στην Ελλάδα πολεμοφόδια και τρόφιμα. Και το 1825 επιστρέφει μετά από χρόνια στην πατρίδα. Ομως οι Αγγλογάλλοι τον θεωρούν άνθρωπο των Ρώσων (όπως και τον Κολοκοτρώνη, με τον οποίο ο Βαρβάκης είχε επαφές). «Ετσι, αφού πρώτα τον ανακηρύσσουν μέγα ευεργέτη, τον διαβάλλουν διαδίδοντας πως πάσχει από λοιμώδη νόσο. Και τον κλείνουν σε ένα ερειπωμένο λοιμοκαθαρτήριο στη Ζάκυνθο, το οποίο ξαναανοίγει ειδικά γι'αυτόν. Εκεί, το 1825, άφησε την τελευταία του πνοή... Μέχρι τέλους έδινε ό,τι είχε για την πατρίδα».

Η περιοχή της Μεσσηνίας πρόσφερε ένα υπέροχο φυσικό σκηνικό στον Σμαραγδή αλλά και στον ταλαντούχο σκηνογράφο του, τον Νίκο Πετρόπουλο, ο οποίος στη Γιάλοβα ανακατασκεύασε το λοιμοκαθαρτήριο της Ζακύνθου. Ο Σμαραγδής αρχικά δεν είχε σκεφτεί την περιοχή, μέχρι που οι ιδιοκτήτες του «Costa Navarino», του νέου φιλόδοξου resort στη Γιάλοβα, τον ξενάγησαν με ελικόπτερο στις ομορφιές του τόπου και προσφέρθηκαν να φιλοξενήσουν την παραγωγή. Ο Χρήστος Κωσταντακόπουλος, άλλωστε, ένας εκ των τριών αδερφών-ιδιοκτητών, έχει μπει δυναμικά στην κινηματογραφική παραγωγή τα τελευταία χρόνια.

Σε μια από τις σκηνές που παρακολουθήσαμε, ο Σεμπάστιαν Κοχ/Βαρβάκης, που μόλις έχει επιστρέψει στην Ελλάδα, βλέπει την οπτασία της νεκρής μητέρας του. «Μάνα, ζεις;» λέει στα ελληνικά, στην Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου. Και γονατίζει μπροστά της, γνωρίζοντας μέσα του πως όλο αυτό είναι ένα προμήνυμα του δικού του θανάτου... Ενα πλήθος έχει μαζευτεί και παρακολουθεί με ενδιαφέρον τη σκηνή -ανάμεσα τους μια παρέα Τσιγγάνων και Πακιστανών.

«Ο Βαρβάκης υπήρξε μια μεγάλη μορφή του ελληνισμού, που διέπρεψε εκτός Ελλάδας» μας είπε η Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου. «Είναι τραγικό ότι αυτός ο τόπος κόβει τα πόδια των ανθρώπων του. Κι όμως διαπρέπουν, παρά τις συνθήκες... Τη συγκίνησε δε πολύ η σκηνή όπου λέει: «"Οι άνθρωποι που θα ξαναγεννήσει αυτός ο τόπος μετά την καταστροφή, θα πετάξουν μακριά, όπως εσύ". Δυστυχώς σήμερα τα λογια αυτά είναι τόσο επίκαιρα...»

ΤΖΟΝ ΚΛΙΖ ΚΑΙ ΣΕΜΠΑΣΤΙΑΝ ΚΟΧ

«Λατρεύω το χαβιάρι. Δυστυχώς όμως πλέον δεν μπορώ να το απολαμβάνω. Ο κόσμος νομίζει πως επειδή παίζω τον Q στον Τζέιμς Μποντ βγάζω πολλά λεφτά, αυτό όμως δεν ισχύει. Είναι ένα γύρισμα δυο ημερών μια στο τόσο...», μας είπε ο Τζον Κλιζ, που ενσαρκώνει στην ταινία τον άγγλο διοικητή της Ζακύνθου. Ο σπαρταριστός βρετανός κωμικός των Μόντι Πάιθον, που πλέον ζει μόνιμα στη Σάντα Μπάρμπαρα της Καλιφόρνιας, μας εξομολογήθηκε πως κάθε χρόνο πρέπει να βγάζει ένα εκατομμύριο δολάρια επιπλέον, καθώς, μετά το διαζύγιό του, οφείλει στην αμερικανίδα τέως σύζυγό του 17 εκατομμύρια δολάρια (!). «Είχε άγριο δικηγόρο» μας είπε χαμογελώντας πικρά. Αυτός όμως δεν είναι ο μόνος λόγος. «Η αγορά της σόου μπιζ στην Αμερική έχει πέσει πολύ. Οταν πλέον οι ταινίες γυρίζονται αποκλειστικά για 17χρονα, πόσες εμφανίσεις να κάνει πια ένας εβδομηντάρης όπως εγώ; Αλλά και με τα σόου το ίδιο ισχύει. Οι αμοιβές έχουν κατακρημνιστεί. Αν περιορίσω την καλλιτεχνική μου δράση στην Αμερική, θα χρεοκοπήσω. Γι' αυτό ταξιδεύω συνέχεια: Αυστραλία, Ντουμπάι...»

Πλέον δεν γυρίζονται καλές κωμωδίες διεθνώς. «Είναι θέμα χρημάτων. Νομίζετε πως αυτοί που αποφασίζουν ξέρουν τι τους γίνεται; Εδώ, ακόμα και για το "Ενα ψάρι που το έλεγαν Γουάντα" όλα τα στούντιο μας είχαν πει όχι, πλην της MGM. Δεν αρέσει στην κόρη μου, έλεγε ο ένας, είναι πολύ βρετανικό, έλεγε ο άλλος».

Αν και 72 ετών, με «πονεμένη πλάτη από τα άπειρα αεροπορικά ταξίδια που κάνω και ένα γόνατο που κατέρρευσε στην ταινία «Clockwise», ο πανύψηλος Κλιζ δεν έχει χάσει την ενεργητικότητά του. Περιμένει ωστόσο τη στιγμή που θα αφοσιωθεί στο γράψιμο. Οπως άλλωστε μας θύμισε, έχει γράψει τις περισσότερες σκηνές που παίζει στις ταινίες των Μόντι Πάιθον.

Το «Χαβιάρι» θεωρεί πως είναι «μια ασυνήθιστη ιστορία που έχει μια ειρωνεία». Στη συνάντησή μας δεν είχε ακόμα γνωρίσει τον Σμαραγδή, αλλά ήδη εντυπωσιάστηκε «από την ικανότητά του να βρίσκει λύσεις».

Πώς μας βλέπουν αλήθεια οι Αγγλοι; Χαμόγελο: «Θεωρούν πως έχετε μια, ας το πούμε, χαλαρή αντιμετώπιση ως προς την πληρωμή φόρων...»

* Ούτε και ο Γερμανός Σεμπάστιαν Κοχ, ο Βαρβάκης του Σμαραγδή, τρώει χαβιάρι. Αλλα για οικολογικούς λόγους αυτός. «Μου αρέσει πολύ, αλλά πλέον οι οξύρρυγχοι κινδυνεύουν με αφανισμό. Γιατί βγάζουν το αυγό και πετούν το υπόλοιπο ψάρι» μας είπε. «Το μόνο που κάνουμε είναι να καταναλώνουμε σαν αρπακτικά χωρίς να μας ενδιαφέρουν οι συνέπειες».

Πολύ νεότερος σε σχέση με τον ηλικιωμένο Βαρβάκη του 1825 και πολύ γοητευτικός και αλέγρος, ο Σεμπάστιαν Κοχ «είναι ένας ανατριχιαστικός Βαρβάκης», σύμφωνα με τον Σμαραγδή. Με ένα ζεστό χαμόγελο και μια μπίρα στο χέρι -σε αντίθεση με τον Κλιζ, με τον οποίο τσουγκρίσαμε τους ελληνικούς καφέδες μας (!)- συζήτησε μαζί μας την απρόσμενη επιτυχία του φιλμ «Οι ζωές των άλλων» που τον ανέδειξε σταρ. «Φαίνεται πως χτύπησε κάποιο νεύρο στην Ελλάδα. Ισως γιατί μιλάει για το ότι έρχεται κάποια στιγμή που πρέπει να πεις όχι· σε έναν δικτάτορα, σε μια κυβέρνηση, στο αφεντικό σου... Είναι θέμα αξιοπρέπειας». Κάπως έτσι, ήρθε στην κουβέντα και το πρόβλημα της Ελλάδας. «Αυτή η ιστορία με το δημοψήφισμα ήταν γελοία. Σου δείχνει πώς λειτουργεί η εξουσία. Ομως πρέπει να υπερασπίσουμε την Ευρώπη...»

Ο Ούλριχ Μίνχε, ο εκπληκτικός συμπρωταγωνιστής του στις «Ζωές των άλλων» (είχε τον ρόλο του πράκτορα της Στάζι), πέθανε λίγο μετά την ολοκλήρωση της ταινίας. «Δεν ήξερα πως ήταν άρρωστος» μας είπε ο Σ. Κοχ. «Οταν τον είδα στα Οσκαρ όμως ένιωσα πως πεθαίνει. Ο θάνατος έχει μια συγκεκριμένη αύρα...»

Για εκείνον ο Βαρβάκης «είναι ένας σύγχρονος Οδυσσέας. Ενας πολύ καλός άντρας και επιχειρηματίας, που κάποια στιγμή αντιλαμβάνεται πως πρέπει να ανοίξει την καρδιά του και να αγκαλιάσει τη ζωή χωρίς εγωισμό. Η συνείδησή του και οι ενοχές του τον κάνουν δοτικό». Και ο Σμαραγδής; «Είναι πολύ Ελληνας». Δηλαδή; «Πολύ πιο "χαλαρός" από τους τυπολάτρες γερμανούς συναδέλφους του».

Η ταινία παρουσιάζει έναν εξιδανικευμένο Βαρβάκη; «Οχι. Μην ξεχνάτε άλλωστε πως εγώ παίζω τον ρόλο!» καταλήγει γελώντας.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Κινηματογράφος
Σχετικά θέματα: Κινηματογράφος
Η εκδίκηση της Τζέσικα
Άλλα θέματα στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός της έντυπης έκδοσης
Κινηματογράφος
Δώστε χαβιάρι στο λαό
Η εκδίκηση της Τζέσικα
Μουσική
Μαγική βραδιά με δυο κιθάρες
Συνέντευξη:Ντέϊβιντ Κρόνενμπεργκ
«Στο δράμα καταλαβαίνεις τους ανθρώπους»
Θέατρο
Μας τέλειωσαν τα δραματικά έργα;
Οταν το όνειρο σβήνει
Λογοτεχνία
Στροφή στα Βαλκάνια
Εικαστικά
Η Αλίκη στη χώρα των χρωμάτων